εκατέρωθεν αυτής παραπανιστοί οι πολέμιοι, (54) και εν τοιαύτη περιπτώσει θα χρησιμοποιήσουν τους παραπανιστούς τούτους καθ' ημών, καθ' οιονδήποτε θελήσουν τρόπον. Εάν δε πάλιν βαδίσωμεν συντεταγμένοι με μέτωπον μεν μέγα, με βάθος δε μικρότερον, δεν θα ήναι διόλου απορίας άξιον, αν η φάλαγξ διασπασθή εξ επιθέσεως (κατ' αυτής) πολυαρίθμων ανθρώπων και βελών. Εις οιονδήποτε δε μέρος ταύτης ήθελε γείνη η διάσπασις, το πράγμα θα ήναι δι' όλην την φάλαγγα ολέθριον.
Νομίζω, λοιπόν, ότι, αφού παραταχθώμεν κατ' ορθίους (λόχους) και αφού αφήσωμεν μεταξύ αυτών διάστημα ανάλογον, να καταλάβωμεν με τους λόχους τόσον χώρον, ώστε οι τελευταίοι εξ αυτών να ευρεθούν έξω των εκατέρωθεν κεράτων του εχθρού.
Τοιουτοτρόπως δε και οι τελευταίοι λόχοι θα ήναι έξω της φάλαγγος των πολεμίων, και το στράτευμα ούτω κατ' ορθίους (λόχους) οδηγούντες οι καλλίτεροι (των λοχαγών μας), πρώτοι αυτοί εξ όλων και θα πλησιάσουν τον εχθρόν, και εις ο μέρος του όρους ήθελεν είσθαι εύκολος η ανάβασις, δι' αυτού θα οδηγήση και έκαστος των λοχαγών τον λόχον του.
»Και ου μόνον εις τα εν τω μεταξύ διαστήματα των λόχων δεν θα ήναι εύκολον εις τους πολεμίους να εισχωρήσουν, αφού εκατέρωθεν αυτών (των διαστημάτων) θα υπάρχουν λόχοι, αλλά και να διασπάσουν, επίσης δεν θα ήναι εύκολον, λόχον όρθιον (κατά του εχθρού) βαδίζοντα. Και εάν κανείς εκ των λόχων στενοχωρηθή, θα προστρέξη αμέσως εις βοήθειαν του ο πλησίον (του). Και εάν ένας και μόνον εξ αυτών κατορθώση από οιονδήποτε του όρους μέρος ν' αναβή εις την κορυφήν του («άκρον»), δεν υπάρχει φόβος πλέον να παραμείνη εκεί ούτε ένας καν των πολεμίων».
Ταύτα πάντα (όσα ο Ξενοφών είπεν) ενεκρίθησαν, και αμέσως παρετάχθησαν κατ' ορθίους λόχους. Ο δε Ξενοφών, απελθών εις το αριστερόν κέρας εκ του δεξιού, (όπου όλοι οι αξιωματικοί είχαν συνέλθη περί τον Χειρίσοφον προς σύσκεψιν), είπεν εις τους στρατιώτας τα εξής: «Ω άνδρες, αυτοί τους οποίους βλέπετε (εκεί κάτω) είναι οι μόνοι πλέον που μας εμποδίζουν να φθάσωμεν εκεί όπου προ πολλού σπεύδομεν (να φθάσωμεν). Αυτούς, λοιπόν, πρέπει, αν μας ήναι δυνατόν, και ωμούς ακόμη να τους καταφάγωμεν».
Αφού δ' έκαστος των λοχαγών κατέλαβε την θέσιν του και παρέταξε κατ' ορθίους λόχους τον στρατόν, έγειναν λόχοι μεν εξ οπλιτών περί τους ογδοήκοντα, εκάστου λόχου έχοντος περί τους εκατόν άνδρας. Οι δε πελτασταί και οι τοξόται διηρέθησαν εις τρία τμήματα, παραταχθέντες άλλοι μεν έξω του αριστερού κέρατος, άλλοι δε έξω του δεξιού και άλλοι εις το μέσον, έκαστον δε τμήμα απετελείτο από εξακοσίους σχεδόν άνδρας.
Μετά ταύτα οι στρατηγοί διέταξαν από ανωτέρου εις κατώτερον (ιεραρχικώς) όλον τον στρατόν να προσευχηθή εις τους Θεούς.
Αφού δε προσηυχήθησαν και επεκαλέσθησαν διά παιάνος (ύμνου εμβατηριακού) την βοήθειάν των, ήρχισαν βαδίζοντες. Και ο μεν Χειρίσοφος και ο Ξενοφών και οι μετ' αυτών πελτασταί εβάδιζαν, αφού εξήλθον της φάλαγγος των πολεμίων εκατέρωθεν (αφού υπερφαλάγγισαν τους πολεμίους και από τα δύο μέρη. Ο μεν Χειρίσοφος εκ δεξιών, ο δε Ξενοφών εξ αριστερών).
Οι δε πολέμιοι, μόλις τους είδαν, τρέχοντες παραλλήλως του μετώπου των Ελλήνων, εκατέρωθεν δε διευθυνόμενοι, οι μεν κατά του δεξιού, οι δε κατά του αριστερού των κέρατος, διεσπάσθησαν ανοίξαντες εν τω μέσω της φάλαγγος αυτών μέγα κενόν.
Οι δε Αρκάδες πελτασταί, των οποίων αρχηγός ήτον Αισχίνης ο Ακαρνάν, άμα τους είδαν ούτω παρεκκλίνοντας (αποσυρομένους), νομίσαντες ότι ετράπησαν εις φυγήν, έτρεξαν προς το όρος ξεφωνήσαντες με όλην των την δύναμιν (από χαράν). Και ήσαν οι πρώτοι ούτοι που ανέβησαν. Συνηκολούθουν δε αυτούς και οι οπλίται Αρκάδες, των οποίων αρχηγός ήτο Κλεάνωρ ο Ορχομένιος.
Οι δε πολέμιοι, αφού άπαξ ήρχισαν να τρέχουν, δεν εστάθησαν πλέον, αλλ' ετράπησαν άλλος εδώ και άλλος εκεί (καθ' όλας τας διευθύνσεις) εις φυγήν. Οι δ' Έλληνες αναβάντες εστρατοπεδεύθησαν εις πολλά χωρία, έχοντα τα προς συντήρησίν των αφθονώτατα.
Και εξ όλων μεν των άλλων, (τα οποία ενταύθα είδαν), ουδέν ιδιαίτερον υπήρχε, διά το οποίον να εκφράσουν θαυμασμόν. Τα σμήνη μόνον των μελισσών ήσαν άπειρα εδώ. Και όσοι εκ των στρατιωτών έφαγαν από τας κηρήθρας των (τας μελόπιτταις) απεμωραίνοντο και εξήμουν &(εξερνούοαν)& και από διάρροιαν κατελαμβάνοντο &(τους 'πήγαινε από κάτω)& και κανείς δεν ηδύνατο να σταθή ορθός &(στα πόδια του)&, αλλ' όσοι μεν είχαν φάγη ολίγον ωμοίαζαν με στουππί («σφόδρα») μεθυσμένους, όσοι δε πολύ, άλλοι μεν με μαινομένους, άλλοι δε με νεκρούς.
Ως νεκροί δε ούτω κατέκειντο πολλοί χαμαί σαν να είχαν τραπή εις φυγήν υπό των πολεμίων και ευρίσκοντο ήδη μετ' αυτήν κατάκοποι εκ του καμάτου και του φόβου. (55) Ένεκα τούτου δε επεκράτει εις όλον το στράτευμα αθυμία. Την επομένην όμως, χωρίς κανείς των ν' αποθάνη, ανελάμβαναν όλοι τας φρένας των κατά την αυτήν περίπου ώραν (καθ’ ήν είχαν φάγη τας κηρήθρας).
Και άλλοι μεν την τρίτην, άλλοι δε την τετάρτην ημέραν εσηκώνοντο, σαν να είχαν πάρη κανένα δυνατόν φάρμακον (καθάρσιον ή ναρκωτικόν) προηγουμένως.
Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμούς δύο, παρασάγγας επτά και ήλθαν εις την παραθαλασσίαν Τραπεζούντα, πόλιν κατοικουμένην από Έλληνας και κειμένην εις τον Εύξεινον Πόντον, αποικίαν δε των κατοίκων της Σινώπης εις την χώραν των Κόλχων. Ενταύθα έμειναν περί τας τριάκοντα ημέρας, κατασκηνώσαντες εις τα Κολχικά χωρία.
Και εντεύθεν ορμώμενοι (έχοντες ταύτα ως ορμητήριον) ελεηλάτουν την Κολχίδα. Τροφάς δε προς αγοράν παρείχον εις το στρατόπεδον οι Τραπεζούντιοι, οίτινες και εδεξιώθησαν τους Έλληνας και δώρα τους έδωκαν φιλοξενίας, βους και σίτον και οίνον, αφθονώτατα.
Με κάθε τρόπον δε ενήργουν να τους εμπνεύσουν φιλικά αισθήματα και υπέρ των γειτόνων των Κόλχων, των εις την πεδιάδα προ πάντων κατοικούντων, αποτέλεσμα δε των ενεργειών των ήτο να έλθουν και παρ' αυτών εις τους Έλληνας ως δώρα βόες.
Μετά ταύτα δε ήρχισαν να προετοιμάζουν την θυσίαν, την οποίαν είχαν ήδη προ πολλού τάξη ότι θα προσέφερον εις τους Θεούς επί τη σωτηρία των. Προς τούτο δε τους ήλθαν ικανοί βόες, ίνα θυσιασθούν, ως απόδοσις του τάμματος εκείνου, εις τον Δία τον Σωτήρα και εις τον Ηρακλέα, προσφερόμενοι εις αυτούς διά το μέχρις εδώ κατευόδιόν των. Και εν γένει όσα είχαν ήδη τάξη και εις τους άλλους Θεούς προσέφεραν προθύμως. Ετέλεσαν δε και γυμνικούς αγώνας εις το όρος, εις ο μέρος ακριβώς εστρατοπέδευσαν. Εξέλεξαν δε Δρακόντιον τον Σπαρτιάτην, όστις από παιδί είχε φύγη από την πατρίδα του, διότι χωρίς να θέλη είχε φονεύση κάποιον συνομήλικόν του με μαχαίρι, διά να φροντίση περί του μέρους, εις το οποίον θα έτρεχαν οι αγωνιζόμενοι, και διά να αναλάβη εν γένει την προστασίαν των αγώνων.
Αφού δ' έγεινεν η θυσία, τα εκ των σφαγίων δέρματα παρέδωσαν εις τον Δρακόντιον, (διά να χρησιμεύσουν ως βραβεία εις τους νικητάς), και τον διέταξαν να τους οδηγήση εις το μέρος, το οποίον προετοίμασε διά την διεξαγωγήν των αγώνων. Αλλ' ο Δρακόντιος, δείξας ως τοιούτο τον λόφον, όπου έτυχαν ιστάμενοι, είπεν: «Ο λόφος αυτός είναι το καλλίτερον στάδιον, όπου δύναταί τις να τρέχη όπου θέλει». «Αλλά πώς» του απήντησαν «θα ημπορέσουν να παλαίσουν οι αγωνισταί εις μέρος τόσον δασύ και απότομον;». Εκείνος δε απήντησε: «(Τόσω το καλλίτερον). Αφού εκείνος που θα πέφτη χάμω θα...δυσαρεστήται (θα πονή) περισσότερον» (!)
Ηγωνίζοντο δε δρόμον μεν απλούν παιδία, των οποίων τα πλείστα ήσαν τέκνα αιχμαλώτων, δρόμον δε μακρόν άνω των εξήκοντα Κρητών διέτρεξαν. Άλλοι δε ηγωνίσθησαν εις την πάλην και την πυγμήν και το παγκράτιον, και ούτω απέβη το θέαμα παρά πολύ ενδιαφέρον. Διότι πολλοί είχαν κατέλθη εις το στάδιον, ίνα αγωνισθούν, και, επειδή (μεταξύ των άλλων) εθεώντο αυτούς κ' εταίραι, πολλή περί την νίκην άμιλλα είχε προκληθή.
Ηγωνίσθησαν δε και ίπποι, οι οποίοι έπρεπεν, αφού τρέξουν επί της κατωφερείας του λόφου, φθάσουν μέχρι της παραλίας κ' εκείθεν υποστρέψουν, να γυρίσουν και πάλιν άνω προς τον λόφον.
Και κάτω μεν (επί του σταδίου) ηγωνίζοντο κυλιόμενοι οι αθληταί. Άνω δε, προς το μάλλον ανηφορικόν του όρους μέρους, επροχώρουν οι ίπποι, μόλις δυνάμενοι να βαδίζουν. Οπότε και μεγάλαι κραυγαί και γέλωτες και ξεφωνητά δυνατά προς παρακίνησιν αυτών (καθ' όλον το στάδιον) ηκούοντο.
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Α' ΤΟΜΟΥ Σ Η Μ Ε I Ω Σ I Σ Εις την μετάφρασιν αυτήν, δι' ην επιθυμώ πας τις να γνωρίζη ότι η χαρακτηριστικωτέρα της γραμμή είναι η &ευσυνειδησία& — ένα και αυτή από τα «φιλολογικά θαύματα» του Τόπου μας — εις την μετάφρασιν αυτήν ό,τι κυρίως λέγομεν «παρόραμα» διά τα μη έχοντα καμμίαν σχέσιν με την Ζωήν ή με την μουσικήν ευφωνίαν έργα δεν υπάρχει. Πρόκειται ή περί διορθώσεων μεταφραστικών του συγγραφέως ή περί απαιτήσεων ευφωνικών της φράσεως. Όχι περί τυπογραφικών αβλεψιών, από τας οποίας ελαχίστας θα ηδύνατό τις ν' ανεύρη εις αυτήν, και ταύτας επουσιωδεστάτας.
Έχομεν λοιπόν, πρώτον: παράλειψιν ευφωνικών ν εις λέξεις, ων έπονται άλλαι αρχόμεναι από φωνήεν, ως π. χ. αντί ήτο, ήτον.
Έπειτα λέξεις, ας η ομιλία μας, προς το πνεύμα της οποίας, εφ' όσον ήτο δυνατόν εις γλώσσαν συμβατικήν, προσανατολίσθη η μετάφρασις, αλάφρωσε εδώ μεν από αυξήσεις, εκεί δε από αναδιπλασιασμούς, αλλού δε από πολλούς και διαφόρους άλλους πίνους, έπειτα λέξεις, λέγω, ως π. χ. &παρασκευασμένος& αντί &παρεσκευασμένος,& ο αναγνώστης οφείλει να μη καταλογίση ως «λάθη».
Αλλ' υπάρχουν και περίοδοι, παράγραφοι, σελίδες πολλαχού ολόκληροι εν τη μεταφράσει, απαιτούσαι κάποιαν αρχαιοπρεπή πνοήν εις την σύνθεσιν ή δαμαζόμενοι από κάποιο διαφυγόν τον συγγραφέα πνεύμα ύφους αρχαΐζοντος. Εις τα μέρη αυτά τα: &παρασκευασμένος& και τα: &χωρίς& και τα: &λέγουν&, διά να υπάρξη ομοιομορφία μεν εις το όλον, συνέπεια δε του όλου προς τα μέρη, μεταβάλλονται εις: &παρεσκευασμένος&, εις &λέγουσιν&, εις &άνευ& κ. λ. π.
Εις άλλα πάλιν μέρη πρόκειται καθαρώς περί υστερογενών διορθώσεων της μεταφράσεως επί το πιστότερον ή το ευφωνότερον.
Και εις άλλα τέλος, περί συμπληρώσεων αυτής διά διαφυγουσών τον μεταφραστήν λέξεων ή φράσεων. Και τούτων και εκείνων ελαχίστων.
Με τας όπισθεν, λοιπόν, σημειουμένας διορθώσεις δίδεται η αρτιωτέρα της μεταφράσεως αυτής συμπλήρωσις, δεδομένου ότι ο αναγνώστης — έχων υπ' όψει του και ότι η σημείωσίς μου αυτή αναφέρεται και εις τα ενδεχόμενα «λάθη» του Β' τόμου — οφείλει να διορθώνη προηγουμένως εις το κείμενον, προ πάσης αναγνώσεως αυτού, όσα εις το τέλος εκάστου τόμου επανορθούνται, διά να έχη ούτω πλήρη την εικόνα της, ην εσημείωσα άνω, ευσυνειδησίας εκ της πολυπόνου εργασίας ταύτης, ήτις, με την πεποίθησιν ότι θα χρησιμεύση ως το φρονηματωδέστερον Ελληνικόν ανάγνωσμα, προσφέρεται μετά τιμών εις το Δημόσιον.
Δ Ι Ο Ρ Θ Ω Σ Ε Ι Σ {Έχουν ληφθεί υπ' όψη και διαγραφεί} &Σημ.& Παραλείπονται προσθήκαι ή αφαιρέσεις κομμάτων ή άλλων σημείων στίξεως ως επουσιώδεις. Επίσης καί τινες εσφαλμένοι συντάξεις του &να& ή &θα& με οριστικήν αντί με υποτακτικήν.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.
1) Νόμισμα χρυσούν, κοπέν υπό Δαρείου του Υστάσπου, εκ του ονόματος του οποίου και ωνομάσθη. Καλείται και δαρεικός στατήρ.
2) Εις την χώραν των Πισιδών. Ή άλλως Πισιδίαν καλουμένην.
3) Μέτρον οδοιπορικόν ισοδυναμούν προς 30 στάδια. Η λέξις περσική.
{Σύμφωνα με την σημείωση 26, το στάδιον αποτελείται από 185 μέτρα, άρα «ο ένας παρασάγγης» είναι 5,55 χιλιόμετρα}.
4) Έκαστον πλέθρον ισοδυναμεί προς 1/6 του σταδίου.
5) Δηλ. οι υπό τον Ξενίαν τον Παρράσιον εν τω Α' Κεφαλαίω μνημονευθέντες τριακόσιοι.
6) Έκαστος σίγλος =1 1/4 δραχμής.
7) Είδος μέτρου Βαβυλωνιακού.
8) Μέτρον Ελληνικόν.
9) Χάλκινα των μηρών καλύμματα.
10) Χαλκά καλύμματα του μετώπου και του στήθους.
11) Το χωρίον δύναται να μεταφρασθή και ως εξής: «Ο δε Κλέαρχος ηρώτα αν Θα γείνη η ειρήνη με μόνους τους άνδρας εκείνους του Ελληνικού στρατού, οι οποίοι θ' απέλθουν (οδηγούμενοι) προς προμήθειαν τροφών, διαρκούσης της ειρήνης μόνον μέχρι της επιστροφής των, ή και με όλον τον Ελληνικόν στρατόν;».
12) Η λογική του χωρίου αυτού, είναι σοφιστική.
13) Το χωρίον αυτό ερμηνεύεται και ούτω: «.. θα ηδυνάμεθα να παραταχθώμεν με τάξιν και φειδώ καθ' όσων εξ υμών θέλομεν να πολεμώμεν;» 14) Ή κατά λέξιν: «Και εκείνοι μεν πλησίον των οποίων προσεπάθει να είναι πρώτος &(και καλύτερος)& εις την φιλίαν, διαβάλλων μεταξύ των τους καλυτέρους εξ αυτών, διενοείτο ότι πρέπει ν' αποκτήσουν &(εσκέπτετο ότι καλά και σώνει πρέπει ν' αποκτήσουν)& την πανουργίαν ταύτην)».
15) Θεμελιωτο0 της Κυρηναϊκής Σχολής.
16) Είναι γνωστόν ότι ο Ξενοφών ήτο τότε μόλις 30 ετών.
17) Ή άλλως: οι άνδρες μας και να πληγωθούν και ν' αποθάνουν μαχόμενοι γνωρίζουν.
18) Κατ' άλλην ερμηνείαν: «Όταν δε καταστήσετε (βάλετε μέσα εις τας ψυχάς σας) τους αρχηγούς σας (το πνεύμα της αρχηγίας)».
19) Ρητορικός τρόπος του λέγειν, διά να παραστήση ο Ξενοφών, πόσον Θα ήτον επικίνδυνος διά τον βασιλέα η παραμονή των Ελλήνων εις την χώραν του, πρόθυμον, διά ν' απαλλαγή αυτών, να ενδώση και εις τας παραλογωτέρας ακόμη αξιώσεις των.
20) Κατά την περί εκλείψεων κρατούσαν τότε δοξασίαν.
21) Λίθον περιέχοντα τύπους κογχυλίων απολιθωμένα κογχύλια.
22) Ανακόλουθον το χωρίον προς τα επόμενα.
23)Το όλον σώμα των Ελλήνων απετέλει τετράπλευρον, ούτινος το μεν πρόσθεν μέρος ωνομάζετο μέτωπον, το δ' όπισθεν ουρά, τα δε πλάγια κέρατα.
24) Το χωρίον είναι από τα μάλλον δυσερμήνευτα του Ξενοφώντος.
Έχων υπ' όψει τας εν τη εκδόσει του Πανταζίδου διαφόρους αυτού ερμηνείας και διορθώσεις, ηκολούθησα, και όσον αφορά την ερμηνείαν και όσον αφορά την διόρθωσιν, την μάλλον συνεπή και λογικήν, αρμοζομένην δε πλειότερον προς την απλότητα του ύφους του Ξενοφώντος.
25) Το οποίον ήδη είχε φθάση εις τον δεύτερον λόφον.
26) Ήτοι εις απόστασιν — προς 186 μέτρα το στάδιον — μέτρων 111,60.
27) Είναι εκείνοι οίτινες είχαν προκαταλάβει την προεξοχήν του όρους. («λόφον»).
28) Διά την συχνοτάτην επανάληψιν της λέξεως σημαινούσης τα προς συντήρησιν αναγκαία, την αφήνω ενίοτε αναπόδοτον.
29) Ενιαχού ενόμισα κατάλληλο, να παραθέτω παρά τας αποδοθείσας και τας αντιστοίχους εκ του κλασσικού κειμένου λέξεις.
30) Περί της οποίας έγεινε λόγος εις το αμέσως προηγούμενον Κεφάλαιον, από τον επιζήσαντα εκ των δύο του Ξενοφώντος οδηγών, όταν ηρωτήθη εάν υπάρχει κανέν «δύσβατον» μέρος.
31) Την εν τω κειμένω ονομαζομένην «υπερβολήν» η «έκβασιν», δηλ. την κορυφογραμμήν του όρους, ην, αφού υπερβή τις, κατέρχεται εις την άλλην αυτού πλευράν. Αύτη λέγεται και «φανερά έκβασις», ήγον δε προς αυτήν δύο οδοί, η ανηφορική μεν («ορθία»), αλλ' ευρεία, ην εβάδισαν οι περί τον Χειρίσοφον, και η εκ πλαγίου, η στενή μεν, αλλ' ομαλή, ην εβάδισαν οι εθελονταί και οι οπισθοφύλακες μετά του Ξενοφώντος.
32) Κατά παρέκτασιν της εννοίας του μέρους προς το όλον η «φανερά έκβασις = διάβασις λέγεται και «φανερά οδός», το τέρμα της οποίας απετέλει η «φανερά έκβασις».
33) Ον ο Ξενοφών ονομάζει εδώ «μαστόν».
34) Τούτον τον λόφον ονομάζει ο Ξενοφών «λόφον αντίπορον», ως δι' πόρου — φάραγγος — ίσως — χωριζόμενον υπό του μαστού.
35) Όχι ολίγαι των παρενθέσεων, όπως αυτή, είναι επεξηγηματικαί φράσεων ή λέξεων του κειμένου. Τοιαύτας επεξηγήσεις έθεσεν επίτηδες &παραπλεύρως της μεταφράσεως& ο μεταφραστής, διά να παρουσιάζη εις τον αναγνώστην συνεχεστέραν την έννοιαν αυτών προς την της μεταφράσεως.
36) Τόσον εις το Κεφάλαιον αυτό, όσον και εις το δ' του Γ' βιβλίου και εν γένει εις τα δυσκολώτερα χωρία της «Αναβάσεως» είχα υπ' όψει μου και τας επ' αυτής ερμηνευτικάς σημειώσεις και διορθώσεις του μακαρίτου Ι. Πανταζίδου, τηρών, εννοείται, πάντοτε ακεραίαν, παρά τον προς εκείνας σεβασμόν, και την προσωπικήν μου επ' αυτών γνώμην και αντίληψιν. Ομολογώ το βοήθημα, αλλά και δεν αποκρύπτω την καθ' όλην την πολύμοχθον μετάφρασιν αυτήν πρωτοβουλίαν μου.
37) Φρονώ ότι από τον πρωτόγονον αυτόν τρόπον του συνθέτειν, ομοίους του οποίου είναι απολύτως αδύνατον να νεωτεροποιήση τις, δι' ο και αφήνω αυτούς ως έχουν, και κατά τον οποίον ως μόνον συνδετικόν των προτάσεων χρησιμεύει ο δε, η σημερινή σύνθεσις είναι ανωτέρα υπό πάσαν έποψιν. Η «απλότης», η τόσον ευγενής και αρμονική εις την Σκέψιν, όσον και αν ήναι αύτη σοβαρά δείγματα δε της οποίας εις τους λόγους και τα διαλογικά μέρη των έργων του μας παρέχει αφθονώτατα ο Ξενοφών, αποτελούσα εκεί το ευγενέστερον του κλασσικισμού στοιχείον, η απλότης αύτη εις την περιγραφήν, την διήγησιν, τον μύθον και άλλα είδη του λόγου, αντικειμενικά απολύτως, νομίζω ότι αποτελεί μάλλον μειονέκτημα συγγραφικόν, του οποίου δεν ήτο και ο Ξενοφών απηλλαγμένος.
38) Και άλλος πρωτόγονος τρόπος του συνδέειν τας προτάσεις προς αλλήλας διά του &και&.
39) Του υπό τον Λύκιον.
40) Εκείνων οίτινες ήσαν παρατεταγμένοι επί των υψωμάτων, άνωθεν του ήδη διωκομένου βαρβαρικού ιππικού.
41) Ως θα ελέγαμεν σήμερα: να παρατάξουν κατά παραγωγήν».
42) Ο Ξενοφών είναι μόνος υπό έμπνευσιν σοβαρός «στρατιωτικός συγγραφεύς» της Αρχαιότητος. Προκείμενου λοιπόν ν' αποδοθή και η ελαχίστη στρατιωτική αυτού λεπτομέρεια σαφώς και επακριβώς, ο Αναγνώστης θα διείδε βέβαια ότι πάσαν κατεβάλομεν προσοχήν όπως δι' όσον το δυνατόν ακριβολογωτέρας και κυριολεκτικωτέρας φράσεως και λέξεως αποδώσαμεν την έννοιαν του κειμένου.
43) Ο Ξενοφών δεν είναι μόνον στρατηγός υπέροχος δι' όλης της Καταβάσεως αυτής. Αλλά και άνθρωπος. Άνθρωπος, ον θα ενόμιζέ τις ότι, 400 έτη προ Χριστού, είχε σφυρηλατήση η σφύρα της χριστιανικής αγάπης εις το τέλειον. Τοιαύτην «υπέρ των πεινώντων και των καμνόντων» μέριμναν, αμφιβάλλω αν θα ηδύναντο να επιδείξουν πολλοί εκ των είτε εν ειρήνη, είτε εν πολέμω στρατηγών του συγχρόνου χριστιανικού πολιτισμού. Ο Ξενοφών δύναταί τις να είπη ότι είναι ένας εκ των εξανθρωπιστών Χριστιανών των προ του Χριστιανισμού χρόνων προς αιωνίαν τιμήν της αιωνίας Πατρίδος που τον γέννησε.
44) Τας οποίας θα ελάμβαναν εξ άλλων χωρίων, αντί εκείνων τας οποίας, κατηνάλωσαν.
45) Εις μετάφρασιν, της οποίας η γλώσσα είναι συμβατική, η δημοτική, εν τούτοις, ζητεί κάποτε, παρά τους όρους της συμβάσεως, τα δικαιώματά της, εις μέρη προ πάντων, άτινα δεν είναι δυνατόν άλλως ή δι' αυτής να μεταφρασθούν — όπως εδώ.
46) Ή υπεδείκνυαν διά νευμάτων ό,τι εχρειάζοντο.
47) Στρέφων δηλ. αυτήν δεξιά ή αριστερά, ώστε να βαδίζη προηγουμένου του ενός κέρατος και τελευταίου ακολουθούντος του ετέρου (ίδε: Ξενοφώντος Ανάβασιν εκ διορθώσεως και ερμηνείας Ι.
Πανταζίδου σελ. 818 σημ).
48) Το χωρίον: «Και τι δει σε ιέναι και λιπείν την οπισθοφυλακίαν;» μεταφράζεται κατά λέξιν: «Και τι σε αναγκάζει (ή: Και διατί πρέπει) να μεταβής συ και να εγκαταλείψης την οπισθοφυλακήν;» Αλλ' ο Ξενοφών είπεν ανωτέρω ότι είναι διατεθειμένος να μεταβή με τους οπισθοφύλακάς του. Διά την συνέπειαν λοιπόν του νοήματος μεταφράσαμεν ως ανωτέρω.
49) Καθ' ων ήδη επήρχοντο οι πελτασταί και οι περί τον Χειρίσοφον οπλίται.
50) Ή: δεν απέχει από μας παρά ενάμισυ μόλις πλέθρον.
51) Τα κατώτατα του Θώρακος, απολήγοντα εις δερματίνας λωρίδας, ουχί σπανίως κεκαλυμμένας από ελάσματα μετάλλινα.
52) Ή, κατ' άλλην ερμηνείαν:...όστις καθώς έλεγεν, είχεν εξαγορασθή ως δούλος εν Αθήναις και όστις εβεβαίου ότι εγνώριζε την γλώσσαν ανθρώπων τούτων. «Και αναμφιβόλως — προσέθηκεν — η χώρα αύτη θα ήναι η πατρίς μου...»
53) «Τάσσοντες δηλαδή τους 100 άνδρας του λόχου τον ένα μετά τον άλλον και αφήνοντες διαλείμματα μεταξύ των λόχων». Ίδε «Ξενοφ. Ανάβασιν εκ διορθώσεως και ερμηνείας I. Πανταζίδου• σελ. 286 σημ.
54) Ή θα καταστούν ισχυρότεροί μας οι πολέμιοι.
55) Το κείμενον ελέγει: «ώσπερ τροπής γεγενημένης». Το δε ξάνοιγμα της μεταφράσεώς του οφείλεται εις τον Πανταζίδην.