εχόντων αίσθησίν τινα μεν έχουσι την τοπικήν κίνησιν, άλλα όμως δεν έχουσιν. Ολίγιστα δε έχουσι τελευταίον την δύναμιν του λόγου και την διάνοιαν. Και όσα μεν των φθαρτών όντων έχουσι την δύναμιν του λόγου, ταύτα έχουσι και τας λοιπάς δυνάμεις. Αλλά τα έχοντα μίαν μόνην εξ αυτών, δεν έχουσι πάντα τον λόγον, αλλά τινά μεν αυτών ουδέ φαντασίαν {123} έχουσιν, άλλα δε με μόνην την φαντασίαν ζώσι. Περί δε του θεωρητικού νου αλλαχού θα γείνη λόγος. Είναι φανερόν λοιπόν ότι ο ορισμός μιας εκάστης των μορφών της ψυχής είναι και ο μάλλον αρμόζων ορισμός της ψυχής εν γένει.
&Σημείωσις.&— Ούτως ο άνθρωπος έχει τρεις ψυχάς ηνωμένας εν εαυτώ, τούτο δε η νεωτέρα επιστήμη εκφράζει λέγουσα ότι ο άνθρωπος 1) είναι φυτόν, 2) άμα και 3) ζώον. Καίτοι η έκφρασις _τρεις ψυχαί_ δεν είναι ορθή, ουχ' ήττον ο Αριστοτέλης ορθότατα διδάσκει ότι δεν πρέπει να ζητώμεν ψυχήν ή έννοιαν ψυχής, ήτις να είναι μεν κοινή εις πάσας ταύτας, αλλά να μη είναι ιδιαιτέρα ουδεμιάς αυτών, ούτε να εφαρμόζη εις κανέν μερικόν και ατομικόν είδος ψυχής. Ούτως εχώρισεν αυστηρώς την φιλοσοφικήν και συγκεκριμένην νόησιν από τα κενά πλάσματα και τους τύπους της αφαιρετικής διανοίας. Εις τα σχήματα λ.χ. μόνον το τρίγωνον, το τετράγωνον κλπ. είναι όντως πραγματικόν τι, αλλ' η αφαιρετική διάνοια ζητούσα καθολικάς εννοίας, πλάττει αυτάς αφαιρούσα το κοινόν, συλλαμβάνει έν γενικόν σχήμα, όπερ είναι κενόν περιεχομένου. Εκ τούτου ο πόλεμος των εμπειρικών κατά των κενολογιών του αφαιρετικού νου. Αλλά το αληθές σχήμα, λέγει ο Αριστοτέλης, το γενικόν σχήμα είναι το τρίγωνον, όπερ ευρίσκεται παρά τα άλλα και εντός των άλλων, τα οποία πάντα αναλύονται εις τρίγωνα. Τα αυτά λέγομεν και περί της ψυχής, την οποίαν δεν πρέπει να ζητώμεν ως τι κενόν και αφηρημένον ενώ έχει πλουσιώτατον περιεχόμενον.
Η θρεπτική ψυχή εμπεριέχεται, είναι μέρος της αισθητικής και αμφότεραι εμπεριέχονται εις την διανοητικήν. Αλλ' η κατωτέρα υπάρχει εν τη ανωτέρα ως αντικείμενον και στοιχείον εν ώ και δι' ου η ανωτέρα πραγματοποιείται• είναι λοιπόν προς την ανωτέραν μία δύναμις, γενικός τις κατώτερος διορισμός, είναι ως κατηγορούμενον εν τω υποκειμένω, εν τη αρχή, ήτις αποτελεί την ατομικότητα της ανωτέρας, την εντελέχειαν αυτής. Ούτω λέγομεν, ότι το σώμα είναι το αντικείμενον, η δε ψυχή το υποκείμενον. Και γενικώς, η δυστυχία της φύσεως, λέγει ο Έγελος (Ιστορία της Φιλοσοφίας σελ. 374), είναι ότι είναι αντικείμενον, ότι δήλα δή η έννοια, ο λόγος, το καθόλου είναι μεν εν αυτή, αλλά μένει πάντοτε καθ' εαυτό και δεν γίνεται προς εαυτό, υποκείμενον, ή άλλως η έννοια είναι εκεί μόνον δυνάμει. Εν ολίγοις λοιπόν ο Αριστοτέλης διδάσκει ότι κενόν καθολικόν δεν έχει ύπαρξιν ή δεν είναι αυτό είδη.
Το καθόλου, η έννοια, είναι τω όντι πραγματικόν ως μερικόν και ατομικόν, ως είναι το τρίγωνον σχήμα και η &φυτική& ή &θρεπτική& ψυχή. Το τοιούτο καθολικόν είναι τόσον πραγματικόν, ώστε αυτό τούτο, άνευ περαιτέρω μεταβολής, είναι το πρώτον είδος του, περαιτέρω δε αναπτυσσόμενον δεν ανήκει εις αυτό, αλλ' εις υψηλοτέρας βαθμίδας (βλέπε ταύτα σαφέστερον εν J. Gaird. Φιλοσοφία της θρησκείας Μετάφρ.
Π. Γρατσιάτου σελ. 91. Φιλοσ. Και Κοινων. Βιβλιοθ. Γ. Φέξη). Εν τω επομένω κεφαλαίω ο Αριστοτέλης αναπτύσσει πώς η φυτική ζωή είναι η καθόλου έννοια ή το είδος της ψυχής, η πρώτη εντελέχεια, η στοιχειώδης ψυχή.
*** {116} Τα ζωόφυτα μόνον την αφήν έχουσι.
{117} Της τροφής αίσθησις είναι η γεύσις, αλλ' η γεύσις είναι είδος αφής, ως θα είπη κατωτέρω ο Αριστοτ. Και άνευ αφής δεν δύναται να υπάρχη ζώον. Η αφή είναι η θεμελιωδεστάτη των αισθήσεων.
{118} Εμμέσως διακρίνει το ζώον την τροφήν δι' άλλων αισθητών ιδιοτήτων.
{119} Το τρίγωνον αποτελεί πάντα τα άλλα ευθύγραμμα πολύγωνα, άτινα είναι διαιρετά εις τρίγωνα.
{120} Ταύτα είναι αι θρεπτικαί, αι αισθητικαί κλπ. ψυχαί. Ψυχή όμως καθόλου, γενική δεν υπάρχει.
{121} Αναιρεί εμμέσως την Πλατωνικήν θεωρίαν περί ιδεών και διδάσκει, ότι δεν πρέπει να ζητώμεν γενικόν ορισμόν της ψυχής ως να υπήρχε μία φύσις απάσης της ψυχής, αλλά να ορίζωμεν μίαν εκάστην των μορφών αυτής. Τοιούτοι γενικοί ορισμοί είναι κενοί σημασίας, διότι δεν εφαρμόζουσιν εις μερικόν τι είδος όντων.
{122} Εννοεί το λογικώς πρότερον.
{123} Η φαντασία είναι 1) &αισθητική&, ήτοι η δύναμις του αναπλάττειν αισθητάς εικόνας ή του ζωογονείν νεκρά αισθήματα. 2) &βουλευτική& ή &λογιστική&, ήτοι η δύναμις του πλάττειν τας την νόησιν συνοδευούσας εικόνας εκ στοιχείων πάντοτε, τα οποία παρέχει η αίσθησις.
*** ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
&Περί του θρεπτικού. Προ της θρεπτικής δυνάμεως ανάγκη πρότερον να εξετασθή η τροφή. Γενική θεωρία περί θρέψεως. Η γέννησις του ομοίου και η διαιώνισις του είδους τελική αιτία αυτής. Αναίρεσις δόξης Εμπεδοκλέους και των λεγόντων ότι το πυρ είναι αιτία της θρέψεως. Η θρέψις είναι ενέργεια εναντίον επί του εναντίον, άμα δε και ομοίου επί του ομοίου. Όρος της πέψεως η θερμότης. Θρεπτική και γεννητική ψυχή μία.& 1. Αναγκαίον είναι ο θέλων να μελετήση περί των δυνάμεων τούτων να εξετάση τι είναι εκάστη αυτών, έπειτα δε ομοίως να επιζητήση τα συνεχόμενα μετ' αυτών (τας ιδιότητας εκάστης) και τα λοιπά. Και αν πρέπη να ορίση τι είναι εκάστη αυτών, ήτοι τι είναι το νοητικόν, ή τι το αισθητικόν ή τι το θρεπτικόν, πρέπει πρότερον να ορίση τι είναι το νοείν και τι το αισθάνεσθαι, διότι λογικώς αι ενέργειαι και αι πράξεις των δυνάμεων είναι πρότεραι και σαφέστεραι των δυνάμεων.
{124} και εάν τούτο αληθεύη, και αν ακόμη πρότερον των ενεργειών πρέπει να μελετήσωμεν τα αντικείμενα αυτών, ανάγκη διά την αυτήν αιτίαν να προσδιορίσωμεν πρώτον τα αντικείμενα ταύτα, ήτοι την τροφήν, το αισθητόν και το νοητόν.
2. Ώστε πρέπει πρώτον να ομιλήσωμεν περί θρέψεως και γεννήσεως, διότι η θρεπτική δύναμις και εις πάντα τα ζώντα υπάρχει και είναι η πρώτη και κοινοτάτη της ψυχής δύναμις, δι' ης η ζωή υπάρχει εις πάντα τα ζώντα. Έργον αυτής είναι να μεταχειρίζηται την τροφήν (να τρέφη) και να γεννά• διότι το φυσικώτερον έργον των εχόντων ζωήν, τα οποία δεν είναι ατελή, μήτε γεννώνται αυτομάτως, είναι να κάμνωσιν άλλο ον όμοιον με αυτά, ήτοι το ζώον να γεννά ζώον, το φυτόν δε φυτόν, διά να μετέχωσι του αιωνίου και του θείου καθ' όσον δύνανται. Διότι πάντα επιθυμούσι τούτο, και ένεκα τούτου πράττουσιν, όσα πράττουσι κατά φύσιν. Το δε ου ένεκα, η τελική αιτία είναι διττή, αφ' ενός μεν αυτό το αίτιον ή ο σκοπός και αφ' ετέρου εκείνο εν ω πραγματοποιείται ο σκοπός {125}. Επειδή λοιπόν τα άτομα δεν δύνανται να μετέχωσι του αιωνίου και του θείου διά της ιδίας αυτών συνεχούς υπάρξεως, διότι ουδέν εκ των φθαρτών δύναται να διαμένη το αυτό (αναλλοίωτον), έν αριθμητικώς, διά τούτο έκαστον μετέχει του θείου ούτως, όπως δύναται, άλλο περισσότερον και άλλο ολιγώτερον και δεν διαμένει μεν αυτό το ίδιον, αλλά το όμοιον με αυτό, ουχί έν αριθμητικώς, αλλ' έν κατ' είδος {126}.
3. Είναι δε η ψυχή αιτία και αρχή του ζώντος σώματος. Αιτία όμως και αρχή λέγονται κατά πολλάς σημασίας. Η δε ψυχή συμφώνως προς ταύτας είναι αιτία κατά τρεις προσδιωρισμένους τρόπους {127}. Διότι και ως αιτία κινητική, και ως αιτία τελική, και ως ουσία των εμψύχων σωμάτων είναι αιτία η ψυχή.
4. Ότι μεν η ψυχή είναι αιτία ως ουσία, είναι φανερόν διότι, το αίτιον της υπάρξεως πάντων είναι η ουσία, η ζωή δε είναι η ύπαρξις των ζώντων, αιτία δε και αρχή της ζωής είναι η ψυχή. Προσέτι η εντελέχεια είναι ο λόγος (η σημασία) του εν δυνάμει όντος.
5. Φανερόν δ'είναι ότι η ψυχή είναι και τελικόν αίτιον, διότι καθώς ο νους ενεργεί πρός τινα σκοπόν, κατά τον αυτόν τρόπον ενεργεί και η φύσις, και τούτο είναι το τέλος, το οποίον αυτή επιδιώκει. Τοιούτος δε σκοπός ή τέλος εν τοις ζώοις είναι η ψυχή και τούτο διά την φύσιν αυτής, διότι πάντα τα φυσικά σώματα είναι όργανα της ψυχής• και όπως όργανα αυτής είναι τα των ζώων, ούτως είναι και τα των φυτών, διότι υπάρχουσι πάντα ένεκα της ψυχής είναι δε διττόν το ου ένεκα (η τελική αιτία), ήτοι αυτός ο σκοπός και εκείνο εν τω οποίω και διά το οποίον ενεργείται ο σκοπός.
6. Αλλά προσέτι και η δύναμις όθεν έρχεται η κατά τόπον κίνησις είναι η ψυχή• δεν υπάρχει όμως εις πάντα τα ζώντα η δύναμις αυτή της κινήσεως (λ.χ. εις τα φυτά, τα όστρεα κλπ.). Και η αλλοίωσις δε και η αύξησις προέρχονται εκ της ψυχής• διότι η μεν αίσθησις φαίνεται ότι είναι μεταβολή τις, ουδέν δε αισθάνεται, όπερ δεν έχει ψυχήν. Ομοίως δε είναι αιτία αυξήσεως και φθίσεως• διότι ουδέν φθίνει ουδέ αυξάνεται φυσικώς, εάν δεν τρέφηται, αλλά ουδέν τρέφεται, εάν δεν μετέχη ζωής.
7. O Εμπεδοκλής όμως δεν εξήγησεν ορθώς την αιτίαν της αυξήσεως, ισχυριζόμενος ότι η αύξησις συμβαίνει εις τα φυτά, διότι κάτω μεν βάλλουσι τας ρίζας, επειδή προς τοιαύτην διεύθυνσιν φέρεται φυσικώς η γη, προς τα άνω δε αυξάνονται (διά των κλάδων), διότι ούτω διευθύνεται και το πυρ. Αλλά ούτε το άνω ούτε το κάτω λαμβάνει ορθώς.
Διότι το άνω και το κάτω δεν είναι τα αυτά προς πάντα τα όντα ούτε εις όλα τα μέρη του παντός. Αλλ' ό,τι είναι η κεφαλή εις τα ζώα, τούτο είναι αι ρίζαι εις τα φυτά, εάν πρέπη να διακρίνωμεν και να ταυτίζωμεν τα όργανα διά των ενεργειών των {128}. Προς τούτοις τι είναι εκείνο όπερ συνέχει το πυρ και την γην, τα οποία φέρονται κατ' εναντίας διευθύνσεις; Διότι βεβαίως θα αποχωρισθώσιν, εάν ουδέν υπάρχη, ίνα εμποδίση (τον χωρισμόν). Αλλά, εάν υπάρχη το τοιούτον, η ψυχή είναι τούτο και το αίτιον της αυξήσεως και της θρέψεως (ουχί τα στοιχεία).
8. Πιστεύουσι τινές ότι η φύσις του πυρός είναι η απόλυτος αιτία της τροφής και της αυξήσεως• διότι μόνον το πυρ εξ όλων των σωμάτων ή των στοιχείων φαίνεται ότι τρέφεται και αυξάνεται• διό ηδύνατο τις να νομίση, ότι και εις τα φυτά και εις τα ζώα τούτο είναι όπερ παράγει αύξησιν και θρέψιν. Αλλά το πυρ είναι μεν συναίτιον {129}, ουχί όμως το μόνον αίτιον τούτων, αλλά μάλλον η ψυχή είναι το καθ' αυτό αίτιον.
Διότι η μεν αύξησις του πυρός προχωρεί επ' άπειρον, εφ' όσον υπάρχει καύσιμος ύλη, ενώ εις πάντα τα υπό της φύσεως γινόμενα όντα υπάρχει &πέρας& κατ' αναλογίαν του μεγέθους και της αυξήσεως αυτών• ταύτα δε, όριον και αναλογία, είναι ίδια προσόντα της ψυχής και ουχί του πυρός, και μάλλον του λόγου ή της ύλης.
9. Επειδή δε η αυτή δύναμις της ψυχής είναι θρεπτική άμα και γεννητική, αναγκαίον να ομιλήσωμεν πρώτον περί θρέψεως• διότι διά της ενεργείας ταύτης διακρίνεται αυτή από των άλλων δυνάμεων της ψυχής.
Νομίζεται, ότι η τροφή είναι εναντίον ενεργούν επί εναντίου, δεν είναι όμως οιονδήποτε εναντίον ενεργούν επί του τυχόντος εναντίου, αλλ' είναι εκ των εναντίων όσα όχι μόνον γεννώνται εξ αλλήλων, αλλά και αυξάνονται το έν διά του άλλου. Διότι γίνονται πολλά εξ αλλήλων, αλλά δεν είναι πάντα ποσά (δεχόμενα αύξησιν), λ.χ. Το υγιές γίνεται εξ ασθενούς (και ανάπαλιν) {130}. Όμως δεν φαίνονται ότι είναι κατά τον αυτόν τρόπον τροφή προς άλληλα, αλλά το μεν ύδωρ {131} είναι τροφή εις το πυρ, το πυρ όμως δεν τρέφει το ύδωρ. Εις τα απλά λοιπόν σώματα φαίνεται ότι ταύτα είναι ιδία τα δύο αντίθετα, το μεν η τροφή, το άλλο δε το τρεφόμενον.
/Οι επόμενες 3 παράγραφοι έχουν τυπωθεί εκ παραδρομής. Αποτελούν επανάληψη τμήματος του Γ κεφαλαίου ανωτέρω./ 6. Συμβαίνει όμως και εις τα είδη της ψυχής ό,τι και εις τα σχήματα• δήλα δή εις το ακόλουθον υπάρχει δυνάμει το προηγούμενον {132}, λ.χ. Το τετράγωνον εμπεριέχει το τρίγωνον και η αισθητική δύναμις την θρεπτικήν• επομένως εις έκαστον ον πρέπει να ζητώμεν τις είναι η ψυχή αυτού, ήτοι τις είναι η ψυχή του φυτού, τις η του θηρίου, τις η του ανθρώπου.
7. Δέον δε να εξετάσωμεν διά τίνα αιτίαν συνέχονται ταύτα τοιουτοτρόπως. Βεβαίως άνευ του θρεπτικού δεν υπάρχει το αισθητικόν, από του αισθητικού όμως δύναται να υπάρχη χωριστά το θρεπτικόν εν τοις φυτοίς. Και πάλιν άνευ της αφής ουδεμία εκ των άλλων αισθήσεων υπάρχει, η αφή όμως υπάρχει άνευ των άλλων αισθήσεων, διότι πολλά των ζώων ούτε όψιν, ούτε ακοήν έχουσιν, ούτε αίσθησιν οσμής. Και εκ των εχόντων αίσθησίν τινα μεν έχουσι την τοπικήν κίνησιν, άλλα όμως δεν έχουσιν. Ολίγιστα δε έχουσι τελευταίον την δύναμιν του λόγου και την διάνοιαν. Και όσα μεν των φθαρτών όντων έχουσι την δύναμιν του λόγου, ταύτα έχουσι και τας λοιπάς δυνάμεις. Αλλά τα έχοντα μίαν μόνην εξ αυτών, δεν έχουσι πάντα τον λόγον, αλλά τινά μεν αυτών ουδέ φαντασίαν {133} έχουσιν, άλλα δε με μόνην την φαντασίαν ζώσι. Περί δε του θεωρητικού νου αλλαχού θα γείνη λόγος. Είναι όμως λοιπόν ότι ο ορισμός μιας εκάστης των μορφών της ψυχής είναι και ο μάλλον αρμόζων ορισμός της ψυχής εν γένει.
&Σημείωσις&.— Ούτως ο άνθρωπος έχει τρεις ψυχάς ηνωμένας εν εαυτώ, τούτο δε η νεωτέρα επιστήμη εκφράζει λέγουσα ότι ο άνθρωπος 1) είναι φυτόν, 2) άμα και 3) ζώον. Καίτοι η έκφρασις τρεις ψυχαί δεν είναι ορθή, ουχ ήττον ο Αριστοτέλης ορθότατα διδάσκει ότι δεν πρέπει να ζητώμεν ψυχήν ή έννοιαν ψυχής, ήτις να είναι μεν κοινή εις πάσας ταύτας, αλλά να μη είναι ιδιαιτέρα ουδεμιάς αυτών, ούτε να εφαρμόζη εις κανέν μερικόν και ατομικόν /Τέλος επανάληψης. Η επόμενη παράγραφος έχει ίδια αρίθμηση με εκείνην που την ακολουθεί./ 13. Είναι δε άλλο το θρεπτικόν και άλλο το αυξητικόν διότι καθ' όσον είναι ποσόν τι το έμψυχον αυξάνεται, καθ' όσον δε είναι σώμα ωρισμένον και ουσία τρέφεται, και ούτω η τροφή διαφυλάττει την ουσίαν, διατηρείται δ' αυτή και υπάρχει εφ' όσον χρόνον τρέφεται.
{134} Το θρεπτικόν δε γίνεται και αιτία γεννήσεως, δεν γεννάται όμως το τρεφόμενον, αλλά ον όμοιον με το τρεφόμενον, διότι τούτο υπάρχει ήδη, και ουδέν ον γεννά αυτό εαυτό, αλλά διατηρεί εαυτό. Ώστε η τοιαύτη αρχή (το θρεπτικόν) της ψυχής είναι δύναμις ικανή να συντηρή το ον το κατέχον αυτήν, καθ' όσον κατέχει αυτήν, διότι η τροφή παρασκευάζει αυτό προς ενέργειαν, και διά τούτο άμα στερηθή τροφής δεν δύναται πλέον να υπάρχη.
13. Επειδή δε τρία πράγματα υπάρχουσιν εδώ, το τρεφόμενον, το δι' ου τρέφεται, και το τρέφον αυτό {135}, εκ τούτων το μεν τρέφον είναι αυτή η πρώτη (στοιχειώδης) ψυχή (η θρεπτική), το δε τρεφόμενον είναι το σώμα, το οποίον έχει αυτήν, εκείνο δε, δι' ου τρέφεται, είναι η τροφή. Επειδή δε δίκαιον είναι να ονομάζωνται τα πράγματα πάντα εκ του τέλους και του σκοπού αυτών, τέλος δε ενταύθα είναι να γεννήση όμοιον του το έμψυχον, διό πρώτη ψυχή δύναται να λέγηται η γεννητική του ομοίου {136}.
14. Το δε μέσον, δι' ου τρέφεται το τρεφόμενον, είναι διττόν, όπως διά δύο τινών κυβερνάται και το πλοίον, τα οποία είναι η χειρ και το πηδάλιον, εκείνη μεν κινούν και κινούμενον, το δε άλλο μόνον κινούμενον {137}. Είναι δε αναγκαίον να δύναται να χωνεύηται πάσα τροφή. Ενεργεί δε την χώνευσιν η θερμότης, και διά τούτο παν έμψυχον έχει θερμότητα. Εν κεφαλαίω λοιπόν εξηγήσαμεν τί εστιν η τροφή. Πρέπει δε να είπωμεν διασαφήσεις περί αυτής ύστερον εις τας σχετικάς πραγματείας.
*** {124} Πρώτας ευρίσκομεν τας ενεργείας, και εκ τούτων νοούμεν έπειτα τας δυνάμεις. Φύσει όμως προηγείται η δύναμις. Σαφέστερα όμως και των ενεργειών είναι τα αντικείμενα, λ.χ. η τροφή.
{125} Εάν λ.χ. η ευδαιμονία είναι σκοπός, ο σκοπός ούτος πραγματοποιείται εν εκάστω ημών και ούτω έκαστος ημών είναι ο τελικός σκοπός.
{126} Διά της γεννήσεως αναγεννάται και διαμένει τα έμψυχον ον, ούτω δε διαιωνίζεται ουχί άτομόν τι δεδομένον, αλλά το είδος.
{127} Η ψυχή λοιπόν δεν είναι υλική αιτία. Ύλη αυτής είναι το σώμα.
{128} Καθώς εις τα ζώα είναι άνω η κεφαλή εν η το στόμα και τα όργανα προς τροφήν, ούτω εις τα φυτά είναι άνω αι ρίζαι, δι' ων έλκουσι την τροφήν (Θεμίστιος).
{129} Συνεργεί με άλλα αίτια.
{130} Και η έννοια της υγιείας δεν νοείται ειμή διά της εναντίας ιδέας της νόσου και αντιστρόφως.
{131} Τα υγρά, οίον το έλαιον, κλπ. τρέφουσι το πυρ.
{132} Εννοεί το λογικώς πρότερον.
{133} Η φαντασία είναι 1) &αισθητική&, ήτοι η δύναμις του αναπλάττειν αισθητάς εικόνας ή του ζωογονείν νεκρά αισθήματα. 2) &βουλευτική& ή &λογιστική&, ήτοι η δύναμις του πλάττειν τας την νόησιν συνοδευούσας εικόνας εκ στοιχείων πάντοτε, τα οποία παρέχει η αίσθησις.
{134} Το ζώον τροφής χρήζει πάντοτε, ουχί όμως και αυξήσεως• ως ίππος ή άνθρωπος χρήζει τροφής, ως πώλος δε ή παις χρήζει και αυξήσεως, έως ου έλθη εις ακμήν, τότε δε την αύξησιν διαδέχεται η γέννησις ομοίων όντων.
{135} Τρεις είναι και αι ενέργειαι του θρεπτικού, θρέψις, αύξησις, γέννησις.
{136} Ομοίου με το έχον αυτήν σώμα.
{137} Η ψυχή τρέφει το σώμα διά της συμφυούς θρεπτικής και πεπτικής δυνάμεως και διά του θερμού, όπως ο κυβερνήτης κυβερνά το πλοίον διά της συμφυούς χειρός αυτού και διά του χωριστού πηδαλίου. Η θερμότης, ως η χειρ, κινουμένη υπό της δυνάμεως κινεί την τροφήν, αναλογούσαν προς το πηδάλιον.
*** ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
&Γενικά περί τον αισθητικού• είναι δύναμις χρήζουσα των εξωτερικών πραγμάτων, ίνα γείνη ενεργός. Εξέτασις της δόξης ότι το όμοιον δύναται να πάσχη υπό του ομοίου. Αληθεύει, καθ' όσον διακρίνεται η δύναμις και η ενέργεια. Η αίσθησις πριν ή πάθη υπό του αισθητού είναι ανομοία προς αυτό. Όταν δε πάθη, γίνεται, ομοία αυτού.& 1. Αφού ταύτα διωρίσαμεν, ας ομιλήσωμεν γενικώς περί πάσης αισθήσεως.
Ως είπομεν, η αίσθησις συνίσταται εις το κινείσθαι και πάσχειν διότι νομίζεται ότι είναι μεταβολή τις {138}. Τινές λέγουσιν ότι και το όμοιον πάσχει υπό του ομοίου. Πως δε τούτο είναι δυνατόν ή αδύνατον είπομεν εις την γενικήν πραγματείαν ημών περί του Ποιείν και του Πάσχειν.
2. Αλλά ζητείται διατί δεν υπάρχει αίσθησις και αυτών των αισθήσεων {139} και διατί τα αισθητήρια δεν παράγουσιν αίσθησιν άνευ των εξωτερικών πραγμάτων, μολονότι το πυρ, η γη και τα άλλα στοιχεία υπάρχουσιν εν τω αισθητικώ και έχομεν αίσθησιν τούτων είτε καθ' εαυτά είτε των συμβεβηκότων (ιδιοτήτων) αυτών. Αλλ' είναι πρόδηλον ότι η αισθητική δύναμις δεν είναι πάντοτε εν ενεργεία, αλλά δυνάμει μόνον {140}. Διά τούτο αυτή είναι καθώς και η καύσιμος ύλη, η οποία δεν καίεται μόνη άνευ του πράγματος, το οποίον την κάμνει να καίη {141}.
Διότι άλλως θα έκαιεν εαυτήν και δεν θα είχε χρείαν του πραγματικού (προϋπάρχοντος) πυρός. Επειδή δε το αισθάνεσθαι λέγομεν κατά δύο σημασίας, διότι και το δυνάμει ακούον και βλέπον λέγομεν ότι ακούει και βλέπει και αν τύχη να κοιμάται, και το ήδη ενεργούν, ήτοι ακούον και βλέπον, λέγομεν ότι ακούει και βλέπει, ούτω δύναται και η αίσθησις να λέγηται κατά δύο σημασίας, κατά μίαν ως εν δυνάμει αίσθησις, κατ' άλλην δε ως εν ενεργεία (ομοίως και το αισθάνεσθαι λέγεται δυνάμει αισθάνεσθαι και εν ενεργεία αισθάνεσθαι).
3. Ας εννοήσωμεν λοιπόν πρώτον, ότι δηλούσι το αυτό πράγμα οι όροι πάσχειν και κινείσθαι και ενεργείν {142}. Διότι και η κίνησις είναι ενέργειά τις, ατελής όμως, καθώς είπομεν αλλαχού {143}. Πάντα όμως πάσχουσι και κινούνται υπ' άλλου όντος, όπερ δύναται να ποιή και είναι ενεργεία ον. Διά τούτο κατά τινα μεν τρόπον το όμοιον πάσχει υπό του ομοίου, κατ' άλλον δε υπό του ανομοίου, καθώς είπομεν ανωτέρω• διότι πάσχει μεν το ανόμοιον, αφού όμως έχει πάθη, τότε πλέον είναι όμοιον. {144}.
4. Πρέπει δε και περί δυνάμεως και εντελέχειας να κάμωμεν διακρίσεις• διότι έως τώρα ομιλούμεν περί αυτών κατά τρόπον γενικόν. Κατά μίαν σημασίαν λέγομεν, ότι πράγμα τι είναι επιστήμων, ως ηθέλομεν είπει ότι ο άνθρωπος είναι επιστήμων, διότι ο άνθρωπος είναι εκ των όντων, τα οποία δύνανται να δέχωνται την επιστήμην και να έχωσιν αυτήν• αφ' ετέρου δε λέγομεν επίσης επιστήμονα τον κατέχοντα την επιστήμην, λ.χ.
την γραμματικήν. Όμως καθείς των δύο τούτων δεν είναι δυνατός κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' ο μεν δύναται να γινώσκη, διότι τοιούτον είναι το γένος και η φύσις αυτού, ο δε διότι άμα θελήση δύναται να ενεργήση την επιστήμην του, όταν δεν τον εμποδίζη τίποτε εξωτερικόν. Τρίτος δε είναι ο νυν ενεργοποιών την επιστήμην του• και ούτος είναι ο κατ' εντελέχειαν και κυρίως επισταμένος το ωρισμένον τούτο πράγμα, το Α π.χ. Οι δε πρότεροι {145} είναι και οι δύο κατά δύναμιν επιστήμονες• αλλ' ο μεν πρώτος είναι επιστήμων, αφ'ού αλλοιωθή υπό της μελέτης και πολλάκις εκ μιας καταστάσεως μεταβληθή εις άλλην εναντίαν (εξ αγνοίας δηλ. εις γνώσιν)• ο δε άλλος είναι επιστήμων κατ' άλλον τρόπον, ως κατέχων την αριθμητικήν ή την γραμματικήν, μη ενεργοποιών δε αυτήν• μεταβαίνουσι δε εις την ενέργειαν ούτοι κατά διάφορον τρόπον.
5. Δεν είναι δε απλούν ουδέ το πάσχειν, αλλ' άλλοτε μεν το πάθος είναι φθορά τις υπό του εναντίου {146}, άλλοτε δε είναι μάλλον συντήρησις του δυνάμει όντος υπό του εντελεχεία και ομοίου όντος κατά την αυτήν σχέσιν, την οποίαν έχει η δύναμις προς την εντελέχειαν.
Ούτω το κατέχον την επιστήμην (ως δύναμιν) γίνεται ενεργεία επιστήμη (όταν μεταχειρίζηται αυτήν), τούτο δε ή δεν είναι μεταβολή, διότι είναι πρόοδος του υπάρχοντος εις αυτήν την φύσιν του και εις την τελειότητα αυτού {147}, ή είναι άλλο είδος μεταβολής. Διά τούτο δεν είναι ορθόν να λέγηται ότι ο έχων την νόησιν μεταβάλλεται, όταν νοή, καθώς δεν είναι ορθόν να λέγηται ότι ο οικοδόμος μεταβάλλεται, όταν οικοδομή. Εκείνο λοιπόν, το oποίον μεταφέρει το εν δυνάμει ον εις εντελέχειαν ως προς τον νουν και την νόησιν, δίκαιον είναι να ονομάζηται ουχί διδασκαλία, αλλά να έχη άλλο όνομα. Το δε ον, το οποίον εκ της δυνάμεως μεταβαίνει εις την επιστήμην μανθάνον και λαμβάνον αυτήν υπό του εντελεχεία όντος επιστήμονος και δυναμένου να διδάξη αυτήν, ή δεν πρέπει να λέγηται ότι πάσχει, καθώς είπομεν, ή πρέπει να δεχθώμεν δύο τρόπους αλλοιώσεως, ήτοι την εις την στερητικήν διάθεσιν μεταβολήν και την άγουσαν εις την έξιν (κατοχήν) και την φυσικήν κατάστασιν {148}.
6. Η πρώτη των δύο τούτων μεταβολών γίνεται εις το αισθητικόν ον υπ' αυτού του γεννώντος αυτό {149}, όταν όμως γεννηθή, κατέχει ήδη εν εαυτώ την αίσθησιν ως είδος γνώσεως. Και η κατ' ενέργειαν δε αίσθησις λέγεται όπως και η κατ' ενέργειαν επιστήμη. Αλλ' υπάρχει η διαφορά, ότι τα αντικείμενα τα ποιητικά της ενεργεία υπάρξεως του αισθητικού είναι εξωτερικά, δηλ. το ορατόν και το ακουστόν αντικείμενον, όπως και αι λοιπαί αισθηταί ιδιότητες. Αίτιον τούτου είναι ότι η κατ' ενέργειαν αίσθησις αντικείμενον έχει τα καθ' έκαστα, η δε επιστήμη αντικείμενον έχει τα καθολικά {150}. Τα καθόλου δε ταύτα είναι τρόπον τινά εν αυτή τη ψυχή.
Και διά τούτο δυνάμεθα να νοώμεν, όταν θέλωμεν. Αλλά να αισθανώμεθα δεν εξαρτάται εξ ημών, διότι είναι αναγκαίον να υπάρχη παρόν αισθητόν τι. Ομοίως δε συμβαίνει και εν ταις επιστήμαις των αισθητών όντων, διά την αυτήν αιτίαν, διότι τα αισθητά ανήκουσιν εις τον κόσμον των καθ' έκαστα και των εξωτερικών πραγμάτων.
7. Αλλά ταύτα μεν θα λάβωμεν καιρόν πάλιν να διασαφήσωμεν περισσότερον. Τώρα δε ας ορίσωμεν τόσον μόνον ότι, όπως η λεγομένη δύναμις ή το δυνάμει δεν είναι απλούν, αλλά άλλοτε μεν δηλοί δύναμιν καθ' ην σημασίαν λέγομεν, ότι ο παις δύναται να είναι στρατηγός, άλλοτε δε καθ' ην έννοιαν λέγομεν, ότι ο έχων την ηλικίαν να στρατηγή δύναται να στρατηγήση, ούτω και η αισθητική δύναμις τας αυτάς έχει σημασίας. Αλλ' επειδή οι διάφοροι ούτοι διορισμοί της δυνάμεως δεν έχουσιν ιδιαίτερον όνομα, ημείς όμως έχομεν ήδη εξηγηθή περί αυτών ότι είναι διάφοροι, και πώς είναι διάφοροι, ανάγκη να κάμνωμεν χρήσιν των κοινών λέξεων (δυνάμεως) πάσχειν, μεταβάλλεσθαι ως να εδήλουν την κυρίαν σημασίαν. Το αισθητικόν λοιπόν (η αίσθησις) είναι δυνάμει{151} Τοιούτον, οποίον είναι κατ' εντελέχειαν (πραγματικώς) το αισθητόν, ως είπομεν. Πάσχει λοιπόν καθ' όσον δεν είναι όμοιον με το αισθητόν, αφ' ου όμως έχει πάθη, τότε πλέον έχει ομοιωθή, και είναι τοιούτον, οποίον είναι το αισθητόν {152}.
Σημείωσις&. Αι αρχαί αι εν τω 5ω κεφαλαίω εκτιθέμεναι περί της αισθητικότητας άμα και αυτενεργείας του αισθητικού είναι εναντίαι εις την ψευδή υποκειμενικήν ιδεοκρατίαν, ήτις δοξάζει, ότι πάντα είναι πλάσματα του υποκειμένου. Η αίσθησις έχει στοιχείον παθητικόν.
Αισθανόμενοι ευρίσκομεν εαυτούς διοριζομένους, (πάσχοντας) έσωθεν ή έξωθεν, υποκειμενικώς ή αντικειμενικώς.
Τούτο το να ευρίσκω εν εμοί διορισμούς αμέσους, ουχί υπ' εμού τεθειμένους, τούτο είναι τα παθητικόν, το μη ελεύθερον στοιχείον μου.
Η αίσθησις είναι η σφαίρα του περιορισμού, του ενδεχομένου, της πεπερασμένης υποκειμενικότητος. Βεβαίως και τα αισθητά αντικείμενα, το φως και τον ήχον δυνάμεθα να νοώμεν διά της συγκεκριμένης ελευθέρας νοήσεως και να αποδεικνύωμεν ότι είναι διορισμοί του αυθοριζομένου πνεύματος. Αλλ' από τούτου διαφέρει πολύ η κατάστασις εκείνη, καθ' ην εγώ υπάρχω ως ατομικόν υποκείμενον και η ιδέα υπάρχει εις εμέ ως εις τούτο το μεμονωμένον άτομον. Αύτη είναι κατάστασις περιορισμού και παθητικότητος και κατά τούτο είναι ψευδής η θεωρία, ότι ουδέν έρχεται εις ημάς έξωθεν. Το ατομικόν στοιχείον εν τη αισθήσει αποτελεί την ατομικότητα της συνειδήσεως, ήτις υπάρχει εις τούτο εδώ το πράγμα εν αναφορά προς άλλο ως αισθητόν προς αισθητόν.
Αλλά το αισθητικόν της ψυχής αντιδρά κατά του αισθητού πράγματος, αφομοιοί τούτο προς εαυτό, αναιρεί την παθητικότητα του και ούτως άρχεται η αυτενέργεια του καθολικού και η συνείδησις εκείνη, της οποίας εσχάτη ανάπτυξις είναι η επιστημονική και φιλοσοφική νόησις, η υψίστη μορφή της ελευθερίας.
*** {138} Διότι πάσα αλλοίωσις γίνεται διά πάθους και κινήσεώς τινος.
{139} Ή των αισθητηρίων, ταύτα όμως είναι δυνάμει το αισθητόν και η αίσθησις. Το χωρίον εξηγείται και ούτω: διατί αι αντιλήψεις δεν πηγάζουσιν εξ αυτών των αισθήσεων.
{140} Η αίσθησις δεν είναι πράγματι και διαρκώς εν ενεργεία, αλλά δυνάμει ούσα γίνεται ενεργός, όταν ερεθίζηται έξωθεν.
{141} Η ύλη και η δύναμις χρήζουσι πάντοτε, ως ποιητικού αιτίου, ενός πραγματικού και ενεργεία όντος, ίνα κινηθώσι και γίνωσιν ωρισμένον τι. Ιδού διατί το είδος είναι πρότερον της ύλης.
{142} Το αισθητικόν, ακίνητον ον και απαθές κατ' αρχάς, είναι απλώς εν δυνάμει• άμα όμως πάθη και κινηθή υπό των εκτός, τότε είναι ενεργεία.
{143} Η κίνησις γίνεται χάριν του τέλους (της οικίας λ.χ. η κατασκευή), όταν δε πραγματοποιηθή ο σκοπός, τότε η ενέργεια είναι τελεία.
{144} Η αίσθησις, πριν ή αντιληφθή το αισθητόν, είναι δυνάμει αυτό, ουχί ενεργεία, άρα ταύτα είναι ανόμοια• αφού όμως αντιληφθή, αφωμοιώθη αυτό και είναι ομοία με αυτά.
{145} Ήτοι α') ο δυνάμενος να γίνη επιστήμων, διότι είναι άνθρωπος, λ.χ. ο παις, β') ο μαθών την επιστήμην, αλλά μη χρησιμοποιών αυτήν, δυνάμενος όμως να την μεταχειρισθή, όταν θελήση, γ') ο ενεργεία μεταχειριζόμενος τα μεμαθημένα.
{146} Φθοράν πάσχει του προϋπάρχοντος ο εξ επιστήμης μεταβαίνων εις άγνοιαν. O δε εξ αγνοίας μεταβαίνων εις επιστήμην προβαίνει εις την τελείωσιν της φύσεως αυτού.
{147} Όπερ τέλος έχει να είναι επιστήμων, Ή άλλως• διότι το προστιθέμενον στοιχείον ανήκει εις αυτήν την φύσιν αυτού και τείνει εις την εντελέχειαν αυτού.
{148} &Διάθεσις& δηλοί μεταβατικήν κατάστασιν, &έξις& δε έμμονον, κατάστασιν. Η διάθεσις είναι απλή δύναμις ή ατελής βαθμίς πράγματός τινος προς την εντελέχειαν του, είναι λοιπόν στέρησις, άρνησις εν συγκρίσει προς την έξιν ή την εντελέχειαν. Ούτως ο μεν άρτι μανθάνων αποβάλλει ην έχει διάθεσιν, δηλ. την άγνοιαν, και ενεργεί πρώτην μεταβολήν (εκ του μη όντος εις το είναι). O δε μαθών έχει μεν ήδη την έξιν, κατέχει την επιστήμην, χρήζει δε ενεργείας προς τελείωσιν.
{149} Ως πρώτη μεταβολή εννοείται το ότι γεννάται ο παις έχων την δύναμιν να αισθάνηται και να γινώσκη.
{150} Ήτοι μόνον νοητά όντα ή τα καθαρά νοήματα, τα οποία δεν είναι, όπως τα αισθητά, έργα της φύσεως.
{151} Ουχί όπως ο παις λέγεται δυνάμει στρατηγός, αλλ' όπως ο ενήλιξ και κατέχων (έξις) την στρατηγίαν.
{152} Εν τω Γ' βιβλίω αναπτύσσει κάλλιον την ταυτότητα του υποκειμένου και του αντικειμένου, της ψυχής και του αισθητού. Η αίσθησις δέχεται τα είδη και τας εννοίας των αισθητών, χωρίς να πάσχη και να αλλοιούται, τουναντίον μάλιστα γινομένη ενεργός τελειοποιεί την προτέραν κατάστασιν αυτής.
{138} Διότι πάσα αλλοίωσις γίνεται διά πάθους και κινήσεώς τινος.
{139} Ή των αισθητηρίων, ταύτα όμως είναι δυνάμει το αισθητόν και η αίσθησις. Το χωρίον εξηγείται και ούτω: διατί αι αντιλήψεις δεν πηγάζουσιν εξ αυτών των αισθήσεων.
{140} Η αίσθησις δεν είναι πράγματι και διαρκώς εν ενεργεία, αλλά δυνάμει ούσα γίνεται ενεργός, όταν ερεθίζηται έξωθεν.
{141} Η ύλη και η δύναμις χρήζουσι πάντοτε, ως ποιητικού αιτίου, ενός πραγματικού και ενεργεία όντος, ίνα κινηθώσι και γίνωσιν ωρισμένον τι. Ιδού διατί το είδος είναι πρότερον της ύλης.
{142} Το αισθητικόν, ακίνητον ον και απαθές κατ' αρχάς, είναι απλώς εν δυνάμει• άμα όμως πάθη και κινηθή υπό των εκτός, τότε είναι ενεργεία.
{143} Η κίνησις γίνεται χάριν του τέλους (της οικίας λ.χ. η κατασκευή), όταν δε πραγματοποιηθή ο σκοπός, τότε η ενέργεια είναι τελεία.
{144} Η αίσθησις, πριν ή αντιληφθή το αισθητόν, είναι δυνάμει αυτό, ουχί ενεργεία, άρα ταύτα είναι ανόμοια• αφού όμως αντιληφθή, αφωμοιώθη αυτό και είναι ομοία με αυτά.
{145} Ήτοι α') ο δυνάμενος να γίνη επιστήμων, διότι είναι άνθρωπος, λ.χ. ο παις, β') ο μαθών την επιστήμην, αλλά μη χρησιμοποιών αυτήν, δυνάμενος όμως να την μεταχειρισθή, όταν θελήση, γ') ο ενεργεία μεταχειριζόμενος τα μεμαθημένα.
{146} Φθοράν πάσχει του προϋπάρχοντος ο εξ επιστήμης μεταβαίνων εις άγνοιαν. O δε εξ αγνοίας μεταβαίνων εις επιστήμην προβαίνει εις την τελείωσιν της φύσεως αυτού.
{147} Όπερ τέλος έχει να είναι επιστήμων, Ή άλλως• διότι το προστιθέμενον στοιχείον ανήκει εις αυτήν την φύσιν αυτού και τείνει εις την εντελέχειαν αυτού.
{148} 1. &Διάθεσις& δηλοί μεταβατικήν κατάστασιν, &έξις& δε έμμονον, κατάστασιν. Η διάθεσις είναι απλή δύναμις ή ατελής βαθμίς πράγματος τίνος προς την εντελέχειαν του, είναι λοιπόν στέρησις, άρνησις εν συγκρίσει προς την έξιν ή την εντελέχειαν. Ούτως ο μεν άρτι μανθάνων αποβάλλει ην έχει διάθεσιν, δηλ. την άγνοιαν, και ενεργεί πρώτην μεταβολήν (εκ του μη όντος εις το είναι). O δε μαθών έχει μεν ήδη την έξιν, κατέχει την επιστήμην, χρήζει δε ενεργείας προς τελείωσιν.
{149} Ως πρώτη μεταβολή εννοείται το ότι γεννάται ο παις έχων την δύναμιν να αισθάνηται και να γινώσκη.
{150} Ήτοι μόνον νοητά όντα ή τα καθαρά νοήματα, τα οποία δεν είναι, όπως τα αισθητά, έργα της φύσεως.
{151} Ουχί όπως ο παις λέγεται δυνάμει στρατηγός, αλλ' όπως ο ενήλιξ και κατέχων (έξις) την στρατηγίαν.
{152} Εν τω Γ' βιβλίω αναπτύσσει κάλλιον την ταυτότητα του υποκειμένου και του αντικειμένου, της ψυχής και του αισθητού. Η αίσθησις δέχεται τα είδη και τας εννοίας των αισθητών, χωρίς να πάσχη και να αλλοιούται, τουναντίον μάλιστα γινομένη ενεργός τελειοποιεί την προτέραν κατάστασιν αυτής.
*** ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς' &Περί των αισθητών. Σημασίαι του αισθητού. Αισθητόν 1ον υπό μιας αισθήσεως, 2ον υπό πασών, 3ον Αισθητόν κατά συμβεβηκός και μετ' άλλων αντικειμένων.& 1. Εξετάζοντες τας κατ' ιδίαν αντιλήψεις αναγκαίον να ομιλήσωμεν πρώτον περί των αισθητών• λέγεται δε το αισθητόν κατά τρεις σημασίας, κατά δύο μεν εξ αυτών λέγομεν ότι αισθανόμεθα τα αισθητά καθ' εαυτά, κατά μίαν δε ότι κατά συμβεβηκός. Εκ των καθ' εαυτά αισθητών, των δύο πρώτων, άλλα μεν είναι ίδια εκάστης αισθήσεως, άλλα δε είναι κοινά εις πάσας τας αισθήσεις.
2. Ίδιον είναι εκείνο το αισθητόν, το οποίον δεν είναι δυνατόν να αισθανθώμεν δι' άλλης αισθήσεως και ως προς το οποίον δεν δύναται να απατηθή η σχετική αίσθησις, π.χ. Η όψις ίδιον έχει το χρώμα, η ακοή τον ήχον και η γεύσις τον χυμόν, η δε αφή έχει περισσοτέρας διαφοράς {153}. Αλλ' εκάστη αίσθησις κρίνει βεβαίως περί του ιδίου αντικειμένου, και δεν απατάται η όψις διακρίνουσα ότι είναι χρώμα, ουδέ η ακοή ότι είναι ήχος, αλλά μόνον απατάται ως προς το τι είναι και πού είναι το χρωματιστόν αντικείμενον ή τι είναι και πού το ηχητικόν. Τα τοιαύτα λοιπόν λέγονται ίδια εκάστης αισθήσεως.
3. Κοινά δε εις πάσας είναι η κίνησις, η ηρεμία, ο αριθμός, το σχήμα και το μέγεθος. Διότι τα τοιαύτα δεν είναι ίδια ουδεμιάς αισθήσεως αποκλειστικώς, αλλ' είναι κοινά εις πάσας. Ούτω κίνησίς τις είναι αισθητή και διά της όψεως και διά της ακοής.
4. Κατά συμβεβηκός δε λέγεται το αισθητόν, όταν λ.χ. το λευκόν αντικείμενον, το οποίον βλέπομεν, είναι ο υιός του Διάρους• τω όντι κατά συμβεβηκός αισθανόμεθα τούτον, διότι το λευκόν, το οποίον αισθανόμεθα, συνέπεσε να είναι υιός του Διάρους {154}. Διά τούτο και η αίσθησις ουδέν πάσχει υπό του αισθητού καθ' όσον είναι τοιούτον {155}. Εκ των καθ' αυτά αισθητών όμως τα ιδία είναι κυριολεκτικώς αισθηταί ποιότητες και εις ταύτα αναφέρεται ουσιωδώς και κατά φύσιν εκάστη αίσθησις.
*** {153} Η αφή, ήτις διακρίνει τας ιδιότητας του σώματος ως σώματος, έχει πολλά αντικείμενα: σκληρά και μαλακά, λεία και τραχέα, θερμά και ψυχρά, υγρά και ξηρά. Είδος αφής είναι η γεύσις.
{154} Ή άλλως διότι εις τον υιόν Διάρους συνέβη να είναι λευκός το χρώμα.
{155} Δηλ. υιός Διάρους.
*** ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
&Γενικά περί δράσεως. Περί χρώματος. Το χρώμα κινεί το φως. Αναίρεσις γνώμης Εμπεδοκλέους. Φωσφορικά σώματα. O αήρ αναγκαίον διάμεσον προς ενέργειαν της οράσεως. Αναίρεσις δόξης Δημοκρίτου, ότι δυνάμεθα να βλέπωμεν εν τω κενώ. Και αι άλλαι αισθήσεις χρήζουσι διαμέσου (αέρος, ύδατος) προς ενέργειαν αυτών.& 1. Το αντικείμενον, του οποίου αίσθησις είναι η όψις, είναι το ορατόν {156}. Ορατόν δε είναι το χρώμα και εκείνο όπερ δυνάμεθα να εξηγήσωμεν διά του νου, αλλά δεν έχει ίδιον όνομα {157}. Φανερόν δε θα γίνη κάλλιστα ό,τι λέγομεν, όταν προχωρήσωμεν. Το ορατόν λοιπόν είναι το χρώμα• τούτο δε υπάρχει (επί της επιφανείας), επί του καθ' αυτό ορατού {158}, όπερ είναι καθ' αυτό ορατόν ουχί κατά λόγον {159}, αλλά διότι έχει εν εαυτώ το αίτιον του να είναι ορατόν {160}. Παν χρώμα δύναται να κινή το κατ' ενέργειαν διαφανές {161} και αύτη είναι η φύσις του χρώματος. Διά τούτο δεν υπάρχει ορατόν άνευ φωτός, αλλά παν χρώμα εκάστου πράγματος οράται μόνον εις το φως. Όθεν πρέπει πρώτον να είπωμεν περί φωτός τι είναι.
2. Το φως βεβαίως είναι διαφανές τι. Λέγω δε διαφανές εκείνο, το οποίον είναι μεν ορατόν, ουχί όμως καθ' εαυτό ορατόν, και απολύτως, αλλά διά μέσου ξένου τινός, του χρώματος. Τοιούτον δε διαφανές είναι ο αήρ, το ύδωρ και άλλα των στερεών (ύαλος κλπ.), δεν είναι όμως το ύδωρ διαφανές ως ύδωρ, ουδέ ο αήρ ως αήρ, αλλά διότι υπάρχει εις τα δύο ταύτα η αυτή ιδιότης, ήτις είναι η αυτή με την εν τω αιωνίω και θείω σώματι {162} υπάρχουσαν. Το φως δε είναι η ενεργοποίησις του διαφανούς, ως διαφανούς {163}. Εκείνο δε (το διάμεσον), εν τω οποίω το διαφανές υπάρχει εν δυνάμει, τούτο είναι και το σκότος. Το φως είναι τρόπον τινά το χρώμα του διαφανούς, όταν το διαφανές γίνεται εντελεχεία διαφανές είτε υπό του πυρός είτε υπό άλλης αιτίας τοιαύτης, οίον είναι το άνω σώμα (ο ήλιος)• διότι και τούτο το σώμα έχει τι το αυτό με το πυρ. Τι είναι λοιπόν το διαφανές και τι είναι το φως, είπομεν, το φως δηλ. δεν είναι πυρ ούτε σώμα παντάπασιν ούτε απόρροια σώματος (διότι ούτω θα ήτο σώμα τι), αλλ' η παρουσία (επενέργεια) του πυρός ή άλλου τοιούτου σώματος εν τω διαφανεί, διότι δεν είναι δυνατόν δύο σώματα {164} συγχρόνως να υπάρχωσιν εν τω αυτώ.
3. Το φως φαίνεται ότι είναι το εναντίον προς το σκότος. Το δε σκότος είναι στέρησις της τοιαύτης καταστάσεως του διαφανούς, ώστε φανερόν είναι ότι και το φως είναι η παρουσία της καταστάσεως ταύτης. O Εμπεδοκλής δε ουχί ορθώς λέγει, ουδέ αν τις άλλος είπε τούτο, ότι το φως εκινείτο και εκάστοτε εξετείνετο μεταξύ της γης και του περιέχοντος μεταξύ (της ατμοσφαίρας), διέφευγε δε την αντίληψιν ημών {165}. Αλλά τούτο αντίκειται και εις την λογικήν αλήθειαν και εις τα φαινόμενα. Διότι εν μικρώ διαστήματι δύναται να διαφύγη ημάς κίνησις φωτός μικρού, αλλ' απ' ανατολής μέχρι δυσμών να διαφύγη την αντίληψιν ημών κίνησις (τοιούτου σώματος) είναι παρά πολύ μεγάλη η απαίτησις.
4. Είναι δε επιδεκτικόν να παράγη χρώμα το άχρουν και ήχον το άψοφον.
Άχρουν δε είναι το διαφανές και το αόρατον ή το μόλις ορατόν, οποίον φαίνεται ότι είναι λ.χ. το σκοτεινόν {166}. Και τοιούτον είναι το διαφανές, όχι όμως όταν είναι εντελεχεία διαφανές, διότι το αυτό διάμεσον άλλοτε είναι σκότος, άλλοτε δε είναι φως. Ουχί δε πάντα τα ορατά είναι ορατά εις το φως, αλλά το οικείον χρώμα εκάστου αυτών εν τω φωτί μόνον είναι ορατόν. Διό τινά εις μεν το φως δεν είναι ορατά, εις δε το σκότος κινούσι την αίσθησιν ως λ.χ. τα σώματα, τα οποία φαίνονται πυρώδη και λάμποντα την νύκτα, δεν ονομάζονται δε με έν κοινόν όνομα. Και τοιαύτα είναι οι μύκητες, κέρατα ζώων, κεφαλαί