SigPhi · Plutarch

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1 (Modern Greek (1453-))

Page 5 of 10

μυθολογούσιν οι Έλληνες περί Αριστέου του Προκοννησίου, και Κλεομήδους του Αστυπαλαιέως, λέγοντες περί του Αριστέου ότι απέθανεν εντός πλυστικού καταστήματος, αλλ' όταν οι φίλοι του εζήτησαν το σώμα του, έγινεν άφαντον, τινές δ' ευθύς, τότε εξ οδοιπορίας επιστρέψαντες, είπον ότι απήντησαν τον Αριστέα πορευόμενον προς την Κρότωνα. Περί δε του Κλεομήδους λέγεται ότι, έχων σώματος μέγεθος και ρώμην υπερφυσικήν, παράφορος δ' ών τον τρόπον και μανικός, πολλά βίαια έπραττε, και τέλος εντός σχολείου παίδων, κτυπήσας διά της χειρός τον στύλον όστις εστήριζε την οροφήν, τον έθραυσε, κατά μεσής, και η στέγη έπεσεν (264). Επειδή δ' οι παίδες εφονεύθησαν, διωκόμενος ο Κλεομήδης, κατέφυγεν εις μέγα κιβώτιον, και κλείσας το κάλυμμα, το εκράτει ενδόθεν, ώστε πολλοί βιαίως ζητούντες να το ανοίξωσι, δεν εδύναντο. Τότε δ' έσχισαν το κιβώτιον, αλλ' ούτε ζώντα άνθρωπον εύρον εντός ούτε νεκρόν. Απορήσαντες δε, έπεμψαν εις Δελφούς να ερωτήσωσι την Πυθίαν, και αυτή απεκρίθη· «Έσχατος πάντων ηρώων, Αστυπαλαιεύς Κλεομήδης».

Λέγεται δ' ότι και το σώμα της Αλκμήνης (265), όταν εφέρετο εις τον τάφον, έγινεν επίσης άφαντον, και ότι επί της κλίνης εφάνη κατακείμενος λίθος. Και εν γένει πολλά τοιαύτα μυθολογούσιν απίθανα, τους θνητούς την φύσιν μετά των Θεών εκθειάζοντες. Και το μεν να παραγνωρίζωμεν της αρετής την θειότητα είναι αγενές και ανόσιον· αλλά μωρόν είναι το να μιγνύωμεν τον ουρανόν και την γην. Ας ειπώμεν δε μάλλον, την ασφαλεστέραν ακολουθούντες γνώμην, κατά Πίνδαρον, ότι «Εις τον πανίσχυρον θάνατον έπεται όλων το σώμα ζων δε μόνον μένει της ζωής το είδωλον· τούτο μόνον έχον εκ Θεών καταγωγήν». (266) Διότι εκείθεν έρχεται και έχει επανέρχεται, ουχί μετά του σώματος, αλλ' αν όσον περισσότερον απαλλαγή του σώματος, και διακριθή και γίνη εντελώς καθαρόν άσαρκον, και αγνόν διότι ψυχή ξηρά, καθ' Ηράκλειτον (267), είναι η αρίστη, πετώσα διά του σώματος, ως αστραπή διά νέφους· η δε μετά του σώματος μεμιγμένη και σώματος πλήρης, είναι ως αναθυμίασίς τις βαρεία και ομιχλώδης, δυσκόλως ανάπτουσα, και δυσκόλως προς τα άνω πετώσα (268). Δεν πρέπει λοιπόν των αγαθών ανθρώπων τα σώματα να τα στέλλωμεν ομού παρά φύσιν εις τον ουρανόν, αλλά να φρονώμεν ότι αι αρεταί και αι ψυχαί, όλως φυσικώς και κατά θείαν δικαιοσύνην, εκ μεν ανθρώπων μεταβάλλονται εις ήρωας, εκ δ' ηρώων εις δαίμονας, εκ δε δαιμόνων, αν εντελώς ως εις τελετήν καθαρισθώσι και αγιασθώσιν, αποφυγούσαι παν το εμπαθές και θνητόν, ουχί διά νόμου πόλεως, αλλά κατ' αλήθειαν, εις Θεούς, απολαμβάνουσαι τότε το κάλλιστον και μακαριώτατον τέλος (269).

ΚΘ. Την δε δοθείσαν εις τον Ρωμύλον επωνυμίαν, τον Κυρίνον, οι μεν μεθερμηνεύουσιν Ενυάλιον, οι δε Πολίτην, διότι και τους πολίτας Κ υρ ί τ α ς ωνόμαζον^ άλλοι δε λέγουσιν ότι οι παλαιοί εκάλουν Κ ύ ρ ι ν την αιχμήν ή το δόρυ, και ωνόμαζον Ήρας Κυρίτιδος άγαλμά τι της Θεάς επ' αιχμής ιδρυμένον· οι δε κάτοικοι της Ρηγίας (270) ότι έχουσιν ιδρυμένον δόρυ και το ονομάζουσιν Άρην, και δόρυ δίδουσιν ως βραβείον εις τους εν πολέμω αριστεύοντας· ότι επομένως ο Ρωμύλος, ως θεός πολεμικός ή αιχμητής, ωνομάσθη Κυρίνος.

Υπάρχει δε και ναός αυτού κατεσκευασμένος εις τον λόφον, όστις εξ αυτού ονομάζεται Κυρίνος. Η δ' ημέρα καθ' ήν ετελεύτησε, κατερχόμενοι εκ της πόλεως, θυσιάζουσιν εις το της Α ι γ ό ς την θυσίαν, εκφωνούσι μετά βοής πολλά των εγχωρίων ονομάτων, οίον Μάρκου, Λουκίου, Γαίου, μιμούμενοι την τότε φυγήν, ότε έκραζον αλλήλους μετά φόβου και ταραχής. Αλλά τινές λέγουσιν ότι το μίμημα τούτο δεν είναι φυγής, αλλά παρακινήσεως και ταχύτητος, τοιαύτην αναφέροντες αιτίαν του λόγου των όταν οι Κελτοί, κυριεύσαντες την Ρώμην, εδιώχθησαν υπό του Καμίλλου (271), και εξησθενημένη η πόλις δεν ημπορούσεν ευκόλως ν' αναλάβη τας παλαιάς της δυνάμεις, εξεστράτευσαν κατ' αυτής πολλοί Λατίνοι, άρχοντα έχοντες τον Λίβιον Ποστούμιον. Ούτος δε, στρατοπεδεύσας ου μακράν της Ρώμης, έπεμψε κήρυκα, λέγων ότι οι Λατίνοι ήθελον ν' αναζωπυρήσωσι την εκλιπούσαν ήδη παλαιάν οικειότητα και συγγένειαν, συναναμιγνύμενοι διά νέων πάλιν επιγαμιών των γενών. Αν λοιπόν στείλωσι παρθένους πολλάς και τας γυναίκας όσαι άνδρας δεν έχουσιν, ότι θέλει υπάρξει ειρήνη και φιλία μεταξύ των, ως, διά τας ιδίας αιτίας, υπήρξε προς τους Σαβίνους. Ταύτα ακούσαντες οι Ρωμαίοι, εφοβούντο μεν τον πόλεμον, ενόμιζον δ' ότι και η παράδοσις των γυναικών δεν ήτον ολιγώτερον αιχμαλωσίας σκληρά. Εν ώ δ' ήσαν εις αμηχανίαν, υπηρέτριά τις, Φιλωτίς, ως δέ τινες λέγουσι Τουτόλα καλουμένη, έδωκε συμβουλήν ουδέτερον τούτων να πράξωσιν, αλλά διά δόλου να διαφύγωσι και τον πόλεμον, και το να δώσωσιν ενέχυρα. Ήτον δ' ο δόλος, αυτήν την Φιλωτίδα και μετ' αυτής και άλλας υπηρετρίας ωραίας να στολίσωσιν ως ελευθέρας, και να τας στείλωσιν εις τους εχθρούς· έπειτα δε την νύκτα η Φιλωτίς ν' ανάψη λαμπάδα, και οι Ρωμαίοι να έλθωσιν ένοπλοι, και να επιπέσωσιν εις τους εχθρούς εν ώ εκοιμώντο. Και έγιναν ταύτα αφ' ού επείσθησαν οι Λατίνοι, και ύψωσεν η Φιλωτίς την λαμπάδα εκ τινος αγρίας συκής, κρύψασα αυτήν όπισθεν διά περικαλυμμάτων και παραπετασμάτων, διά να είναι αόρατον το φως εις τους εχθρούς, να φαίνηται δ' εις τους Ρωμαίους. Καθώς λοιπόν το είδον, ευθύς εκίνησαν μετά βίας, και διά την ταχύτητα έκραζον πολλάκις αλλήλους περί τας πύλας. Επιπεσόντες δ' απροσδοκήτως εις τους εχθρούς, και νικήσαντες αυτούς, τελούσι την εορτήν ταύτην ως επινίκιον, και Καπρατίναι αι νόνναι καλούνται εξ αιτίας της Προσφέρεται δ' επ' αυτής γεύμα εις τας γυναίκας έξω, σκιαζομένας υπό κλάδους συκής. Αι δ' υπηρέτριαι συνάζουσι χρήματα, περιερχόμεναι, και παίζουσι, και έπειτα κτυπώνται και λιθοβολούνται μεταξύ των, ως και τότε ήλθον και συνηγωνίσθησαν μετά των Ρωμαίων όταν επολέμουν. Ταύτα δεν παραδέχονται πολλοί εκ των συγγραφέων. Αλλά και το να φωνάζωσι την ημέραν τα ονόματα, και το να έρχωνται διά την θυσίαν εις της Αιγός το έλος, φαίνεται μάλλον επικυρούν την πρώτην διήγησιν εκτός αν αμφότερα τα συμβάντα συνέπεσαν κατά διαφόρους μεν χρόνους, αλλά κατά την ιδίαν ημέραν. Λέγεται δ' ότι ο Ρωμύλος έγινεν άφαντος, ηλικίας μεν ων πεντηκοντατεσσάρων ετών, βασιλεύσας δ' έτη τριάκοντα οκτώ.

ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ ΘΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΡΩΜΥΛΟΥ Α. ΌΣΑ λοιπόν αξιομνημόνευτα περί Θησέως και Ρωμύλου συνέβη ν' ακούσωμεν, ταύτα εισί. Φαίνεται δε πρώτον ότι ο μεν Θησεύς, αυτοπροαιρέτως, και χωρίς ουδείς να τον αναγκάζη, αντί να βασιλεύση αφόβως εις την Τροιζήνα, διαδεχθείς αρχήν ουκ ευκαταφρόνητον, αυτός αφ' εαυτού ωρέχθη μεγάλα πράγματα. Ο δε Ρωμύλος, βιαζόμενος ν' αποφύγη την δουλείαν, και την τιμωρίαν ήτις επεκρέματο εις αυτόν, έγινε κατά την έκφρασιν του Πλάτωνος, υπό φόβου ανδρείος, και διά να μη πάθη τα έσχατα δεινά, ηναγκάσθη να πράξη έργα μεγάλα. Έπειτα το μέγιστον τούτου έργον ήτον ότι ένα εφόνευσε, της Άλβης τον τύραννον· εκείνου δ' ήσαν πάρεργα, και των αγώνων προοίμια ο Σκίρων, ο Σίννις, ο Προκρούστης, ο Κορυννήτης, ους φονεύων ή τιμωρών απήλαττε την Ελλάδα από τυράννων, πριν εκείνοι ούς έσωζε να ηξεύρωσι ποιος είναι. Και αυτός μεν κατώρθωσε να διέλθη ασφαλώς διά της θαλάσσης, χωρίς να βλαφθή υπό των ληστών ο δε Ρωμύλος δεν είχε την τύχην να μείνη ήσυχος εν όσω ο Αμούλιος έζη.

Μεγάλη δ' υπέρ του Θησέως απόδειξις είναι, ότι ούτος μεν, εν ώ ουδέν αδίκημα έπασχεν, εκινήθη κατά των κακών ανθρώπων, εις υπεράσπισιν άλλων· εν ώ εκείνοι, εν όσω αυτοί δεν επιέζοντο υπό του τυράννου, παρέβλεπον ότι ηδίκει τους άλλους όλους. Αν δ' ως μέγα θεωρηθή ότι επληγώθη πολεμών κατά των Σαβίνων, και εφόνευσε τον Άκρωνα, και πολλούς ενίκησεν εχθρούς εις την μάχην, προς τα έργα ταύτα δύναται να παραβληθή η Κενταυρομαχία, και οι κατά των Αμαζόνων αγώνες.

Β. Ό,τι δ' ετόλμησεν ο Θησεύς ως προς τον Κρητικόν φόρον, το να εκπλεύση μετά παρθένων και παίδων ίνα παραδοθή ή εις θηρίον να τον φάγη, ή να σφαγή εις τον τάφον του Ανδρόγεω, ή, το ελαφρότατον αφ' όσα λέγονται, να δουλεύη δουλείαν άδοξον εις άνδρας αυθάδεις και δυσμενείς, δεν ημπορεί κάνεις να ειπή πόσην τόλμην αποδεικνύει, ή πόσην μεγαλοφροσύνην, ή δικαιοσύνην προς τα κοινά, ή πόθον δόξης και αρετής. Ώστε μοι φαίνεται ότι οι φιλόσοφοι δεν ώρισαν κακώς τον έρωτα ως Θεών υπηρεσίαν προς επιμέλειαν και σωτηρίαν των νέων διότι ο έρως της Αριάδνης φαίνεται προ πάντων ως να υπήρξεν έργον και τέχνασμα θείον, προς σωτηρίαν του ανδρός τούτου. Και δεν είναι δίκαιον να μεμφώμεθα την κόρην ήτις τον ηγάπησεν, αλλά ν' απορώμεν μάλλον ότι όλοι και όλαι το αυτό προς αυτόν δεν ησθάνθησαν. Αν δ' αύτη μόνη έπαθε τούτο, λέγω ότι ευλόγως εφάνη αξία και του έρωτος του Θεού(272), διότι ηγάπα τους καλούς και τους αγαθούς, και έτρεφεν έρωτα προς τους αρίστους. Ήσαν δ' αμφότεροι την φύσιν πολιτικοί, αλλ' ουδείς αυτών διεφύλαξε τον βασιλικόν τρόπον, αλλ' εμακρύνθησαν αυτού, και απέκλινον ο μεν προς το δημοτικώτερον, ο δε προς το τυραννικώτερον, εις το ίδιον σφάλμα υποπεσόντες, αλλά κατ' εναντίαν διεύθυνσιν. Διότι ο άρχων πρέπει προ παντός άλλου να σώζη αυτήν την αρχήν αλλ' η αρχή σώζεται αποφεύγουσα τα μη ανήκοντα εις αυτήν, ουχ ήττον ή επιμένουσα εις όσα τη ανήκουσιν^ ο δ' ενδίδων ή σκληρυνόμενος δεν μένει βασιλεύς ουδ' άρχων, αλλά γίνεται ή δημαγωγός ή δεσπότης, και ή μισείται ή καταφρονείται υπό των διοικουμένων και φαίνεται ότι εις εκείνο μεν υποπίπτει το σφάλμα εξ επιεικείας και φιλανθρωπίας, εις τούτο δ' εκ φιλαυτίας και εκ τραχύτητος.

Γ. Αν δε πρέπη και τ' ατυχήματα να μη αποδίδωνται όλως διόλου εις την τύχην, αλλά να ζητώμεν εις αυτά τας διαφοράς των ηθών και παθών εξ ών προέκυψαν, ουδείς ας θεωρήση ουδ' εκείνον ανένοχον ασυλλογίστου θυμού, και οργής αβούλως ορμητικής κατά του αδελφού του, ουδέ τούτον κατά του υιού του. Η δ' αρχή ήτις παρορμά εις θυμόν καθιστά συγγνωστότερον τον εκ μεγαλητέρας αιτίας εις το πάθος τούτο υποπεσόντα, ως τον καταβληθέντα υπό χειροτέρας πληγής. Ούτω δεν περιέμενέ τις να εξαφθή αιφνηδίως εις τοσούτον βαθμόν η διάνοια του Ρωμύλου, όταν εκ σκέψεως μόνον και εκ προνοίας υπέρ των κοινών συμφερόντων ήλθεν εις έριν· τον Θησέα όμως παρέφερον κατά του υιού έρως και ζηλοτυπία, και διαβολαί γυναικός, κακά ταύτα άτινα ολίγιστοι των ανθρώπων κατώρθωσαν να διαφύγωσι (273). Το δε μέγιστον, του μεν Ρωμύλου ο θυμός εξώκειλεν εις έργον, εις πράξιν μάλιστα ής ατυχές ήτον το τέλος· η δ' οργή του Θησέως προυχώρησε μόνον μέχρι λόγου και βλασφημίας και κατάρας γεροντικής, ή δ' άλλη συμφορά φαίνεται ότι εκ τύχης επήλθεν εις τον νεανίαν. Ώστε, κατά τούτο, υπέρ του Θησέως πρέπει να είναι η ψήφος.

Δ. Του άλλου όμως πρώτον μεν μέγα υπάρχει ότι εκ μικροτάτων έλαβε την αρχήν εις της πολιτείας τα πράγματα· διότι οι δύω παίδες, δούλοι ονομαζόμενοι και χοιροβοσκών υιοί, πριν ή γίνωσιν ελεύθεροι, ηλευθέρωσαν αυτοί πάντας σχεδόν τους Λατίνους, διά μιας αξιωθέντες να ονομασθώσι διά των ωραιοτάτων ονομάτων, φονείς των εχθρών, και σωτήρες των οικείων, και βασιλείς εθνών, και οικισταί πόλεων, ουχί μετοικισταί, οποίος ήτον ο Θησεύς, όστις εκ πολλών κατοικητηρίων εσύνθετε και συναπετέλει έν, πολλάς πόλεις αφήνων ερήμους, βασιλέων επωνύμους και παλαιών ηρώων. Ο δε Ρωμύλος ύστερον έπραττε ταύτα, αναγκάζων τους εχθρούς να κρημνίζωσι και αφανίζωσι τα ίδια εαυτών χωρία, και να συνοικώσι μετά των νικητών αλλά κατ' αρχάς δεν μετέθετεν ούτε ηύξανε πόλιν υπάρχουσαν, αλλ' εθεμελίου μη υπάρχουσαν, και περιποιών εις εαυτόν συγχρόνως πατρίδα, βασιλείαν, γένη, γάμους, φιλίας, ουδένα μεν εφόνευεν ή κατέστρεφεν, ευηργέτει δε τους αοίκους και ανεστίους, όσοι ήθελον να γίνωσι πολίται και ν' αποτελέσωσι δήμον. Ληστάς δε και κακούργους δεν απέκτεινεν, αλλ' εκέρδισεν έθνη διά του πολέμου, και πόλεις κατέστρεψε, και κατά βασιλέων εθριάμβευσε και κατά στρατηγών.

Ε. Και ο μεν του Ρώμου φόνος αμφισβητείται υπό τινος επράχθη, και το πλείστον μέρος της κατηγορίας εις άλλους αποδίδεται· έσωσε δ' ο Ρωμύλος προφανέστατα την μητέρα του κινδυνεύουσαν, και τον πάππον του, εις άτιμον και άδοξον δουλείαν περιπεσόντα, εκάθισεν εις του Αινείου τον θρόνον, και πολλά μεν τον ωφέλησεν αυτοπροαιρέτως, δεν τον έβλαψε δε κατ' ουδέν ουδ' ακουσίως. Η δε του Θησέως λήθη και αμέλεια της περί του ιστίου εντολής μόλις νομίζω διά πολλής μακροθυμίας και υπό ηπιωτάτων δικαστών δύναται ν' απαλλαγή του χαρακτήρος της πατροκτονίας. Τούτο εννοήσας Αττικός τις συγγραφεύς, ότι δυσχερεστάτη είναι η επί τούτου απολογία, πλάττει ότι ο Αιγεύς, ενώ έφθανε το πλοίον, τρέχων ν' αναβή εις την Ακρόπολιν διά να το ιδή, παρεπάτησε και έπεσεν, ως να μη είχεν οπαδόν κανένα, ή να μη τον παρηκολούθουν θεράποντες εν ώ έσπευδε προς την οδόν της θαλάσσης.

ΣΤ'. Τα δ' εγκλήματα ως προς τας αρπαγάς γυναικών εκ μέρους του Θησέως δεν είχον ευσχήμονα πρόφασιν· πρώτον μεν διότι πολλάκις συνέβησαν, και ήρπασε την Αριάδνην, και την Αντιόπην, και την Τροιζηνίαν Αναξώ, και μετά τας άλλας την Ελένην, παρακμάσας αυτός πριν εκείνη φθάση έτι εις ακμήν, νηπίαν και άωρον, εν ώ εκείνος ήτον εις ώραν και των νομίμων γάμων να παύση. Έπειτα δε διά τας αιτίας δι' άς τας έπραξε· διότι αι θυγατέρες των Τροιζηνίων και των Λακώνων και των Αμαζόνων, μη λαμβανόμεναι εις νόμιμον γάμον, δεν ήσαν βεβαίως μάλλον καλλίπαιδες παρά τας εν Αθήναις κόρας των Ερεχθειδών και των Κεκροπιδών. Αλλά αυτά μεν δίδουσιν υποψίαν ότι επράχθησαν δι' ύβριν και ηδονήν. Ο δε Ρωμύλος, πρώτον με αρπάσας οκτακοσίας περίπου κόρας, δεν τας έλαβεν όλας δι' εαυτόν, αλλά μόνον μίαν, ως λέγουσι, την _Ερσιλίαν_, τας δ' άλλας διένειμεν εις τους πρωτίστους των πολιτών. Έπειτα δε, διά της τιμής, της αγάπης και της δικαιοσύνης μεθ' ής προσεφέρθη μετά ταύτα προς τας γυναίκας, απέδειξε την βίαν και την αδικίαν εκείνην έργον κάλλιστον και πολιτικώτατον εις την κοινωνίαν. Ούτω συνέμιξε και συνεχώνευσε τα γένη προς άλληλα, και κατέστησε την πράξιν ταύτην πηγήν της μετέπειτα ομονοίας, και της δυνάμεως εν τη πολιτεία· ο έκτοτε δε καιρός μαρτυρεί περί της αιδούς, της φιλίας και της ασφαλείας ήν περιήψεν εις τους γάμους· διότι εις διάστημα διακοσίων τριάκοντα ετών ούτε ανήρ ετόλμησε να διαζευχθή την γυναίκα του, ούτε γυνή τον άνδρα της. Αλλά, καθώς παρά τοις Έλλησιν οι σφόδρα ειδήμονες δύνανται να ονομάσωσι τον πρώτον πατροκτόνον ή μητροφόνον, ούτως ηξεύρουσιν όλοι οι Ρωμαίοι ότι πρώτος ο Καρβίλιος Σπούριος (274) εχώρισε την γυναίκα του, προσάψας εις αυτήν ότι ήτον στείρα. Εις δε την διάρκειαν του καιρού τούτου προσθέτουσι την μαρτυρίαν των και τα έργα, διότι εξ αιτίας της επιγαμίας εκείνης οι βασιλείς έλαβον από κοινού την αρχήν, και αι γενεαί αυτών μετέσχον της πολιτείας· οι δε γάμοι του Θησέως ουδέν μεν εις ουδένα επέφερον συμβόλαιον φιλίας ή σχέσεως, αλλά μόνον έχθρας και πολέμους και πολιτών φόνους, και τέλος των Αφιδνών την άλωσιν, ών οι πολίται μόλις εξ οίκτου των πολεμίων, αφ' ού προσεκύνησαν αυτούς, και τους ανηγόρευσαν Θεούς (275), δεν έπαθον ό,τι είχον πάθει οι Τρώες εξ αιτίας του Αλεξάνδρου (276). Η δε μήτηρ του Θησέως δεν εκινδύνευσε μόνον να πάθη, αλλ' έπαθε τα της Εκάβης, διότι την εγκατέλειψε και την παρέβλεψεν ο υιός της· εκτός αν δεν είναι πλάσματα τα περί της αιχμαλωσίας αυτής, ως έπρεπε να είναι ψεύδη και ταύτα και τα πλείστα των άλλων. Και όσα ακόμη περί των Θεών λέγονται ως προς αυτούς, μεγάλην καθιστώσι την μεταξύ των διαφοράν διότι τον Ρωμύλον έσωσαν οι θεοί μετά πολλής ευμενείας· ο δ' εις τον Αιγέα δοθείς χρησμός, να μη νυμφευθή εις γην ξένην, φαίνεται δηλών ότι παρά την γνώμην των Θεών έγινε του Θησέως η γέννησις.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ Α. Περί του Λυκούργου του νομοθέτου ουδέν εν γένει δύναται να ρηθή αναμφισβήτητον, καθ' όσον και το γένος, και η αποδημία, και ο θάνατος αυτού, και προσέτι τα περί των νόμων και του πολιτεύματος αυτού διαφόρως ιστορούνται. Διότι άλλοι μεν λέγουσιν ότι ήκμασε συγχρόνως μετά του Ιφίτου (277), και μετ' αυτού ότι διέταξε την Ολυμπιακήν ανακωχήν (278). Εκ τούτων είναι και ο φιλόσοφος Αριστοτέλης, ως απόδειξιν προτείνων τον εν Ολυμπία δίσκον (279), εφ' ού σώζεται επιγεγραμμένον και του Λυκούργου τ' όνομα. Οι δ' υπολογίζοντες τους καιρούς εκ των διαδοχών των βασιλέων της Σπάρτης, ως είναι ο Ερατοσθένης (280) και ο Απολλόδωρος (281), λέγουσιν αυτόν ικανά έτη προγενέστερον της πρώτης Ολυμπιάδος (282). Ο δε Τίμαιος (283) υποπτεύει ότι δύο Λυκούργοι υπήρξαν εις την Σπάρτην κατά διαφόρους καιρούς, και ότι και των δύο αι πράξεις απεδόθησαν εις ένα, διά την δόξαν αυτού· ότι δ' ο πρεσβύτερος έζη ουχί μακράν των καιρών του Ομήρου (284), κατά τινας δ' ότι και είδε τον Όμηρον. Και ο Ξενοφών (285) δε δίδει περί της αρχαιότητός του υπόνοιαν, λέγων ότι έζη επί των Ηρακλειδών. Και Ηρακλείδαι μεν ήσαν βεβαίως και οι έσχατοι των βασιλέων της Σπάρτης, εκείνος όμως φαίνεται θέλων Ηρακλείδας να ονομάζη μόνον τους πρώτους εκείνους και εις τον Ηρακλέα πλησιεστάτους. Αλλ' όσον και αν πλανάται ούτως η ιστορία, θα προσπαθήσωμεν να διηγηθώμεν περί του ανδρός, ακολουθούντες εξ όσων εγράφησαν τα έχοντα τας ολιγωτέρας αντιλογίας ή τους αξιοπιστοτέρους μάρτυρας.

Β. Ο Σιμωνίδης τω όντι ο ποιητής (286) λέγει ότι ο Λυκούργος είχε πατέρα ουχί τον Εύνομον, αλλά τον Πρύτανιν· και τον Λυκούργον δε και τον Εύνομον γενεαλογούσιν οι περισσότεροι ουχί κατά τούτον τον τρόπον, αλλά λέγουσιν ότι του Πατροκλέους, υιού του Αριστοδήμου (287) υιός ήτον ο Σόος, του δε Σόου ο Ευρυτίων, τούτου ο Πρύτανις, και τούτου πάλιν ο Εύνομος· του δ' Ευνόμου ο Πολυδέκτης μεν εκ πρώτης γυναικός, νεώτερος δ' ο Λυκούργος εκ της Διωνάσσης. Ως δε διηγείται ο Διευτυχίδας (288), ήτον έκτος μεν από του Πατροκλέους, ενδέκατος δε από του Ηρακλέους. Μεταξύ δε των προγόνων αυτού εθαυμάσθη προ πάντων ο Σόος, διότι κατά τους χρόνους αυτού υπεδούλωσαν οι Σπαρτιάται τους Είλωτας (289), και χώραν απέκτησαν πολλήν, αποκόψαντες αυτήν από των Αρκάδων. Λέγεται δ' ότι ο Σόος, πολιορκούμενος υπό των Κλειτορίων (290) εις τόπον δύσκολον και άνυδρον, εσυμφώνησε να τοις αφήση την γην όσην είχε κατακτήσει, αν τον άφηνον να πίη και αυτός και όλοι οι μετ' αυτού εκ της πλησίον πηγής· αφ' ού δ' έγιναν οι όρκοι και αι συνθήκαι, ότι συναθροίσας τους οπαδούς του, έδωκε την βασιλείαν εις εκείνον όστις δεν ήθελε πίει. Ουδείς όμως αντέσχεν, αλλ' όλοι έπιον και τότε καταβάς αυτός τελευταίος, ερραντίσθη μόνον, εν ώ έτι οι εχθροί ήσαν παρόντες, και ανεχώρησεν. Εκράτησε δε την χώραν, επί λόγω ότι όλοι δεν έπιον. Αλλ' ει και τον εθαύμασαν διά ταύτα, την γενεάν του όμως δεν ωνόμασαν απ' αυτού, αλλ' από των υιών του Ευρυτιωνίδας· διότι πρώτος ο Ευρυτίων φαίνεται μετριάσας της βασιλείας την υπέρ το δέον μοναρχικήν εξάσκησιν, όπως κολακεύση και ευχαριστήση το πλήθος. Εξ αιτίας δε των τοιούτων παραχωρήσεων το πλήθος εγίνετο θρασύτερον, οι δε μετά ταύτα βασιλείς, άλλοι μεν εμισούντο, διότι μετεχειρίζοντο βίαν, άλλοι δ' εξουθενούντο δι' ασθένειαν, ή διότι επροσπάθουν ν' αρέσωσιν εις τον όχλον, και ούτως επί πολύν καιρόν κατέλαβεν ανομία και αταξία την Σπάρτην. Ταύτης θύμα απέθανε και ο πατήρ του Λυκούργου, όστις εβασίλευε τότε· διότι, προσπαθών να χωρίση τινάς ελθόντας εις χείρας, εκτυπήθη υπό μαγειρικής μαχαίρας και ετελεύτησεν, αφήσας την βασιλείαν εις Πολυδέκτην τον πρωτότοκόν του υιόν.

Γ. Αφ' ού δε και αυτός μετ' ολίγον απέθανεν, έπρεπεν, ως πάντες νομίζουσι, να βασιλεύση ο Λυκούργος, και εβασίλευε τω όντι πριν ή φανή ότι ήτον έγγυος του αδελφού του η γυνή. Άμα δ' έμαθε τούτο, εκήρυξε μεν ότι η Βασιλεία ήτον του παιδίου, αν εγεννάτο αρσενικόν, εξηκολούθησε δ' αυτός διευθύνων την κυβέρνησιν ως επίτροπος. Ονομάζουσι δ' οι Λακεδαιμόνιοι τους επιτρόπους των αυτόν η γυνή κρυφίως, και τον εμήνυσεν ότι θέλει να φονεύση το βρέφος και να νυμφευθή εκείνον, γινόμενον Βασιλέα της Σπάρτης.

Αυτός δε, το μεν ήθος αυτής εμίσησε, δεν απέκρουσεν όμως τον λόγον αυτής, αλλά προσποιούμενος ότι τον δέχεται και τον επαινεί, τη είπεν ότι δεν πρέπει διά φαρμάκων ν' αποβάλη και να βλάψη το σώμα της και να κινδυνεύση· διότι αυτός ήθελε φροντίση, άμα γεννηθή το παιδίον, να το κάμη άφαντον. Ούτως εξαπατών την γυναίκα μέχρι του τοκετού, ως εννόησεν ότι έφθασεν η ώρα, έστειλεν ανθρώπους να παραμείνωσιν εις την γένναν και να φυλάττωσι, διατάξας αυτοίς, αν μεν γεννηθή θήλυ, να το παραδώσωσιν εις τας γυναίκας, αν δε άρρεν να το φέρωσι προς αυτόν, ό,τι δήποτε καν τύχη πράττον. Έτυχε δε να δειπνή αυτός μετά των αρχόντων, όταν εγεννήθη άρρεν, και ελθόντες οι υπηρέται τω έφεραν το παιδάριον. Αυτός δε το εδέχθη, ως λέγεται, και είπε προς τους παρόντας· «Βασιλεύς μας εγεννήθη, ω Σπαρτιάται»· καταθέσας δ' αυτό εις βασιλικήν έδραν, το ωνόμασε Χαρίλαον, διότι όλοι ήσαν περιχαρείς, ευαρεστηθέντες προς το φρόνημα και την δικαιοσύνην αυτού. Εβασίλευσε δ' εν όλοις μήνας οκτώ και κατά τον λοιπόν χρόνον ετιμάτο υπό των πολιτών, και παρά τους πειθομένους εις αυτόν διότι ήτον Βασιλέως επίτροπος και είχεν εξουσίαν, περισσότεροι ήσαν οι διά την αρετήν του εις αυτόν προσηλούμενοι, και έτοιμοι να πράξωσι προθύμως ό,τι τοις διέταττεν. Υπήρχε δε και μερίς ήτις τον εφθόνει, και επροσπάθει, όταν ήτον νέος, να εμποδίση την πρόοδόν του, μάλιστα μεν οι συγγενείς και οικείοι της μητρός του Βασιλέως, ήτις εφρόνει ότι εξυβρίσθη· και ο αδελφός δ' αυτής Λεωνίδας μετά θρασύτητος πολλής υβρίσας ποτέ τον Λυκούργον, «ηξεύρω, προσέθηκεν επιτηδείως, ότι μέλλεις ποτέ να βασιλεύσης», υπόνοιαν διά τούτου δίδων, και προκαταλαμβάνων διά διαβολής τον Λυκούργον, αν ήθελε συμβή να πάθη τι ο Βασιλεύς, ότι αυτός τον επεβουλεύθη. Τοιούτοι δέ τινες λόγοι διεδίδοντο και υπό της γυναικός. Διά ταύτα λυπούμενος, και το άδηλον φοβηθείς, απεφάσισε ν' αποδημήση διά ν' αποφύγη τας υποψίας, και να πλανηθή, έως ότου ο ανεψιός του ελθών εις ηλικίαν, αποκτήση τέκνον, του θρόνου διάδοχον.

Δ. Ούτως αναχωρήσας, πρώτον μεν έφθασεν εις Κρήτην και σπουδάσας τα επικρατούντα εκεί πολιτεύματα, και συναναστραφείς μετά των πρώτων και ενδοξοτέρων ανδρών, άλλους μεν των νόμων εζήλωσε και παρέλαβε, φρονών ότι δύναται να μεταφέρη και καταστήση χρησίμους αυτούς εις την πατρίδα του, τινάς δε κατεφρόνησεν. Ένα δε των νομιζομένων εκεί σοφών και πολιτικών, τον Θάλητα, πείσας οία παρακλήσεων και διά φιλίας, τον έστειλεν εις την Σπάρτην. Εφαίνετο δ' ούτος ποιητής λυρικών μελών, και την τέχνην ταύτην είχεν ως πρόσχημα· αληθώς όμως έπραττεν ό,τι οι άριστοι των νομοθετών διότι αι ωδαί αυτού ήσαν λόγοι διά μελωδίας και διά ρυθμών εις ευπείθειαν προτρέποντες και ομόνοιαν, και πολύ συντελούντες εις την κοσμιότητα, και την αποκατάστασιν των πραγμάτων· τούτων δ' ακροώμενοι οι λαοί, κατεπραΰνοντο βαθμηδόν ως προς τα ήθη, και συνήθιζον εις των καλών τον ζήλον, εγκαταλείποντες τα πάθη υφ' ών διηρούντο· ώστε εκείνος ηνέωξε τρόπον τινα εις τον Λυκούργον την οδόν της των Λακεδαιμονίων παιδεύσεως. Από δε της Κρήτης ο Λυκούργος έπλευσεν εις την Ασίαν, θέλων, ως λέγεται, προς την δίαιταν των Κρητών, ήτις είναι αυστηρά και ευτελής, να παραβάλη την πολυτέλειαν και τρυφήν των Ιώνων, καθώς ιατρός συγκρίνει προς υγιή σώματα τα κακόχυμα και νοσώδη, και να μελετήση την διαφοράν των βίων και των πολιτειών. Εκεί δε, ως φαίνεται, απαντήσας κατά πρώτον τα ποιήματα του Ομήρου, διατηρούμενα εις τους απογόνους του Κρεωφύλου (292), και ιδών εις αυτά μετά των τερπνών μερών, των ηδονάς περιγραφόντων και ακρασίας, πολλά αναμεμιγμένα πολιτικά και ηθολογικά, μεγάλης σπουδής άξια, αντέγραψεν αυτά προθύμως, και τα συνέλεξε διά να τα φέρη ενταύθα. Διότι υπήρχεν ήδη αμυδρά τις φήμη των επών τούτων εις την Ελλάδα, και ολίγοι τινές είχον και μέρη τινα εξ αυτών σποράδην, ως έτυχεν η ποίησις να κατακερματισθή. Κυρίως όμως γνωστήν κατέστησεν αυτήν πρώτος ο Λυκούργος. Οι Αιγύπτιοι δε νομίζουσιν ότι και προς αυτούς ήλθεν ο Λυκούργος, και ότι θαυμάσας προ πάντων την παρ' αυτοίς διάκρισιν του μαχίμου γένους (293) από των άλλων, μετέφερεν αυτήν εις την Σπάρτην, και ότι χωρίσας τους βαναύσους και χειροτέχνας, κατέστησε το πολίτευμα αστυκόν τω όντι και καθαρόν. Ταύτα δε μετά των Αιγυπτίων μαρτυρούσι και Έλληνές τινες συγγραφείς. Ότι δε περιήλθε και την Λιβύην και την Ιβηρίαν ο Λυκούργος, και ότι πλανηθείς περί την Ινδικήν συνεναστράφη μετά των Γυμνοσοφιστών (294), ουδείς ηξεύρομεν άλλος να το είπε, πλην του Σπαρτιάτου Αριστοκράτους, του υιού του Ιππάρχου (295).

Ε. Οι δε Λακεδαιμόνιοι επόθουν τον Λυκούργον απόντα, και τον εμήνυσαν πολλάκις να επιστρέψη, διότι οι Βασιλείς είχον όνομα και τιμήν, κατ' άλλο δ' ουδέν διέφερον του λαού, εν ώ εκείνος είχε φύσιν ηγεμονικήν και δύναμιν του να διευθύνη τους ανθρώπους. Ουδ' είς τους Βασιλείς δ' ήτον δυσάρεστος η παρουσία αυτού, διότι ήλπιζον ότι, αφ' ού αυτός ήρχετο, ολιγώτερον θα εθρασύνετο ο λαός. Επιστρέψας λοιπόν προς αυτούς, εν ώ ήσαν ούτω διατεθειμένοι, επεχείρησεν ευθύς να μεταβάλη τα πράγματα και να μεταρρυθμίση την πολιτείαν, σκεπτόμενος ότι οι κατά μέρος νόμοι εισί περιττοί και εις ουδέν ωφελούσι, καθώς εις σώμα καχεκτικόν, και γέμον παντοδαπών νοσημάτων, αν δι' ιατρικών και καθαρσίων καταβαλών τις και μετατρέψας την κράσιν, δεν αρχίση άλλην νέαν δίαιταν. Ταύτα δε διανοηθείς, πρώτον μεν απεδήμησεν εις Δελφούς, και ερωτήσας τον Θεόν και θυσιάσας, επέστρεψε, φέρων τον διαβόητον εκείνον χρησμόν (296), δι' ού η Πυθία τον ωνόμασε θεοφιλή, και Θεόν μάλλον ή άνθρωπον. Εζήτησε δε και ευνομίαν, και ο Θεός τω είπεν ότι συναινεί και τω δίδει νόμους δι' ών η πολιτεία του ν' αναδειχθή πασών αξιολογωτέρα.

Εκ τούτων ενθαρρυνθείς, προσήλθεν εις τους επισημοτέρους των πολιτών, και τους παρεκάλει να τον βοηθήσωσι, κατ' αρχάς μεν συνομιλών κρυφίως μετά των φίλων του, έπειτα δε κατ' ολίγον αποτεινόμενος εις περισσοτέρους, και πείθων αυτούς να συντελέσωσιν εις την πράξιν. Όταν δ' ο καιρός ήλθε, παρήγγειλε τριάκοντα τους πρώτους να μεταβώσιν ένοπλοι εις την αγοράν, διά να καταπλήξωσι και να φοβίσωσι τους εναντιουμένους. Τα ονόματα είκοσι τούτων, των γνωστοτέρων, εσημείωσεν ο Έρμιππος (297) εκείνον δ' όστις υπέρ πάντας τους άλλους συνέπραξε μάλιστα μετά του Λυκούργου και συνεπολιτεύθη, ονομάζουσιν Αρθμιάδαν. Ως δ' ήρχισεν η ταραχή, ο Βασιλεύς Χαρίλαος φοβηθείς ότι κατ' αυτού ήτον πάσα η συνωμοσία, κατέφυγεν εις την Χαλκίοικον (298)· έπειτα όμως καταπεισθείς, και όρκους λαβών, εξήλθε, και συνήργει εις τα γινόμενα, διότι ήτον εκ φύσεως πράος· ώστε λέγεται ότι ο συμβασιλεύς του Αρχέλαος είπε ποτέ προς τους εγκωμιάζοντας τον νεανίσκον «Πώς να μη είναι ο Χαρίλαος ανήρ αγαθός, αφ' ού κακός δεν είναι ουδέ προς τους κακούς;» Μεταξύ δε των πολλών όσα ενεωτέρισε τότε ο Λυκούργος, πρώτον και μέγιστον ήτον η διάταξις των Γερόντων, ήτις, λέγει ο Πλάτων, αναμιγείσα εις την αρχήν των Βασιλέων επαρθείσαν εις όγκον, και ισόψηφος μετ' αυτής γενομένη εις τα μέγιστα πράγματα, έφερε σωτηρίαν εις την πόλιν και σωφροσύνην. Διότι μετέωρος ούσα η πολιτεία, και αποκλίνουσα άλλοτε μεν προς τους Βασιλείς εις τυραννίαν, άλλοτε δε προς το πλήθος εις δημοκρατίαν, εγκαταστήσασα δε μεταξύ των δύο ταύτην την αρχήν των Γερόντων ως έρμα, και ισορρροπίαν εισαγαγούσα, κατώρθωσεν ασφαλή την τάξιν και την αποκατάστασιν· διότι πάντοτε οι εικοσιοκτώ Γέροντες συνέπραττον μεν μετά των Βασιλέων όσον έπρεπε διά να προλάβωσι την δημοκρατίαν, υπεστήριζαν δ' αφ' ετέρου τον δήμον ώστε να μη υποπέση εις τυραννίαν. Λέγει δ' ο Αριστοτέλης ότι έγιναν τοσούτοι τον αριθμόν οι Γέροντες, διότι ήσαν τριάκοντα οι πρώτοι μετά του Λυκούργου συμπράξαντες, αλλά δύο παρητήθησαν δειλιάσαντες. Ο δε Σφαίρος (299) λέγει ότι εξ αρχής τόσοι ήσαν οι συμμερισθέντες της γνώμης του. Ίσως δε συνετέλεσε κατά τι και ο αριθμός, διότι αποτελείται εξ επτάδος πολλαπλασιασθείσης διά τετράδος, και εις τα μέρη του ων ίσος μετά την εξάδα, είναι τέλειος (300). Εις εμέ όμως φαίνεται ότι κατέστησε τοσούτους τους Γέροντας, διά να είναι όλοι τριάκοντα, διά της προσθήκης και των δύο Βασιλέων εις τους εικοσιοκτώ.

ΣΤ'. Τόσον δε σπουδαίαν εθεώρησε την αρχήν ταύτην ο Λυκούργος, ώστε και μαντείαν έφερε περί αυτής εκ Δελφών, ήτις λέγεται ρήτρα. Έχει δ' ούτω (301). «Διός Ελλανίου και Αθηνάς Ελλανίας ιερόν ανεγείρας, Φυλάς φυλάσας, και Ωβάς ωβάσας, τριάκοντα, την Γερουσίαν και Αρχηγέτας καταστήσας, από καιρού εις καιρόν ν' απελλάζης μεταξύ Βαβύκας και Κνακίωνος, και ούτω να εισάγης και διεκπεραιής. Ο δε δήμος να έχη συνέδριον και εξουσίαν». Εκ είναι να διαιρέση το πλήθος εις μερίδας, ών τας μεν ωνόμασε φυλάς, τας δε ωβάς (302). Αρχηγέται δε λέγονται οι βασιλείς· αιτίαν της πολιτείας ανέφερεν εις τον Πύθιον Απόλλωνα (303), την δε Βαβύκαν και τον Κνακίωνα καλούσιν Οινούντα σήμερον (304)· ο δ' Αριστοτέλης λέγει ποταμόν μεν τον Κνακίωνα, γέφυραν δε την Βαβύκαν. Εν μέσω δ' αυτών συνήρχοντο εις εκκλησίαν, χωρίς να έχωσιν ούτε αιθούσας ούτε άλλην τινά κατασκευήν διότι εφρόνει ότι ταύτα κατ' ουδέν συντελούσιν εις των σκέψεων την ορθότητα, εξ εναντίας μάλιστα και βλάπτουσι, καθιστώντα χαύνους και ματαιόφρονας των συνερχομένων τας διανοίας, όταν, εκκλησιάζοντες, έχωσι προ οφθαλμών αγάλματα και ζωγραφίας, ή θεάτρων προσκήνια, ή στέγας βουλευτηρίων εντέχνως κεκοσμημένας. Όταν δε το πλήθος συνήρχετο, εις ουδένα μεν άλλον επέτρεπε να προτείνη γνώμην, ο δε δήμος είχε μόνον την άδειαν να επικρίνη την προβληθείσαν υπό των γερόντων και των βασιλέων.

Μεταγενεστέρως δε, επειδή το πλήθος διέστρεφε και παρεβίαζε τας προτάσεις δι' αφαιρέσεων και διά προσθηκών, οι βασιλείς Πολύδωρος και Θεόπομπος (305) ταύτα προσέθηκαν εις την ρήτραν· «Αν δε σκολιάν ο δήμος εκλέξη, οι πρεσβύτεροι και οι αρχηγέται να είναι αποστατήρες (306)», τουτέστι να μη κυρώσι την απόφασιν, αλλά ν' απέχωσι, και να διαλύωσι την εκκλησίαν του δήμου, ως παραμορφούσαν και μεταβάλλουσαν την πρότασιν παρά το συμφέρον. Έπεισαν δε και αυτοί την πόλιν ότι ο Θεός προστάσσει ταύτα, ως αναφέρει και ο Τυρταίος (307) διά των εξής· «Εκ του Πυθώνος, τον Φοίβον ακούσαντες, ήλθον εις Σπάρτην φέροντες θείους χρησμούς, μάντευμ' αυτή ασφαλές.

Οι βασιλείς, ούς τιμώσ' οι Θεοί, να βουλεύωνται πρώτοι, ότ' η θερμώς ποθεινή Σπάρτ' είναι μέλημ' αυτών.

Έπειτα δε οι πρεσβύται, οι γέροντες, είτα ο δήμος εις του Θεού τους ρητούς τούτους χρησμούς πειθαρχών».

Ζ. Ούτως έμιξε το πολίτευμα ο Λυκούργος· και όμως οι μετ' αυτόν, βλέποντες την ολιγαρχίαν ασυγκέραστον έτι και ισχυράν, και σφοδράν και τετυφωμένην, ως λέγει ο Πλάτων (308), προσέθηκαν εις αυτήν ως χαλινόν την δύναμιν των εφόρων, εκατόν τριάκοντα έτη περίπου μετά τον Λυκούργον, διότι πρώτοι έφοροι κατεστάθησαν οι μετά του Ελάτου, επί του βασιλέως Θεοπόμπου.

Περί τούτου λέγεται ότι, επιπληττόμενος υπό της γυναικός του, διότι έμελλε να παραδώση εις τα τέκνα του την βασιλείαν μικροτέραν αφ' ό,τι την παρέλαβε, «μεγαλητέραν, εξ εναντίας, είπε, διότι την παραδίδω διαρκεστέραν». Και τω όντι, στερηθείσα της υπερβαλλούσης δυνάμεως, μετά του φθόνου διέφυγε και τον κίνδυνον^ ώστε δεν εφοβείτο να πάθη ό,τι οι Μεσσήνιοι και οι Αργείοι έπραξαν προς τους βασιλείς των, μη θελήσαντας κατ' ουδέν να ενδώσωσι, και να μετριάσωσι την εξουσίαν επί το δημοτικώτερον. Τούτο προ πάντων έδειξε την σοφίαν και την πρόνοιαν του Λυκούργου εις τους όσοι απέβλεπον προς τας αναστατώσεις των βασιλέων και δήμων και την κακοπολιτείαν των Μεσσηνίων και των Αργείων, οίτινες ήσαν συγγενείς και γείτονες των Σπαρτιατών (309)· διότι, εν ώ κατ' αρχάς είχον ίσον μετ' εκείνων μερίδιον, και κατά την κλήρωσιν των γαιών φαίνεται μάλιστα ότι και απήλαυσαν περισσότερα, δεν έμεινον όμως ευδαιμονούντες επί πολύ, αλλά, συνταράξαντες τα καθεστώτα διά της αυθαιρεσίας των βασιλέων και διά της απειθείας των όχλων, έδειξαν ότι τω όντι θείον ευτύχημα ήτον διά τους Σπαρτιάτας ο νομοθέτης όστις συνηργολόμησεν εύκρατον την πολιτείαν αυτών.

Αλλά ταύτα κατεδείχθησαν ύστερον.

Β. Δεύτερον δε πολιτικόν μέτρον του Λυκούργου, και τολμηρότατον είναι της γης η διανομή. Διότι μεγάλη υπήρχεν ανωμαλία, και πολλοί άποροι και ακτήμονες επλήρουν την πόλιν, και ο πλούτος είχεν εις ολιγίστους συρρεύσει. Τούτου ένεκεν ο Λυκούργος εξεδίωξε την υπερηφάνειαν και τον φθόνον και την κακουργίαν και την τρυφήν, και τα τούτων προγενέστερα και μεγαλήτερα της πολιτείας νοσήματα, τον πλούτον και την πενίαν, και έπεισε τους πολίτας να βάλωσιν εις την μέσην όλην την γην, και να την διανείμωσιν εξ αρχής, και να ζώσιν όλοι ισοτίμους έχοντες και ισομεγέθεις τας περιουσίας, και εις μόνην την αρετήν ν' απονέμωσι το πρωτείον, φρονούντες ότι άλλη μεταξύ των ανθρώπων δεν υπάρχει διαφορά ουδ' άλλη ανισότης, πλην εκείνης ην αποτελεί η κατηγορία των κακών πράξεων και ο έπαινος των καλών.

Το έργον δ' επιφέρων μετά τον λόγον, διένειμε την μεν άλλην λακωνικήν γην εις τους παροίκους, εις τριάκοντα χιλιάδας μερίδας ή κλήρους διαιρέσας αυτήν, την δ' ανήκουσαν εις αυτήν την πόλιν της Σπάρτης διήρεσεν εις εννέα χιλιάδας, διότι τοσαύται ήσαν αι μερίδες των Σπαρτιατών. Τινές δε λέγουσιν ότι ο μεν Λυκούργος προσδιώρισεν έξ χιλιάδας, τρεις δε χιλιάδας ότι προσέθηκεν έπειτα ο Πολύδωρος (310) και άλλοι πάλιν ότι ούτος προσδιώρισε τας ημισείας των εννεακισχιλίων, τας δ' άλλας ημισείας ο Λυκούργος. Ήτον δε τοσαύτη η μερίς εκάστου, ώστε να φέρη εισόδημα εις μεν τον άνδρα εβδομήκοντα μεδίμνους (311) κριθών, εις δε την γυναίκα δώδεκα, και αναλόγους ποσότητας των υγρών προϊόντων διότι ενόμιζεν ότι τοσαύτη τροφή ήρκει εις αυτούς διά να τοις δώση υγείαν και ευεξίαν, χωρίς να έχωσιν ανάγκην άλλου τινός. Λέγεται δ' ότι μετά πολύν καιρόν, επιστρέψας εξ αποδημίας, και ιδών την χώραν θερισμένην, και τους σωρούς παραλλήλους και ίσους μεταξύ των, εμειδίασε και είπε προς τους παρισταμένους ότι η Λακωνική όλη φαίνεται ως χώρα αδελφών νεωστί μοιρασθείσα.

Θ. Επιχειρήσας δε να διαιρέση και τα έπιπλα, ώστε να εκλείψη πάσα ανισότης και ανωμαλία, και βλέπων ότι πολλοί μετά δυσαρεσκείας εδέχοντο την καθ' αυτό αφαίρεσιν, ηκολούθησεν άλλην οδόν, και επιτηδείως πολιτευθείς, επολέμησε την πλεονεξίαν των. Και πρώτον μεν ηχύρωσε παν νόμισμα χρυσούν και αργυρούν, και διέταξε να μεταχειρίζωνται τον σίδηρον μόνον· έδωκε δε και εις αυτόν ολίγην αξίαν εις πολύ βάρος και πολύν όγκον, ώστε δέκα μνων (312) αμοιβή εχρειάζετο και αποθήκην μεγάλην εις την οικίαν, και ζεύγος ίππων διά να την σύρει. Άμα δε διεδόθη τούτο, πολλά γένη αδικημάτων εξέλειπαν εκ της Λακεδαίμονος· διότι τις ήθελεν ή κλέψει, ή ως δωροδοκίαν δεχθή, ή αφαιρέσει, ή αρπάσει ό,τι ούτε να κρύψη ήτον δυνατόν, ούτε να έχη, αξιοζήλευτον, ούτε να κατακόψη, ωφέλιμον; διότι, ως λέγεται, σβύνων δι' οξυδίου την ακμήν του σιδήρου, εν ώ ήτον πεπυρωμένος, αφήρει την εις παν άλλο χρησιμότητα και δύναμιν αυτού, και τον καθίστα δυσμεταχείριστον και δυσκατέργαστον.

Μετά δε τούτο απεδίωξε τας τέχνας τας περιττάς και αχρήστους.

Αλλά και κανείς αν δεν τας απεδίωκεν, αι πλείσται θα ηφανίζοντο μετά του κοινού νομίσματος, όταν τα προϊόντα αυτών δεν θα είχον πώλησιν διότι το σιδηρούν νόμισμα δεν εδέχοντο οι άλλοι Έλληνες, ουδ' είχε τιμήν, και καταγελάτο· ώστε ουδ' ήτον δυνατόν εις τους Λακεδαιμονίους ν' αγοράζωσιν ό,τι δήποτε παρά ξένων παντοπωλών, ούτε φορτίον εμπορικόν εισέπλεεν εις τους λιμένας των, ουδ' ήρχετο εις την Λακωνικήν ούτε λόγων σοφιστής, ούτε μάντις αγυρτικός, ούτε τροφεύς εταιρών, ούτε χρυσών ή αργυρών κοσμημάτων τεχνίτης, διότι νόμισμα δεν υπήρχεν. Ούτω λοιπόν βαθμηδόν στερηθείσα η τρυφή των ζωογονούντων και τρεφόντων αυτήν, απεμαραίνετο μόνη της, και οι πολλά κτήματα έχοντες κατ' ουδέν ήσαν των άλλων ανώτεροι, διότι ο πλούτος δεν είχε πώς να φανή, και έμενε κατάκλειστος και αργός εντός της οικίας. Δι ό και τα πρόχειρα και αναγκαία σκεύη, οι κλιντήρες και αι καθέδραι και αι τράπεζαι, άριστα κατεσκευάζοντο παρ' αυτοίς, και το λακωνικόν ποτήριον, το λεγόμενον κώθων, ήτον ευχρηστότατον εις τας εκστρατείας, ως λέγει ο Κριτίας (313)· διότι τα ύδατα όσα πίνονται εξ ανάγκης, δυσαρεστούντα την όρασιν, εκρύπτοντο υπό το χρώμα αυτού, και τα κυρτά χείλη του ποτηρίου εμποδίζοντα το θολόν καταπάτιον, άφηνον το πινόμενον να φθάση καθαρώτερον εις το στόμα. Αίτιος δε και τούτων ήτον ο νομοθέτης· διότι οι τεχνίται, όντες απηλλαγμένοι των αχρήστων, εδείκνυον εις τ' αναγκαία την καλλιτεχνίαν των.

I. Θέλων δε να πολεμήση έτι περισσότερον την τρυφήν, και ν' αφαιρέση την επιθυμίαν του πλούτου, εισήγαγε και το τρίτον και κάλλιστον πολιτικόν μέτρον, την σύστασιν των συσσιτίων, διατάξας συνερχόμενοι να δειπνώσιν ομού, κοινά έχοντες και προσδιωρισμένα τα φαγητά, να μη τρώγωσι δ' εις τους οίκους των καθήμενοι εις πολυτελή στρώματα και τραπέζια· και από χειρών τεχνιτών και μαγείρων εις το σκότος ως αδηφάγα ζώα παχυνάμενοι, και διαφθείροντες τα ήθη των ενταυτώ και τα σώματα, παραδεδομένα εις πάσαν επιθυμίαν και πλησμονήν, και χρείαν έχοντα μακρών ύπνων, και θερμών λουτρών, και πολλής ησυχίας, και ούτως ειπείν καθημερινής νοσηλείας. Και ήτον μεν μέγα και τούτο, αλλ' έτι μεγαλήτερον ότι κατώρθωσεν ο πλούτος να μη είναι αφαιρετός, ή μάλλον να μη είναι ζηλευτός, ως λέγει ο Θεόφραστος, και να μη είναι πλούτος, τα δείπνα καταστήσας κοινά, και την δίαιταν ευτελή· διότι ουδέ χρήσις υπήρχεν ουδ'