τον Κάμιλλον αγνωμοσύνη, διότι έκτοτε εφοβούντο οι άρχοντες να διοικώσι μη χαριζόμενοι προς τον λαόν, μηδέ κολακεύοντες αυτόν.
Προχωρήσαντες λοιπόν εννενήκοντα στάδια μακράν της πόλεως (356), εστρατοπέδευσαν παρά τον Αλίαν ποταμόν (357), ου μακράν του μέρους όπου αυτός εχύνετο εις τον Θύμβριν (358).
Ενταύθα δ' εφάνησαν οι βάρβαροι, και οι Ρωμαίοι, αισχρώς πολεμήσαντες, διά την αταξίαν, ετράπησαν εις φυγήν. Και το μεν αριστερόν κέρας ευθύς ρίψαντες εις τον ποταμόν οι Κελτοί, το κατέστρεψαν, το δε δεξιόν, υποχωρήσαν εις την ορμήν εκ της πεδιάδος προς τους λόφους, ολιγωτέραν φθοράν υπέφερεν. Εκ τούτων δ' οι περισσότεροι κατέφυγον εις την πόλιν, οι δε λοιποί, όσοι εσώθησαν αφ' ού οι εχθροί απηύδησαν φονεύοντες, έφυγον διά νυκτός εις Βηίους, φρονούντες ότι η Ρώμη εκυριεύθη, και τα πάντα εκεί κατεστράφησαν.
ΙΘ. Έγινε δ' η μάχη περί τας θερινάς τροπάς, περί την πανσέληνον (359) κατά την αυτήν ημέραν καθ' ήν και άλλοτε είχε συμβή η μεγάλη συμφορά, η περί τους Φαβίους, όταν τριακόσιοι εκ του γένους αυτών εσφάγησαν υπό των Τυρρηνών. Επεκράτησε δε να ονομάζωσιν από της δευτέρας ήττης την ημέραν εκείνην μέχρι τούδε Αλιάδα, εξ αιτίας του ποταμού. Περί δ' αποφράδων ημερών, αν πρέπη να παραδεχώμεθα τοιαύτας τινάς, ή αν ορθώς ο Ηράκλειτος (360) επέπληξε τον Ησίοδον ότι έκαμε τας μεν καλάς ημέρας τας δε κακάς, ως αγνοών ότι όλων των ημερών η φύσις είναι η ιδία, τούτο το συζητούμεν αλλού (361). Επί δε του προκειμένου ίσως αρμόδιον είναι ν' αναφέρωμεν τινά παραδείγματα. Πρώτοι μεν οι Βοιωτοί επί του Ιπποδρομίου μηνός, ως δ' οι Αθηναίοι ονομάζουσιν αυτόν, του Εκατομβαιώνος (362), κατά την πέμπτην ημέραν αυτού, δύο έτυχε να κερδίσωσι νίκας ενδοξοτάτας, δι' ών ηλευθέρωσαν τους Έλληνας, την μεν περί τα Λεύκτρα (363), την δε άλλην εις Κερησσόν (364) υπέρ τα εκατόν έτη πρότερον, όταν ενίκησαν τον Λατταμύαν (365) και τους Θεσσαλούς. Δεύτερον δ' οι Πέρσαι κατά την έκτην του Βοηδρομιώνος (366) ηττήθησαν υπό των Ελλήνων εις τον Μαραθώνα, την τρίτην δ' εις τας Πλαταιάς και ενταυτώ και περί την Μυκάλην (367), την εικοστήν έκτην δ' εις τα Άρβηλα (368). Οι δ' Αθηναίοι ενίκησαν την κατά την Νάξον ναυμαχίαν υπό την στρατηγίαν του Χαβρίου (369) περί την πανσέληνον του Βοηδρομιώνος, την δ' εν Σαλαμίνι (370) περί την εικοστήν, ως απεδείξαμεν εις την περί ημερών (371) πραγματείαν ημών.
Επέφερε δε και ο Θαργηλιών (372) μην εις τους βαρβάρους προφανή δυστυχήματα. Διότι κατά Θαργηλιώνα ενίκησεν ο Αλέξανδρος τους στρατηγούς του Βασιλέως εις τον Γρανικόν (373), και οι Καρχιδόνιοι περί την Σικελίαν ενικήθησαν υπό του Τιμολέοντος (374) την εικοστήν τετάρτην του αυτού μηνός, περί ήν φαίνεται ότι εκυριεύθη και το Ίλιον, ως διηγούνται ο Έφορος, και ο Καλλισθένης, και ο Δαμαστής, και ο Φύλαρχος (375). Εκ του εναντίου δ' ο Μεταγειτνιών (376), όν οι Βοιωτοί ονομάζουσι Πάνεμον, δεν υπήρξεν ευμενής εις τους Έλληνας· διότι κατά την εβδόμην του μηνός τούτου και εις την εν Κρανώνι (377) μάχην υπό του Αντιπάτρου νικηθέντες εντελώς απωλέσθησαν, και πρότερον εν Χαιρωνεία, πολεμούντες κατά του Φιλίππου, απέτυχον (378).
Την δ' αυτήν εκείνην ημέραν του ιδίου έτους οι μετά του Αρχιδάμου (379) διαβάντες εις την Ιταλίαν, κατεστράφησαν υπό των εκεί βαρβάρων. Οι δε Καρχηδόνιοι προφυλάττονται πάντοτε από της εικοστής δευτέρας του αυτού μηνός, καθ' ό φερούσης εις αυτούς τα πλείστα και μέγιστα των δυστυχημάτων. Δεν μοι είναι δ' άγνωστον ότι περί τον καιρόν των μυστηρίων (380) πάλιν, αι Θήβαι κατεσκάφησαν υπό του Αλεξάνδρου (381), και μετά ταύτα οι Αθηναίοι φρουράν εδέχθησαν των Μακεδόνων (382) κατ' αυτήν την εικοστήν του Βοηδρομιώνος, καθ' ήν εξάγουσι τον μυστικόν Ίακχον (383). Ομοίως δε και οι Ρωμαίοι, την ιδίαν ημέραν, πρώτον μεν απώλεσαν το υπό τον Καιπίωνα στρατόπεδόν των (384), προσβληθέν υπό των Κίμβρων, ύστερον δε, όταν ο Λούκουλλος εστρατήγει, ενίκησαν τους Αρμενίους και τον Τιγράνην (385). Άτταλος δ' ο βασιλεύς (386), και Πομπήιος ο Μαγνος απέθανον κατά τας ημέρας των γενεθλίων των. Και, εν γένει πολλούς δυνάμεθα να καταδείξωμεν, εις ούς κατά τας αυτάς περιόδους συνέβησαν και αι ευτυχίαι και αι δυστυχίαι. Διά δε τους Ρωμαίους αύτη είναι μία των αποφράδων ημερών, και εξ αιτίας αυτής, καθ' έκαστον μήνα και άλλαι δύο (387), διότι ο φόβος και η δεισιδαιμονία ηύξησαν ως εκ του συμβάντος τούτου, καθώς συνήθως γίνεται. Αλλά ταύτα Κ. Μετά δε την μάχην εκείνην, αν οι Γαλάται είχον αμέσως ακολουθήσει τους φεύγοντας, ουδέν θα εμπόδιζε να καταστραφή η Ρώμη εξ ολοκλήρου, και όλοι οι εντός αυτής ευρεθέντες να φονευθώσι· τόσον οι φεύγοντες ενέπνεον φόβον εις εκείνους προς ούς έφευγον, και τόσης οι ίδιοι ήσαν πλήρεις ταραχής και παραφροσύνης. Αλλά δυσπιστούντες οι βάρβαροι προς της νίκης το μέγεθος, και υπό χαράς τραπέντες εις συμπόσια, και εις το να μοιράζωνται του στρατοπέδου τα λάφυρα, αφήκαν εις τον όχλον τον εξερχόμενον της πόλεως, καιρόν όπως διαφύγη, εις δε τους μένοντας αφορμήν να ελπίζωσι, και ευκαιρίαν να παρασκευασθώσι.
Τότε οι Ρωμαίοι, αφήσαντες την άλλην πόλιν, έφραξαν το Καπιτώλιον διά τειχισμάτων, και το επλήρωσαν όπλων. Και εν πρώτοις μέν τινα των ιερών εκόμισαν εις το Καπιτώλιον· το δε πυρ της εστίας αρπάσασαι αι παρθένοι μετά των ιερών, έφυγον αν και τινές διηγούνται ότι το φρουρούμενον υπ' αυτών τίποτε άλλο δεν είναι εκτός ασβέστου πυρός, ό διέταξε να σέβωνται ο βασιλεύς Νουμάς, ως πάντων των πραγμάτων αρχήν. Διότι το πυρ είναι στοιχείον κινητικώτατον εν τη φύσει· είναι δ' η γένεσις κίνησις, ή τουλάχιστον μετά κινήσεως γίνεται· τα δ' άλλα της ύλης μόρια, όταν λείψη η θερμότης, μένουσιν ακίνητα και ως νεκρά, και ποθούσι την δύναμιν του πυρός, ως ψυχήν, και όταν αύτη προσέλθη, τότε άρχονται ενεργούντα και πάσχοντα. Ο Νουμάς λοιπόν, όστις ήτον ανήρ πολυμαθής, ώστε και ελέγετο περί αυτού ότι διά την σοφίαν του συναναστρέφετο μετά των Μουσών, κατέστησεν αυτό ιερόν, και διέταξε να το φρουρώσιν ακοίμητον, ως εικόνα της τα πάντα διακοσμούσης αϊδίου δυνάμεως. Άλλοι δε διισχυρίζονται ότι το μεν πυρ καίει εμπρός των ναών προς καθαρισμόν, καθώς εις τους Έλληνας, αλλά δ' ότι κρύπτονται εντός αόρατα προς πάντας, πλην των παρθένων τούτων αίτινες ονομάζονται Εστιάδες. Και πολύς μεν διέτρεχε λόγος ότι εκεί ήτον κατατεθειμένον το Τρωικόν εκείνο Παλλάδιον (388), το κομισθέν υπό του Αινείου εις την Ιταλίαν· άλλοι δε μυθολογούσιν ότι εκεί εισι της Σαμοθράκης τα ιερά, άτινα λαβών και κομίσας εις την Τροίαν ο Δάρδανος (389), αφιέρωσε μετ' οργίων όταν έκτισε την πόλιν, κατά δε την άλωσιν ότι τα έκλεψε ν ο Αινείας, και τα διέσωσε μέχρις ότου κατώκησεν εις την Ιταλίαν. Όσοι δε προσποιούνται ότι γνωρίζουσι περισσότερα περί τούτων, λέγουσιν ότι δύο εισί μεγάλοι πίθοι εκεί κατατεθειμένοι, ο μεν ηνεωγμένος και κενός, ο δε πλήρης και εσφραγισμένος· αμφότεροι δ' ότι είναι ορατοί εις μόνας τας αγίας παρθένους. Άλλοι δε νομίζουσιν ότι ούτοι απατώνται, εκ του ότι τα πλείστα των ιερών τότε αι κόραι απέθεσαν εις δύο πίθους, και τα έκρυψαν εις την γην υπό τον ναόν του Κυρίνου (390), δι' ό και ο τόπος εκείνος μέχρι τούδε φέρει την επωνυμίαν των Πιθίσκων (391).
ΚΑ. Λαβούσαι δ' αύται τα κυριώτερα και μέγιστα των ιερών, ανεχώρησαν, και έφευγον παρά τον ποταμόν. Εκεί δε, άνθρωπος εκ του λαού, Λεύκιος Αλβίνος καλούμενος, έτυχε μεταξύ των φευγόντων αποκομίζων εφ' αμάξης τα νήπια τέκνα και την γυναίκα του μετά των χρημάτων αυτών. Ως δε είδε τας παρθένους να φέρωσιν εις τους κόλπους των τα ιερά των Θεών, και να βαδίζωσιν αβοήθητοι και κακοπαθούσαι, καταβιβάσας αμέσως την γυναίκα, τα παιδία και τα πράγματά του από της αμάξης, παρέδωκε την άμαξαν εις αυτάς διά ν' αναβώσι και διαφύγωσιν εις Ελληνικήν τινα πόλιν. Ενομίσαμεν δ' ότι του Αλβίνου η προς το θείον ευλάβεια και τιμή, εκδηλωθείσα εις καιρούς επισφαλέστατους, ήτον αξία να μη αποσιωπηθή αμνημόνευτος. Οι δε των άλλων Θεών ιερείς, και οι γέροντες μεταξύ των υπατικών και των κατά καιρούς τελεσάντων θριάμβους, δεν υπέφερον ν' αφήσωσι την πόλιν. Ενδυθέντες δε φορέματα ιερά και λαμπρά, και αρχηγόν έχοντες Φάβιον τον αρχιερέα, ηυχήθησαν προς τους θεούς, ως εις αυτούς υπέρ της πατρίδος αφιερούμενοι, και εκάθησαν εις τους ελεφαντίνους δίφρους εις την αγοράν, την επερχομένην τύχην των περιμένοντες.
ΚΒ. Την τρίτην δ' από της μάχης ημέραν επήλθεν ο Βρέννος, φέρων το στράτευμα κατά της πόλεως, και ευρών τας πύλας ηνεωγμένας, και τα τείχη φυλάκων έρημα, πρώτον μεν εφοβήθη ενέδραν και δόλον, μη πιστεύων ότι ούτως εντελώς παρητήθησαν οι Ρωμαίοι πάσης ελπίδος. Αφ' ού δ' εγνώρισε την αλήθειαν, εισελθών διά της Κυλλίνης πύλης, εκυρίευσε την Ρώμην, έχουσαν ηλικίαν ολίγον πλείονα των τριακοσίων εξήκοντα ετών από της κτίσεώς της, αν είναι πιστευτόν ότι σώζεται ακρίβειά τις περί της τότε χρονολογίας, εν ώ και περί νεωτέρων συμβάντων αμφιβολίαι υπάρχουσιν ως εκ της τότε συγχύσεως. Αυτής δε της συμφοράς και της αλώσεως φαίνεται ότι αμυδρά φήμη διήλθεν αμέσως εις την Ελλάδα· διότι Ηρακλείδης ο Ποντικός, όστις των καιρών εκείνων δεν ήτον πολύ νεώτερος (392), αναφέρει εν τω «Π ε ρ ί ψ υ χ ή ς» συγγράμματί του λόγον διαδοθέντα εκ δύσεως, ότι στρατός υπερβορείων, ελθών έξωθεν, εκυρίευσε πόλιν Ελληνικήν, την Ρώμην, ιδρυμένην είς τι μέρος εκεί περί την μεγάλην θάλασσαν (393). Δεν απορώ δ' αν ο Ηρακλείδης, όστις είναι μυθογράφος και θαυματογράφος, επεκόσμησε την αλήθειαν, καθ' όσον αφορά την άλωσιν, και διά των Υπερβορείων και διά της μεγάλης θαλάσσης. Ο δε φιλόσοφος Αριστοτέλης, ότι μεν εκυριεύθη η πόλις, είναι προφανές ότι το ήκουσεν ακριβώς. Λέγει όμως ότι ο σώσας αυτήν ήτον ο Λεύκιος, εν ώ ο Κάμιλλος ήτον Μάρκος και όχι Λεύκιος. Αλλά ταύτα μεν λέγονται κατ' εικασίαν. Καταλαβών δε την Ρώμην ο Βρέννος, πέριξ μεν του Καπιτωλίου έστησε φρουράν καταβαίνων δ' ο ίδιος διά της αγοράς, εθαύμαζε βλέπων τους περικαθημένους εκείνους άνδρας κοσμίως και εν σιωπή, οίτινες ούτε ηγέρθησαν όταν έφθασαν οι εχθροί, ούτε ήλλαξαν όψιν ή χρώμα, αλλ' ανέτως και αφόβως ηπλωμένοι εις τα καθέδρας των, άς έφερον εκεί, και βλέποντες ο είς τον άλλον, ησύχαζον. Επροξένει δ' έκπληξιν εις τους Γαλάτας το παράδοξον τούτο θέαμα, και πολύν καιρόν διστάζοντες να εγγίσωσιν αυτούς, διότι τους εθεώρουν ως ανωτέρους ανθρώπων, και να πλησιάσωσιν εις αυτούς, ίσταντο εν απορία. Αλλά τέλος είς αυτών, τόλμην λαβών, ήλθε πλησίον εις τον Παπείριον Μάνιον, και εκτείνας την χείρα, ήγγισεν ελαφρώς τον πώγωνά του, και εκράτει την γενειάδα του, ήτις ήτον πυκνή. Τότε ο Μαπείριος κτυπήσας διά της βακτηρίας την κεφαλήν αυτού, την συνέτριψεν· ο δε βάρβαρος, σύρας την μάχαιράν του, εφόνευσεν εκείνον. Από της στιγμής δ' εκείνης επιπεσόντες, εφόνευον και τους λοιπούς, και εκ των άλλων πολιτών έσφαζον όσους επετύγχανον, και εγύμνουν τας οικίας, πολλάς ημέρας λεηλατούντες την πόλιν. Μετά ταύτα δε την επυρπόλησαν και την κατέσκαπτον, οργιζόμενοι κατά των φρουρούντων το Καπιτώλιον, διότι προσκαλούμενοι υπ' αυτών δεν υπετάσσοντο, αλλά και όταν προσέβαλλον οι Γαλάται, αυτοί τους εκτύπησαν, ανθιστάμενοι από του περιτειχίσματος. Διά τούτο κατέστρεφον την πόλιν, και εξωλόθρευον όσους συνελάμβανον, ομοίως άνδρας και γυναίκας, και γέροντας και παιδία.
ΚΓ. Επειδή δε παρετείνετο η πολιορκία, οι Γαλάται είχον ανάγκην να προμηθευθώσι τροφάς, και διαιρεθέντες, οι μεν έμειναν μετά του βασιλέως και παρεφύλαττον το Καπιτώλιον, οι δ' άλλοι, την χώραν περιερχόμενοι, ελεηλάτουν αυτήν, και εκυρίευον τας κώμας, επιπίπτονπες, ουχί όλοι ομού, αλλ' άλλοι αλλαχού κατ' αρχηγίας και συντάγματα, και εσκορπίζοντο, μεγαλοφρονούντες διά τας επιτυχίας αυτών, και ουδέν φοβούμενοι. Το δε πλείστον και μάλλον συγκεκροτημένον μέρος αυτών προυχώρει προς την πόλιν των Αρδεατών, εις ήν διέτριβεν ο Κάμιλλος, εν αργία και απραξία διατελών μετά την φυγήν του, και ιδιωτεύων, ελπίδας δε τρέφων και διαλογισμούς ουχί ανθρώπου αρκουμένου να διαφύγη τους πολεμίους, αλλά σκεπτομένου πώς να τοις αντισταθή αν παρουσιάζετο η περίστασις. Διό βλέπων ότι οι Αρδεάται ήσαν ικανοί τον αριθμόν, τόλμης όμως εστερημένοι, εξ αιτίας της απειρίας και της μικροψυχίας των στρατηγών, ομίλησε πρώτον προς τους νέους, λέγων ότι δεν πρέπει να θεωρώσι την ήτταν των Ρωμαίων ως των Κελτών ανδρίαν, ουδέ να νομίζωσιν ότι όσα έπαθον εκείνοι διότι κακώς εσκέφθησαν ήσαν κατορθώματα των εχθρών, οίτινες ουδόλως συνετέλεσαν εις την νίκην, αλλ' ότι ήσαν της τύχης σύμπτωσις. Προσέθετε δ' ότι καλόν είναι και διά πολλών κινδύνων ν' απωθήσωσιν εχθρόν βάρβαρον και αλλόφυλλον, όστις, ως το πυρ, άλλο τέλος της νίκης του δεν γνωρίζει, πλην της εντελούς εξολοθρεύσεως του εχθρού του· ότι δ' αν λάβωσι θάρρος και δείξωσι προθυμίαν, τοις υπέσχετο εν καιρώ την νίκην ακίνδυνον. Αφ' ού δ' εδέχθησαν τούτους τους λόγους οι νέοι, απετάθη ο Κάμιλλος προς τους άρχοντας και τους προβούλους των Αρδεατών, και πείσας και τούτους, ώπλησε πάντας τους ενήλικας, και τους εκράτει εντός του τείχους, θέλων να μη τους εννοήσωσιν οι εχθροί, οίτινες ήσαν ήδη πλησίον. Όταν δ' ούτοι, έφιπποι περιελθόντες την χώραν, και βαρείς υπό του πλήθους των λαφύρων, αμελώς και αφροντίστως εστρατοπέδευσαν εις την πεδιάδα, τους εύρεν η νυξ ενώ εμέθυον, και σιωπή κατέλαβε το στρατόπεδον.
Ταύτα μαθών ο Κάμιλλος παρά των κατασκόπων, έφερεν έξω τους Αρδεάτας· και ησύχως διαβάς τον μεταξύ τόπον, περί το μεσονύκτιον έφθασεν εις το χαράκωμα, μεγάλας εγείρων κραυγάς, και διά των σαλπίγγων πανταχόθεν ταράττων τους ανθρώπους, οίτινες υπό μέθης μόλις και μετά δυσκολίας εξύπνων εις τον μέγαν θόρυβον. Και ολίγοι μεν εγερθέντες έμφοβοι και οπλισθέντες αντέστησαν εις τον Κάμιλλον, και έπεσαν πολεμούντες· τους δε πλείστους υπό του ύπνου έτι και υπό του οίνου ευρίσκοντες κατεχομένους, τους εφόνευον αόπλους. Τους ολίγους δ' όσοι βοήθεια της νυκτός διέφυγον διά του χαρακώματος, τούτους την ημέραν σποράδην περιφερομένους εις την χώραν τους κατεδίωκον οι ιππείς και τους απέκτεινον.
ΚΔ. Την πράξιν δε ταύτην ταχέως εις τας πόλεις η φήμη διασαλπίζουσα, επροκάλει πολλούς των νέων να συρρεύσωσιν εις τα όπλα. Προ πάντων δε όσοι Ρωμαίοι, διαφυγόντες την εν Αλία μάχην ήσαν εις τους Βηίους, ωδύροντο καθ' εαυτούς λέγοντες· «Ποίον αρχηγόν αφήρεσεν αφ' ημών ο κακός δαίμων της Ρώμης, διά των κατορθωμάτων του Καμίλλου δοξάσας τους Αρδεάτας, εν ώ η πόλις ήτις εγέννησε και έθρεψε τοιούτον άνδρα, απωλέσθη καταστραφείσα. Ημείς δε, στρατηγού στερούμενοι, εκλείσθημεν εις ξένα τείχη, και καθήμεθα την Ιταλίαν εγκαταλείψαντες. Αλλ' ας στείλωμεν να ζητήσωμεν παρά των Αρδεατών τον στρατηγόν ημών, ή, λαβόντες τα όπλα, ας απέλθωμεν ημείς προς εκείνους· διότι δεν είναι πλέον φυγάς, ουδ' ημείς είμεθα πλέον πολίται, αφ' ού πατρίδα δεν έχομεν, και αύτη είναι υπό των πολεμίων την εξουσίαν.» Ταύτα ενέκρινον πάντες, και πέμψαντες, παρεκάλεσαν τον Κάμιλλον να δεχθή την αρχηγίαν αυτών. Αλλ' εκείνος απήντησεν ότι δεν την δέχεται πριν ή κατά τον νόμον ψηφίσωσι τούτο οι εν τω Καπιτωλίω πολίται· διότι εκείνους θεωρεί ως πατρίδα, εν όσω σώζονται, και αν μεν εκείνοι διατάξωσιν, ότι θέλει υπακούσει προθύμως, αν δ' εκείνοι δεν θέλωσι, δεν θέλει αναμιχθή. Και την μεν ευλαβή μετριοφροσύνην και την καλοκαγαθίαν του Καμίλλου εθαύμασαν· δεν ήξευρον δε τίνα να πέμψωσιν όπως ν' αναγγείλη ταύτα εις το Καπιτώλιον, ή μάλλον όλως αδύνατον τοις εφαίνετο, εν ώ οι εχθροί κατείχον την πόλιν, να πέμψωσιν απεσταλμένον εις την Ακρόπολιν.
ΚΕ. Υπήρχε δε μεταξύ των νέων Πόντιός τις Κομίνιος καλούμενος, εκ των μέσων πολιτών κατά το γένος, αγαπών όμως την τιμήν και την δόξαν. Ούτος ανεδέχθη εκουσίως το δύσκολον έργον. Και γράμματα μεν δεν έλαβε προς τους εν Καπιτωλίω, μήπως συλλαβόντες αυτόν οι εχθροί μάθωσι δι' αυτών τους σκοπούς του Καμίλλου. Φορέσας δε πενιχρά φορέματα, και φέρων φελλούς υπ' αυτά, τον μεν επίλοιπον δρόμον διήλθεν αφόβως εν καιρώ ημέρας.
Έφθασε δε πλησίον της πόλεως όταν είχεν ήδη επέλθει το σκότος· και μη δυνάμενος να περάση επί γεφύρας τον ποταμόν, διότι αυτάς οι βάρβαροι παρεφύλαττον, περιετύλιξε περί την κεφαλήν τα φορέματά του, διότι ήσαν ολίγα και όχι βαρέα, και παραδοθείς εις τους φελλούς, οίτινες ανεκούφιζον το σώμα του, επέρασεν ούτω και απέβη εις την πόλιν. Αποφεύγων δε τους αγρυπνούντας στρατιώτας, ούς διέκρινεν εκ των φώτων και εκ του θορύβου, διευθύνθη προς την Καρμεντίδα πύλην, ήτις ήτον η ησυχωτέρα, και όπου ο λόφος του Καπιτωλίου ήτον προ πάντων όρθιος, και πολλή και τραχεία ηγείρετο πέριξ η πέτρα. Δι' αυτής ανέβη κρυφίως, και επλησίασε τους φυλάττοντας το τείχος, δυσκόλως και μόλις κατά τα μάλλον ευεπίβατα μέρη. Χαιρετίσας δε τους άνδρας, είπε το όνομά του, και τότε τον επήραν αυτοί, και επήγε προς τους άρχοντας των Ρωμαίων. Έγινε δ' αμέσως σύγκλητος, και παρουσιασθείς αυτός, ανήγγειλε του Καμίλλου την νίκην, περί ής πρότερον ουδέν είχον ακούσει, και διηγείτο την απόφασιν των στρατιωτών, και τους παρεκάλει να επικυρώσωσι του Καμίλλου την εξουσίαν, διότι εις μόνον εκείνον επείθοντο οι έξω πολίται.
Ακούσαντες δε ταύτα εκείνοι και συσκεφθέντες, ανεκήρυξαν τον Κάμιλλον Δικτάτωρα, και τον Πόντιον εξαπέστειλον πάλιν διά της ιδίας οδού, και η επιστροφή του επέτυχεν επίσης ευτυχέστατα, διότι διέφυγε τους εχθρούς, και έφερε της βουλής τας αποφάσεις εις τους έξω Ρωμαίους.
ΚΣΤ. Ως δ' εκείνοι εδέχθησαν ταύτα προθύμως, ελθών ο Κάμιλλος, εύρεν είκοσι χιλιάδας ενόπλους, και έτι περισσοτέρους συνήθροισεν εκ των συμμάχων, και ητοιμάζετο διά την προσβολήν.
Ούτως εξελέγη εκ δευτέρου Δικτάτωρ ο Κάμιλλος (394). Εις δε την Ρώμην τινές των βαρβάρων κατά τύχην διαβαίνοντες εμπρός του μέρους δι' ού ο Πόντιος ανέβη διά νυκτός εις το Καπιτώλιον, και παρατηρήσαντες εις πολλά μεν μέρη ίχνη ποδών και χειρών, όπου εκείνος εκρατείτο και εστηρίζετο, και πεπατημένα πολλά των φυτών όσα εβλάστανον επί των κρημνών, και ολισθημάτων σημεία εις τα γαιώδη μέρη, ανέφερον ταύτα εις τον βασιλέα των. Ελθών δ' εκείνος και ιδών ταύτα, τότε μεν έμεινεν ησυχάζων· το δ' εσπέρας, συναθροίσας εκείνους των Κελτών όσοι είχον τα σώματα ελαφρότερα και ήσαν καταλληλότεροι διά να βαδίζωσιν εις τα όρη, «Την μεν οδόν, είπεν, ήτις φέρει προς τους εχθρούς, και ήτις μας ήτον άγνωστος μέχρι τούδε, μας δεικνύουσιν αυτοί οι εχθροί, ότι δεν είναι ούτε απάτητος, ούτε άβατος εις ανθρώπους. Αισχύνη δε πολλή δι' ημάς, όταν έχωμεν την αρχήν, να μείνωμεν ελλειπείς εις το τέλος, και ν' αφήσωμεν τον τόπον ως αν δεν τον είχομεν κυριεύσει, ενώ αυτοί οι εχθροί μας διδάσκουσι πόθεν πορθείται.
Διότι όπου είναι εύκολον είς μόνος ν' αναβή, δεν είναι ουδ' εις πολλούς δύσκολον όταν ανά είς αναβαίνωσι, συναλλήλως βοηθούμενοι και ενισχυόμενοι. Θέλουσι δε δοθή εις έκαστον δωρεαί και αμοιβαί ανάλογοι προς την ανδραγαθίαν του.»
ΚΖ. Ως είπε ταύτα ο βασιλεύς, ανεδέχθησαν οι Γαλάται προθύμως την επιχείρησιν, και περί το μεσονύκτιον πατήσαντες πολλοί ομού εις την πέτραν, ανέβησαν μετά σιωπής, προσέρποντες εις τους κρημνούς, οίτινες ήσαν μεν τραχείς και απότομοι, αλλ' εφάνησαν, όταν εδοκίμασαν να τους αναβώσιν, ευκολώτεροι και ομαλώτεροι αφ' ό,τι ενόμιζον. Ώστε οι πρώτοι ανέβησαν εις την άκραν και παρετάττοντο, και παρ' ολίγον θα κατελάμβανον το προτείχισμα, και θα επέπιπτον κατά των φυλάκων εν ώ εκοιμώντο· διότι ουδείς τους ήκουσεν, ούτε άνθρωπος ούτε κύων. Αλλ' υπήρχον περί τον ναόν της Ήρας ιεραί χήνες, αίτινες ετρέφοντο αφθόνως όλον τον άλλον καιρόν τότε όμως, επειδή ολίγαι ήσαν αι τροφαί και μόλις τοις εξήσκουν, αμελούμεναι, εις κακήν διετέλουν κατάστασιν. Και εκ φύσεως μεν είναι το ζώον τούτο ψοφοδεές, και έχει οξείαν την ακοήν. Εκείναι δε τότε, επειδή επείνων, έτι μάλλον αγρυπνούσαι και θορυβώδεις γενόμενοι, ήκουσαν ταχέως την είσοδον των Γαλατών, και μεθ' ορμής και κλαγκής φερόμεναι προς αυτούς, εξύπνισαν όλους τους φρουρούς, και οι βάρβαροι, βλέποντες ότι απεκαλύφθησαν, επέπιπτον ήδη βιαιότερον, και μη φροντίζοντες να καταστέλλωσι πλέον τον θόρυβον. Αρπάσαντες λοιπόν οι Ρωμαίοι ό,τι όπλον έτυχεν έκαστος, έτρεχον ν' αντισταθώσιν όπως εδύναντο. Πρώτος δε πάντων ο Μάλλιος, υπατικήν έχων εξουσίαν, ρωμαλέος δε το σώμα, και διαπρέπων διά της ψυχής του το φρόνημα, απήντησε δύο συγχρόνως εχθρούς, και εν ώ ο είς ήγειρεν ήδη την κοπίδα να τον θανατώση, επρόφθασε και του απέκοψε την δεξιάν χείρα διά του ξίφους του, τον δ' άλλον εκτύπησε διά της ασπίδος του εις το πρόσωπον, και τον απώθησεν οπίσω εις τον κρημνόν. Σταθείς δ' εις το τείχος μεθ' όλων των άλλων όσοι συνέρρευσαν και τον περιεστοίχισαν, απέκρουσε τους άλλους όσοι είχον αναβή, και οίτινες ούτε πολλοί ήσαν, ούτε άξιόν τι της τόλμης των έπραξαν. Ούτω δε διαφυγόντες τον κίνδυνον, άμα εξημέρωσε, τον μεν αρχηγόν των φυλάκων έρριψαν εις τους πολεμίους κατά των κρημνών, εις δε τον Μάλλιον ψηφίσαντες αριστείον της νίκης, προς τιμήν μάλλον παρά διότι είχεν ανάγκην, συνεισέφερον υπέρ αυτού όσον ελάμβανεν έκαστος εις τροφήν εκάστης ημέρας, σίτου μεν εντοπίου ημίλιτρον (ως αυτοί τ' ονομάζουσιν), οίνου δε κοτύλης Ελληνικής τέταρτον (395).
ΚΗ. Έκτοτε ήρχισαν να προβαίνωσιν αθυμότερα τα πράγματα των Κελτών, διότι εστερούντο τροφών αφ' ότου διά τον φόβον του Καμίλλου δεν εδύναντο να επιδοθώσιν εις λαφυραγωγίαν και νόσος ενέσκηψε προσέτι εις αυτούς, διότι κατεσκήνουν εις ερείπια, αναμεμιγμένοι μετά των νεκρών οίτινες έκειντο εις αυτά σωρηδόν και προσέτι το βάθος της στάχτης, ήτις ανέπεμπεν αέρα ξηρόν και δριμύν, και διεφθαρμένον υπό του καύσωνος και υπό των ανέμων, έβλαπτε τα σώματα διά της αναπνοής. Προ πάντων δε τους κατέβαλεν η μεταβολή της συνήθους αυτοίς διαίτης, διότι εκ τόπων σκιερών, και εχόντων το θέρος δροσερά καταφύγια, κατέβησαν εις χώραν χαμηλήν, ήτις δεν ήτον ευκραής το φθινόπωρον ουχί ήττον δε και η πολυχρόνιος πολιορκία, κρατούσα προ επτά ήδη μηνών ακινήτους αυτούς εμπρός του Καπιτωλίου.
Ένεκα τούτων φθορά μεγάλη επήλθεν εις το στρατόπεδον, και ουδ' εθάπτοντο πλέον διά το πλήθος οι αποθνήσκοντες. Αλλ' ουδέ των πολιορκουμένων δεν ήτον πολύ καλλητέρα η κατάστασις. Η πείνα ηύξανε πάντοτε, και η άγνοια αυτών περί των κινημάτων του Καμίλλου τους ενέβαλλεν εις πολλήν αθυμίαν, και κανείς δεν ήρχετο εκ μέρους αυτού, διότι η πόλις εφρουρείτο ακριβώς υπό των βαρβάρων. Επειδή λοιπόν εις τοιαύτην ήσαν θέσιν αμφότεροι, οι προφύλακες συναπαντώμενοι ήρχισαν να έρχωνται εις λόγους συμβιβασμού, έπειτα δε, κατ' απόφασιν των επισημοτέρων, συνωμίλησε μετά του Βρέννου ο Σουλπίκιος, ο χιλίαρχος των Ρωμαίων, και εσυμφωνήθη, οι μεν Ρωμαίοι να καταβάλωσι χιλίας λίτρας χρυσού (396), οι δ' εχθροί να λάβωσιν αυτάς, και ν' αναχωρήσωσεν αμέσως εκ της πόλεως και εκ της χώρας. Επί τούτων έγιναν όρκοι, και το χρυσίον εκομίσθη· οι δε Κελτοί κατ' αρχάς εδολιεύοντο κρυφίως τα ζύγια, έπειτα δε και φανερώς είλκον κάτω και διέστρεφον την πλάστιγγα, και ηγανάκτουν δι' αυτό οι Ρωμαίοι. O δε Βρέννος, ως εφυβρίζων και καταγελών αυτούς, λύσας την μάχαιραν μετά του ζωστήρος του, προσέθηκεν αυτά εις τα βάρη· και όταν ο Σουλπίκιος τον ηρώτησε τι είναι τούτο, «Τι άλλο, απεκρίθη, παρά δυστυχία εις τους νενικημένους» (397), και τούτο έγινεν έκτοτε λόγος παροιμιώδης. Οι δε Ρωμαίοι, άλλοι μεν ηγανάκτουν, και εφρόνουν ότι πρέπει λαβόντες το χρυσίον ν' αναχωρήσωσι, και να υπομείνωσι την πολιορκίαν· άλλοι δ' έλεγον ότι πρέπει να υποφέρωσι την μετρίαν αυτήν αδικίαν, μη νομίζοντες αισχρόν το να δώσωσι περισσότερα, και να υπομείνωσιν ουχί ως δικαίαν, αλλ' ως εξ ανάγκης γινομένην την δόσιν.
ΚΘ. Εν ώ δ' ούτως εφιλονείκουν οι Κελτοί και αυτοί, έφθασεν ο Κάμιλλος εις τας πύλας, φέρων τον στρατόν, και μαθών τα γινόμενα, διέταξε τους λοιπούς να τον ακολουθώσιν εν τάξει και βραδέως, αυτός δε, σπεύδων μετά των επισημοτέρων, διευθύνθη αμέσως προς τους Ρωμαίους. Τότε εκείνοι υποχωρήσαντες εμπρός του, εδέχθησαν αυτόν ως αυτοκράτορα μετ' ευκοσμίας και σιωπής· αυτός δ' επήρε τον χρυσόν από της ζυγαριάς και τον έδωκεν εις τους υπηρέτας· την δε ζυγαριάν και τα βαρύδια διέταξε τους Καλετούς να τα λάβωσι και ν' αναχωρήσωσιν, ειπών ότι πάτριον έθος είναι εις τους Ρωμαίους να σώζωσι την πατρίδα διά σιδήρου, ουχί διά χρυσού. Προς ταύτα ηγανάκτει ο Βρέννος, και έλεγεν ότι αδίκως ηθετείτο η συμφωνία· αλλ' ο Κάμιλλος αντέκρουε ταύτα, λέγων ότι αι συνθήκαι δεν έγινον νομίμως, ουδ' έχουσι κύρος, ως συνομολογηθείσα μετ' ανθρώπων οίτινες εξουσίαν δεν είχον όταν αυτός ήτον ήδη Δικτάτωρ εκλελεγμένος, και ουδείς άλλος εξήσκει αρχήν κατά νόμον. Ήδη δ' ότι πρέπει να ειπώσιν εάν τι θέλωσι, διότι ήλθεν έχων νόμιμον εξουσίαν και να τους συγχωρήση αν παρακαλέσωσι, και να τιμωρήση τους ενόχους, αν δεν μετανοώσι.
Προς τους λόγους τούτους θορυβηθείς ο Βρέννος, επεχείρησε να έλθη αμέσως εις χείρας, και έσυραν εκατέρωθεν τα ξίφη, και ήρχισαν να σπρώχνωνται, αναμεμιγμένοι προς αλλήλους, ως ήτον επόμενον, διότι εκινούντο μεταξύ οικιών και στενωπών, και εις τόπους μη επιδεχομένους στρατιωτικήν παράταξιν. Αλλά ταχέως συνελθών ο Βρέννος, απήγαγε τους Κελτούς εις το στρατόπεδον, χωρίς να φονευθώσι πολλοί, και εγείρας όλους την νύκτα, εγκατέλιπε την πόλιν. Προχωρήσας δ' εξήκοντα στάδια (398) εστρατοπέδευσε παρά την Γαβινίαν (399) οδόν. Άμα δ' εξημέρωσεν, ήλθεν ο Κάμιλλος κατ' αυτού ωπλισμένος λαμπρώς, μετά των Ρωμαίων οίτινες είχον αναλάβει τότε το θάρρος των.
Μετ' ισχυράν δε και μακράν μάχην, έτρεψεν αυτούς εις φυγήν, αφ' ού πολλούς εφόνευσε, και εκυρίευσε το στρατόπεδον. Εκ δε των φυγάδων άλλοι μεν ευθύς εθανατώθησαν καταδιωχθέντες, τους δε περισσοτέρους, διασπαρέντας, απέκτεινον ορμώντες κατ' αυτών εκ των πέριξ πόλεων και χωρίων.
Λ. Ούτως η Ρώμη παραδόξως κυριευθείσα, παραδοξότερον έτι εσώθη, αφ' ού έμεινεν επτά ολοκλήρους μήνας υπό τους βαρβάρους· διότι εισελθόντες εις αυτήν ολίγας ημέρας μετά τας Κυιντιλίας είδους (400), απεδιώχθησαν κατά τας ειδούς Φεβρουαρίου. Ο δε Κάμιλλος ετέλεσε θρίαμβον, ως ήτον εύλογον, διότι έγινε σωτήρ της πατρίδος απολεσθείσης, και επανέφερε την πόλιν αυτήν εις εαυτήν. Τότε, εν ώ αυτός εισήρχετο επί της θριαμβευτικής αμάξης αυτού, επέστρεφον μεν οι έξωθεν μετά των γυναικών και των παίδων των, απήντων δ' αυτούς οι εις το Καπιτώλιον πολιορκηθέντες, οίτινες εκινδύνευσαν ν' αποθάνωσιν όλοι της πείνης, και ενηγκαλίζοντο αλλήλους και εδάκρυον, μη πιστεύοντες εις την παρούσαν των ευτυχίαν· και οι ιερείς και διάκονοι των Θεών, όσα ιερά φεύγοντες έκρυψαν εις την πόλιν, ή εκκλέψαντες παρέλαβον μεθ' εαυτών, ταύτα διασωθέντα, τα έφερον ήδη, και τα εδείκνυον, θεάματα ποθητά εις τους πολίτας, οίτινες τα εδέχοντο μετά χαράς, ως αν κατήρχοντο αυτοί πάλιν οι Θεοί μετ' αυτών εις την Ρώμην. Θυσιάσας δ' εις τους Θεούς, και καθαρίσας την πόλιν υπό την οδηγίαν των περί ταύτα εμπείρων, τους μεν υπάρχοντας ήδη ναούς αποκατέστησεν αύθις, ίδρυσε δε και αυτός ναόν της Φήμης και της Κληδόνος, ανευρών τον τόπον εκείνον, εις όν διά νυκτός προσέβαλεν εκ Θεού τον Κεδίκιον Μάρκον η φωνή η αναγγέλλουσα των βαρβάρων την εκστρατείαν. Μετά πολλής δε δυσκολίας και μόλις ανεκαλύπτοντο αι θέσεις των ιερών διά της φιλοτιμίας του Καμίλλου, και διά πολλού κόπου των ιεροφαντών.
ΛΑ. Επειδή δε και η πόλις ήτον εντελώς κατεστραμμένη, όταν έπρεπε ν' ανοικοδομηθή, οκνηρία κατέλαβε τον λαόν προς τα έργα, και ανέβαλλον αυτά, διότι εστερούντο όλων των αναγκαίων, και εχρειάζοντο μάλλον αναψυχήν τινα και ανάπαυσιν από των κακών, παρά να κοπιάσωσι και να κακοπαθήσωσιν, εν ώ και χρήματα τοις έλειπον, και τα σώματά των ήσαν εξησθενημένα. Ούτω κατ' ολίγον έστρεψαν πάλιν τον νουν των προς τους Βηίους, πόλιν ήτις διετηρείτο, και είχεν όλα τ' απαιτούμενα, και εχορήγησαν νέαν αφορμήν δημαγωγιών εις τους συνεχομένους να κολακεύωσι τον λαόν, και έδιδον ακρόασιν εις λόγους στασιαστικούς κατά του Καμίλλου, ότι εκείνος εκ φιλαυτίας και φιλοδοξίας στερεί αυτούς πόλεως ετοίμης, και τους βιάζει να κατοικώσιν εις ερείπια, και ν' ανασκάπτωσι τόσην τέφραν πυρκαϊάς, διά να λέγηται αυτός ουχί μόνον ηγεμών των Ρωμαίων και στρατηγός, αλλά και κτίστης έτι, τον Ρωμύλον παραγκωνίσας. Τότε φοβηθείσα τον θόρυβον η βουλή, τον μεν Κάμιλλον δεν αφήκε ν' αποθέση, ως ήθελε, την εξουσίαν εντός ενιαυτού, αν και ουδέποτε άλλος Δικτάτωρ υπερέβη τους έξ μήνας. Αυτή δε παρηγόρει και κατεπράυνε τον δήμον, πείθουσα και περιποιουμένη αυτόν, και δεικνύουσα μεν τα μνημεία και τους τάφους των πατέρων, ενθυμίζουσα δε τα ιερά χωρία και τους αγίους τόπους, όσους ο Ρωμύλος ή ο Νουμάς ή άλλος τις των βασιλέων καθιερώσας παρέδωκεν εις αυτούς. Μεταξύ δε των θείων αντικειμένων εν πρώτοις ανέφερον την νεοσφαγή κεφαλήν, ήτις εφάνη κατά την θεμελίωσιν του Καπιτωλίου (401), ως δηλούσα ότι ο τόπος εκείνος ήτον πεπρωμένον να γίνη κεφαλή της Ιταλίας, και της εστίας το πυρ, όπερ, αναπτόμενον μετά τον πόλεμον υπό των παρθένων, ήθελον σβύσει και εξαφανίσει οι εγκαταλείποντες την πόλιν, και θα είναι όνειδος αυτών αν την βλέπωσι κατοικουμένην ή υπ' αλλοεθνών και ξένων, ή έρημον και προβάτων βοσκήν.
Τοιαύτας προς έκαστον ιδιαιτέρως και κοινώς πολλάκις εις τον δήμον επαναλαμβάνοντες ελεεινολογίας, εκάμπτοντο πάλιν υπό των του λαού, οίτινες έκλαιον την αμηχανίαν των, και τους παρεκάλουν, αφ' ού εσώθησαν ως εκ ναυαγίου γυμνοί και άποροι, να μη τους βιάσωσι να συνοικοδομήσωσι πάλιν τα λείψανα της κατεστραμμένης πόλεως, εν ώ υπήρχεν άλλη ετοίμη.
ΛΒ. Επρότεινε λοιπόν ο Κάμιλλος να συνέλθη η βουλή, και πολλά και αυτός ωμίλησε παρακαλών υπέρ της πατρίδος, πολλά δε και όστις εκ των άλλων ήθελε. Τέλος δε πείσας να εγερθή τον Λεύκων Λουκρήτιον, όστις συνείθιζε να γνωμοδοτή πρώτος πάντων, τον προσεκάλεσε ν' αποφανθή, και μετά ταύτα όλους τους άλλους κατά σειράν. Ως δ' εγένετο σιωπή, και ο Λουκρήτιος έμελλε ν' αρχίση, κατά τύχην διαβαίνων έξωθεν εκατόνταρχος φέρων τάγμα ημερησίας φυλακής, και φωνάξας μεγαλοφώνως τον πρώτον όστις έφερε την σημαίαν, τον διέταξε να σταθή εκεί και να στήση την σημαίαν, διότι ήτον αυτός κάλλιστος τόπος διά να καθήσωσι και να μείνωσιν. Ως δ' ηκούσθη η φωνή αύτη εγκαίρως, εν ώ εσκέπτοντο περί αδήλου του μέλλοντος, ο Λουκρήτιος, προσκυνήσας, είπεν ότι εις την θείαν εντολήν προσθέτει την γνώμην του και αυτός, και έκαστος των άλλων την ηκολούθησε. Θαυμαστή δ' έγινε μεταβολή και της του πλήθους ορμής, και πάντες παρεκίνουν αλλήλους, και ήρχιζον το έργον, ουχί διαιρέσαντες αυτό και κατά τάξιν, αλλά κατελάμβανεν έκαστος κατά λόγον της προθυμίας του οποίον τόπον ήθελε. Διά τούτο μετά σπουδής και τάχους ανεγείροντες την πόλιν, την ωκοδόμουν έχουσαν ανωμάλους τας οδούς μεταξύ των συσσωρευομένων κατοικιών και εντός ενός έτους λέγεται ότι ανεστήθη η πόλις νέα πάλιν και κατά τα τείχη, και κατά τας ιδιωτικάς οικοδομάς. Οι δε ταχθέντες υπό του Καμίλλου όπως ανεύρωσι και προσδιορίσωσι τους ιερούς τόπους, συγκεχυμένους και αυτούς, ως πάντα τα άλλα, όταν ήλθον εις τον ναΐσκον του Άρεως, περιοδεύοντες το Παλάτιον, αυτόν μεν εύρον, ως όλα τ' άλλα κατεστραμμένον και κεκαυμένον υπό των βαρβάρων ανερευνώντες δε και καθαίροντες τον τόπον, απήντησαν το μαντικόν ξύλον του Ρωμύλου (402), κεχωσμένον υπό πολλήν και βαθείαν στάκτην. Είναι δε τούτο κυρτόν κατά τα δύο πέρατα, και καλείται Λίτυον. Μεταχείζονται δ' αυτά διά να διαγράφωσι τα πλινθία, όταν κάθηνται μαντευόμενοι διά των ορνέων. Τούτο μετεχειρίζετο και εκείνος, διότι ήτον μαντικώτατος. Όταν δ' έγινεν άφαντος εκ του μέσου των ανθρώπων, παραλαβόντες οι ιερείς το ξύλον, το εφύλαττον άθικτον, ως παν άλλο ιερόν. Όταν λοιπόν, εν ώ όλα τα άλλα είχον απολεσθή, ανεύρον τούτο τότε διαφυγόν την φθοράν, επλήσθησαν γλυκυτάτων ελπίδων υπέρ της Ρώμης, πιστεύοντες ότι το σημείον τούτο τοις εξησφάλιζε την σωτηρίαν αΐδιον.
ΛΓ. Δεν είχον δ' έτι παύσει ασχολούμενοι περί ταύτα, όταν τους κατέλαβε πόλεμος, και οι μεν Αικανοί (403) μετά των Ουολούσκων και Λατίνων εισέβαλον εις την χώραν, οι δε Τυρρηνοί επολιόρκουν το Σούρτιον (404), πόλιν σύμμαχον των Ρωμαίων.
Στρατοπεδεύσαντες δ' οι χιλίαρχοι, οίτινες είχον την αρχηγίαν των Ρωμαίων, παρά το Μάρκιον όρος (405), επολιορκούντο υπό των Λατίνων, και κινδυνεύοντες ν' απολέσωσι το στρατόπεδόν των, εμήνυσαν εις την Ρώμην, και τότε εξελέγη ο Κάμιλλος εκ τρίτου Δικτάτωρ. Λέγονται δε περί του πολέμου τούτου λόγοι διττοί, εξ ών διηγούμαι πρώτον τον μυθώδη. Λέγουσιν ότι οι Λατίνοι, είτε προφασιζόμενοι, είτε θέλοντες αληθώς ν' αναμίξωσι τα γένη πάλιν εξ αρχής, έστειλαν και εζήτουν παρά των Ρωμαίων παρθένους ελευθέρας εις γυναίκας· οι δε Ρωμαίοι ηπόρουν τι να πράξωσι, διότι, μη αποκαταστηθέντες εισέτι, ουδ' αναλαβόντες τας δυνάμεις των, εφοβούντο τον πόλεμον, και υποπτεύον ότι η ζήτησις των γυναικών ήτον πρόφασις διά να λάβωσιν ομήρους, και ευπρεπείας χάριν ότι την ωνόμαζον επιγαμίαν. Τότε θεραπαινίς (406), εσυμβούλευσε τους άρχοντας να στείλωσι μετ' αυτής εκ των υπηρετριών τας ωραιοτέρας και τας μάλλον κατά την μορφήν διακεκριμένας, και να τας στολίσωσιν ως νύμφας ευγενείς, τα δε λοιπά ότι θέλουσιν είσθαι εδική της φροντίς. Κατεπείσθησαν λοιπόν οι άρχοντες, και εκλέξαντες εκ των θεραπαινίδων όσας εκείνη εθεώρησε καταλλήλους διά την περίστασιν, τας εστόλισαν διά λαμπρών φορεμάτων και διά χρυσού, και τας παρέδωκαν εις τους Λατίνους, οίτινες εστρατοπέδευον ουχί πολύ μακράν της πόλεως. Την νύκτα δε, αι μεν άλλαι υπέκλεψαν τας μαχαίρας των εχθρών, η δε Τουτούλα ή Φιλωτίς, αναβάσα εις μεγάλην αγριοσυκήν, και εκτείνασα το ιμάτιόν της προς τα οπίσω, ύψωσε λαμπάδα προς την Ρώμην, καθώς είχε προσυμφωνήσει μετά των αρχόντων, χωρίς να το γνωρίζη ουδείς άλλος εκ των πολιτών. Δια τούτο και οι στρατιώται, βιαζόμενοι υπό των αρχόντων, εξήρχοντο θορυβωδώς, και έκραζον ο είς τον άλλον, και μόλις έμβαινον εις τάξιν. Ελθόντες δ' εις το χαράκωμα, εν ώ οι εχθροί δεν τους περιέμενον αλλ' εκοιμώντο, εκυρίευσαν το στρατόπεδον, και εφόνευον τους περισσοτέρους. Λέγεται δ' ότι τούτο έγινε κατά τας Ιουλίας, ως τώρα λέγονται, ως δ' ωνομάζοντο τότε Κυιντιλίας νόννας (407), και ότι η ήδη τελουμένη εορτή είναι της πράξεως εκείνης ενθύμησις· διότι, πρώτον μεν, εξερχόμενοι της πύλης, πολλά των εγχωρίων και κοινών ονομάτων καλούσι μεγαλοφώνως, Γάιον, Μάρκον, Λούκιον, και αλλά όμοια, μιμούμενοι τας κραυγάς μεθ' ών εκαλούντο τότε εν μέσω της μεγάλης των βίας. Έπειτα, εστολισμέναι λαμπρώς αι υπηρέτριαι, περιφέρονται, και αστειευόμεναι περιπαίζουσιν όσους απαντώσιν. Εκτελούσι δε και μάχην τινά αύται μεταξύ των, ως είχον και τότε μεθέξει του προς τους Λατίνους πολέμου. Κάθηνται δε και τρώγουσι, σκιαζόμεναι υπό κλάδους συκής· και την ημέραν καλούσι Νόννας Καπρατίνας, εξ αιτίας, ως νομίζεται, της αγριοσυκής αφ' ής η θεραπαινίς ύψωσε την λαμπάδα· διότι την αγριοσυκήν ονομάζουσι τούτων γίνονται και λέγονται διά το συμβάν του Ρωμύλου· διότι κατά ταύτην την ημέραν έγινεν αυτός άφαντος έξω της πύλης, όταν επήλθε σκότος και θύελλα, και, ώς τινες νομίζουσιν, έγινεν ηλίου έκλειψις· και ότι η ημέρα εκ τούτου ωνομάσθη Νόνναι καπρατίναι, διότι την αίγα ονομάζουσι κ ά π ρ α ν, ο δε Ρωμύλος ανελήφθη δημηγορών περί το καλούμενον Αιγός έλος, ως εγράψαμεν εις τον βίον εκείνου.
ΛΔ. Την δ' ετέραν διήγησιν ούτω λέγουσιν οι περισσότεροι συγγραφείς, επιδοκιμάζοντες αυτήν. Όταν έγινεν εκ τρίτου Δικτάτωρ ο Κάμιλλος, ακούσας ότι το μετά των χιλιάρχων στράτευμα επολιορκείτο υπό των Λατίνων και των Ουολούσκων, ηναγκάσθη να οπλίση και τους πολίτας όσοι ήσαν ουχί πλέον νέοι, αλλά παρακμάσαντες ήδη. Πορευθείς δε διά μακρού γύρου πέριξ του Μαρκίνου όρους, και μη εννοηθείς υπό των εχθρών, εστρατοπέδευσεν οπίσω αυτών, και ανάψας πολλά πυρά, ούτως εδήλωσε την παρουσίαν του. Τότε οι πολιορκούμενοι, θάρρος λαβόντες, εσκέπτοντο να εκδράμωσι, και να συνάψωσι μάχην. Οι δε Λατίνοι και οι Ουολούσκοι, περιορισθέντες εντός των χαρακωμάτων, ωχύρουν διά ξύλων πολλών και περιέφραττον το στρατόπεδον πανταχόθεν, όντες μεταξύ δύο εχθρικών προσβολών, και απεφάσισαν να περιμείνωσιν άλλην δύναμιν εκ της πατρίδος των, ελπίζοντες συγχρόνως και των Τυρρηνών βοήθειαν. Εννοήσας δε τούτο ο Κάμιλλος, και φοβηθείς μη πάθη ό,τι αυτός έκαμεν εις τους εχθρούς όταν τους περιεκύκλωσεν, εβιάζετο να προλάβη αυτούς. Επειδή δε το περίφραγμα ήτον ξύλινον, και σφοδρός άνεμος κατήρχετο από των ορέων όταν εξημέρωνεν, ετοιμάσας πολλά πυρά, και περί την αυγήν οδηγών το στράτευμα, τους άλλους διέταξεν από του απέναντι μέρους να ρίπτωσι βέλη μετά κραυγών· ο ίδιος δ' έχων μεθ' εαυτού τους μέλλοντας να βάλωσι το πυρ προς το μέρος του χαρακώτος όπου συνήθως προσέπιπτε κυρίως ο άνεμος, περιέμενε την ώραν. Όταν δε, αφ' ού ήρχισεν η μάχη, ανέτειλεν ο ήλιος, και ο άνεμος εφύσα λαμπρός, εσήμανε την προσβολήν, και κατέσπειρε περί τον χάρακα άφθονα τα πυροβόλα.
Ταχέως δ' υψώθησαν αι φλόγες τρεφόμενοι εκ των πυκνών πάλων και των ξυλίνων σταυρωμάτων, και εξετείνοντο πέριξ, χωρίς οι Λατίνοι να έχωσι κανέν βοήθημα έτοιμον διά την απόσβεσιν.