SigPhi · Plutarch

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 (Modern Greek (1453-))

Page 3 of 14

δ' ότι φυλάττουσι, και άλλα ότι πέμπουσι προς εκείνον, μέχρις ότου διέφθειραν δυο οίκους εκ των αρίστων νομιζομένων, τον των Ακυλίων, όστις είχε τρεις βουλευτάς, και τον των Ουιτελλίων, όστις είχε δύο. Ήσαν δ' όλοι ούτοι εκ μητέρων ανεψιοί του υπάτου Κολλατίνου, μεταξύ δ' ιδίως των Ουιτελλίων και του Βρούτου υπήρχεν άλλη οικειότης, ότι την αδελφήν αυτών είχεν ο Βρούτος, και πολλούς είχεν υιούς εξ αυτής, ών δύο, τους ενήλικας, συγγενείς όντας αυτών και σχετικούς, εκέρδισαν οι Ουιτέλλιοι, και τους έπεισαν να γίνωσι μέτοχοι της προδοσίας, και συνδεθέντες μετά του μεγάλου γένους των Ταρκυνίων, και βασιλικών κοινωνήσαντες ελπίδων, να εγκαταλείψωσι του πατρός των την ηλιθιότητα και την δυστροπίαν· δυστροπίαν μεν λέγοντες την αδυσώπητον αυτού αποστροφήν προς τους πονηρούς, ηλιθιότητα δε την χρησιμεύσασαν επί πολύν καιρόν ως προσποιήσιν και προκάλυμμα όπως προφυλαχθή κατά των τυράννων, και ής ουδ' ύστερον απέφυγε την επωνυμίαν.

Δ. Αφ' ού δ' επείσθησαν οι νεανίσκοι, και συνενοήθησαν μετά των Ακυλίων, απεφασίσθη υφ' όλων να ομόσωσιν όρκον μέγαν και φοβερόν, ως σπονδήν επιχέοντες αίμα ανθρώπου σφαγέντος, και τα σπλάγχνα αυτού εγγίζοντες. Προς ταύτα λοιπόν συνήλθον εις την οικίαν των Ακυλίων, και ο οίκος εις όν έμελλον να πράξωσι ταύτα ήτον ως επόμενον έρημος σχεδόν και σκοτεινός· αλλά δεν παρετήρησαν ότι εντός αυτού είχε κρυβή υπηρέτης τις, Ουινδίκιος καλούμενος, ουχί προς επιβουλήν ή διότι προενόησέ τι εκ των μελετωμένων, αλλά διότι έτυχε να είναι εντός, και φοβηθείς να φανή εις αυτούς, όταν τους είδε να έρχωνται μετά σπουδής, εστάθη οπίσω κιβωτίου εκεί ευρεθέντος, ώστε και τα πραττόμενα έβλεπε, και ήκουσεν όσα εβουλεύοντο. Απεφάσισαν δ' αυτοί να φονεύσωσι τους Υπάτους, και γράψαντες περί τούτου επιστολάς εις τον Ταρκύνιον, επέδωκαν αυτάς εις τους πρέσβεις, οίτινες εκεί κατώκουν φιλοξενούμενοι υπό των Ακυλίων και τότε παρευρέθησαν εις την συνωμοσίαν. Αφ' ού δε, ταύτα πράξαντες, ανεχώρησαν, εξήλθε κρυφίως ο Ουινδίκιος, και δεν ήξευρε πώς να ενεργήση ως προς τα εκ τύχης εις αυτόν ανακαλυφθέντα, δεινόν μεν νομίζων, καθώς και ήτον, να κατηγορήση προς πατέρα, τον Βρούτον, ανόσια των υιών του βουλεύματα, ή τα των ανεψιών προς τον θείον αυτών Κολλατίνον, ουδένα δ' ιδιώτην Ρωμαίον άξιον εμπιστοσύνης νομίζων, διά τοιαύτα απόρρητα. Αλλά παν άλλο δυνάμενος μάλλον παρά να ησυχάση, και υπό της συνειδήσεως του πράγματος ελαυνόμενος, απηυθύνθη προς τον Ουαλέριον, ενθαρρυνθείς προπάντων υπό των φιλολάων και φιλανθρώπων τρόπων αυτού, διότι ήτον εις όλους ευπρόσιτος όσοι είχον ανάγκην αυτού, και την οικίαν του είχε πάντοτε ανοικτήν, και ποτέ δεν απέρριπτε των ταπεινοτέρων πολιτών ούτε λόγον ούτε υπόθεσιν.

Ε. Όταν λοιπόν ανέβη προς αυτόν ο Ουινδίκιος, και τω είπε τα πάντα, επί παρουσία μόνου του αδελφού του Μάρκου και της γυναικός του, εκπλαγείς και φοβηθείς ο Ουαλέριος, δεν αφήκε τον άνθρωπον ν' αναχωρήση, αλλά κλείσας αυτόν εις την οικίαν του, και επιστήσας την γυναίκα του φύλακα εις την θύραν, διώρισε τον αδελφόν του να περικυκλώση την βασιλικήν έπαυλιν, και να λάβη, αν ήτον δυνατόν, τα γράμματα, και να παραφυλάττη τους υπηρέτας.

Αυτός δε, μετά πολλών πελατών και φίλων, οίτινες ήσαν πάντοτε περί αυτόν, και μετά πολλών θεραπόντων, εβάδισε προς την οικίαν των Ακυλλίων, οίτινες δεν ήσαν εντός, και καθ' ήν στιγμήν ουδείς το επρόσμενεν, εισχωρήσας διά των θυρών, εύρε τα γράμματα κείμενα, όπου κατώκουν οι πρέσβεις. Ενώ δε ταύτα έπραττεν, έδραμον μεθ' ορμής οι Ακύλλιοι, και απαντήσαντες αυτόν περί τας θύρας, εζήτουν να τω αφαιρέσωσι τας επιστολάς· εκείνοι δ' ανθίσταντο, και περιτιλύσσοντες τα ιμάτια περί τους τραχήλους των, μόλις και μετά βίας, ωθούντες και ωθούμενοι διά των στενών οδών, έφθασαν εις την αγοράν. Τα αυτά εγίνοντο, συγχρόνως και εις την βασιλικήν έπαυλιν, όπου ο Μάρκος συνέλαβεν άλλα γράμματα, και τα έφερεν εντός σκευών, σύρων συγχρόνως εις την αγοράν και όσους εδύνατο εκ των βασιλικών οικετών.

ΣΤ. Αφ' ού δ' οι Ύπατοι έπαυσαν τον θόρυβον και κατά παραγγελίαν του Ουαλερίου εκομίσθη ο Ουινδίκιος εκ της οικίας του, και μετά την κατηγορίαν ανεγνώσθησαν τα γράμματα, τότε οι άνδρες ουδέν ετόλμησαν ν' αρνηθώσι· και οι μεν άλλοι ίσταντο κατηφείς και σιωπηλοί· ολίγοι δε, χάριν θέλοντες να κάμωσιν εις τον Βρούτον, ωμίλουν περί εξορίας. Και ο Κολλατίνος δε τοις έδιδεν ελπίδας τινάς, διότι εδάκρυε, και ο Ουαλέριος, σιωπών. Ο δε Βρούτος, προσφωνήσας ονομαστί εκάτερον των υιών του, «Έλα, ω Τίτε, είπεν, έλα, ω Ουαλέριε· διατί δεν απολογείσθε προς την κατηγορίαν;» Αφ' ού δε τρις ερωτηθέντες δεν απεκρίθησαν, στρέψας προς τους υπηρέτας το πρόσωπον, «Εδικόν σας είναι, είπε, το επίλοιπον έργον». Τότε δ' αυτοί, συλλαβόντες αμέσως τους νεανίσκους, έσχισαν τα ιμάτιά των, έδεσαν οπίσω τας χείρας των, και απηνώς τους ερράβδιζον. Και οι μεν άλλοι δεν ηδύναντο να βλέπωσι το θέαμα τούτο, ουδ' υπέμενον αυτό· εκείνος δε λέγεται ότι ούτε τα βλέμματα απέστρεψεν αλλαχού, ούτε εξ οίκτου εμετρίασε την έκφρασιν της οργής, και αυστηρότητος του προσώπου του, αλλ' αγρίως έβλεπε τους υιούς του τιμωρουμένους, έως ού απλώσαντες αυτούς εις το έδαφος, τοις έκοψαν τας κεφαλάς διά του πελέκεως. Τότε, αφήσας τους άλλους εις τον συνάρχοντα, αυτός αναστάς, ανεχώρησεν, έργον πράξας μη επιδεχόμενον ούτε αξίως να επαινεθή, ούτε να κατηγορηθή· διότι, ή το υψος της αρετής κατήντησε την ψυχήν του εις απάθειαν, ή του πάθους το μέγεθος εις αναλγησίαν· ουδέ το έν δε ουδέ το άλλο είναι ή μικρόν ή ανθρώπινον, αλλ' ή θείον ή θηριώδες. Δικαιότερον δ' είναι η κρίσις ν' ακολουθήση μάλλον του ανδρός την δόξαν, παρά να μη πιστευθή η αρετή αυτού, εξ αιτίας της ασθενείας του κρίνοντος. Διότι οι Ρωμαίοι ολιγώτερον πιστεύουσιν ότι έργον του Ρωμύλου υπήρξεν η ίδρυσις της πόλεως, παρ' ό,τι η κτίσις και αποκατάστασις της πολιτείας υπήρξεν έργον του Βρούτου.

Ζ. Αφ' ού δ' απήλθεν εκ της αγοράς τότε, επί πολύν καιρόν φρίκη και σιωπή κατείχε πάντας διά τα γενόμενα. Βλέποντες δ' οι Ακύλιοι την μαλακότητα και την βραδύτητα του Κολλατίνου, έλαβον θάρρος, και απήτουν να λάβωσιν εις απολογίαν καιρόν, και να τοις δοθή ο Ουινδίκιος, διότι ήτον δούλος των, και να μη μείνη υπό τους κατηγόρους των. Και ο μεν Κολλατίνος ήθελε να συγκατανεύση εις ταύτα, και να διαλύση την εκκλησίαν· αλλ' ο Ουαλέριος, ούτε τον άνθρωπον ήθελε ν' αφήση ν' αναμιγή εις τον πέριξ όχλον, ούτε εις τον δήμον επέτρεπε ν' αφήση τους προδότας να φύγωσι. Τέλος δε, συλλαβών αυτούς διά των χειρών του, επεκαλείτο τον Βρούτον, και προς τον Κολλατίνον εβόα ότι κάκιστα πράττει, αν, αφ' ού εις τον συνάρχοντά του επέβαλεν ανάγκην παιδοκτονίας, νομίζη τώρα ότι πρέπει να χαρίση εις τας γυναίκας των τους προδότας και τους εχθρούς της πατρίδος.

Επειδή δ' ο ύπατος ηγανάκτει, και διέταττε να συλλάβωσι τον Ουινδίκιον, οι μεν υπηρέται, απωθούντες τον όχλον, συνελάμβανον τον άνθρωπον, και εκτύπων τους θέλοντας να τον αφαιρέσωσιν απ' αυτών, οι δε φίλοι του Ουαλερίου εστάθησαν εμπρός να τον υπερασπίσωσι, και ο δήμος εβόα να έλθη ο Βρούτος. Ήλθε λοιπόν αυτός επιστρέψας, και αφ' ού όλοι εσιώπησαν διά να τον ακούσωσιν, είπεν ότι των μεν υιών του αυτός ήτον κατάλληλος δικαστής, περί δε των άλλων αφήνει να ψηφίσωσιν οι πολίται, οίτινες εισίν ελεύθεροι. Ας ομιλήση επομένως όστις θέλει, και ας πείση τον δήμον. Λόγοι όμως δεν εχρειάσθησαν πλέον, αλλ' έγινε ψηφοφορία, και παμψηφεί καταδικασθέντες, επελεκίσθησαν. Ο δε Κολλατίνος ήτον μεν, ως φαίνεται, και ύποπτος οπωσούν, εξ αιτίας της προς τους βασιλείς συγγενείας του, ωργίζοντο δε κατ' αυτού οι Ρωμαίοι και διά το δεύτερον όνομά του, μισούντες τον Ταρκύνιον. Όταν δε συνέβησαν ταύτα, δυσαρεστήσας αυτούς εντελώς, αφήκεν εκουσίως την αρχήν, και ανεχώρησεν εκ της πόλεως. Τότε έγινον πάλιν αρχαιρεσίαι, και ανεδείχθη ομοθύμως ύπατος ο Ουαλέριος, λαβών την αξίαν ταύτην ως της προθυμίας του αμοιβήν. Νομίσας δ' ότι μέρος αυτής έπρεπε ν' απολαύση και ο Ουινδίκιος, εψήφισε να γίνη αυτός πρώτος απελεύθερος (137) πολίτης εις την Ρώμην, και να έχη δικαίωμα ψήφου, καταγραφείς εις οποιανδήποτε φρατρίαν ήθελε (138). Εις δε τους άλλους, απελευθέρους εξώρας και μετά πολύν χρόνον έδωκεν εξουσίαν ψήφου ο Άππιος, χαριζόμενος εις τον δήμον. Η δ' εντελής απελευθέρωσις μέχρι τούδε ονομάζεται Ουινδίκτα (139) δι' εκείνον, ως λέγεται, τον Ουινδίκιον.

Η. Μετά δε τούτο, τα μεν χρήματα των βασιλέων αφήκαν τους Ρωμαίους να τα διαρπάσωσι, κατέσκαψαν δε την οικίαν αυτών και την έπαυλιν· το δε τερπνότατον μέρος του Αρείου πεδίου, κτήμα όν του Ταρκυνίου και τούτο, το αφιέρωσαν εις τον Θεόν (140).

Έτυχε δε να είναι τότε θερισμένον, και τα δέματα εκείντο κατά γης. Αλλ' ένεκα της αφιερώσεως ενόμισαν ότι δεν πρέπει να τ' αλωνίσωσιν ουδέ να τα μεταχειρισθώσι, και συνελθόντες όλοι, έφερον τα δράγματα εις τον ποταμόν. Ομοίως δε κόπτοντες και τα δένδρα τα έρριπτον εις αυτόν, αφήνοντες τον τόπον εις τον θεόν γυμνόν όλως και άκαρπον. Επειδή δε πολλά και αθρόα ωθούντο επάλληλα, ο ποταμός δεν τα έσυρε μακράν, αλλ' όπου τα πρώτα εστάλησαν συναχθέντα και πεσόντα εις αβαθή μέρη, και όσα ήρχοντο κατόπιν δεν είχον πόθεν να διαβώσιν, αλλ' ανεχαιτίζοντο και περιεπλέκοντο, εκεί η σύμπηξις ενεδυναμούτο, και ελάμβανε ρίζωσιν, ήν ηύξανεν έτι το ρεύμα· διότι επέφερε πηλόν πολύν, και ούτος προστιθέμενος πέριξ έδιδε τροφήν συγχρόνως και κόλλησιν, και οι κτύποι των υδάτων δεν τον εσάλευον, αλλά τον επίεζον μαλακώς, και συνήγον και συνέπλαττον τα πάντα εις έν.

Όσον δε μεγαλητέρα και στερεωτέρα εγίνετο η συσσώρευσις, τόσον μάλλον ηύξανε το μέγεθος αυτής, και εσχηματίσθη χώρα δεχομένη τα πλείστα των καταφερομένων υπό του ποταμού. Αύτη σήμερον, είναι ιερά εις την πόλιν νήσος, και έχει ναούς θεών και περιπάτους, και ονομάζεται κατά των Λατίνων την γλώσσαν «Μέση δύο γεφυρών (141).» Τινές δε διηγούνται ότι τούτο συνέβη ουχί ότε καθιερώθη το πεδίον του Ταρκυνίου, αλλά πολύν καιρόν μετέπειτα, ότε η Ταρκυνία ανέθηκεν άλλο γειτνιάζον χωρίον. Ήτον δ' η Ταρκυνία παρθένος ιέρεια, μία των Εστιάδων, και έλαβε τιμάς διά τούτο μεγάλας, μεταξύ δ' άλλων και το να δέχωνται την μαρτυρίαν αυτής, μόνης μεταξύ όλων των γυναικών. Εψηφίσθη δε να τη επιτραπή και να νυμφευθή· αλλ' εκείνη δεν το εδέχθη. Και ταύτα μεν μυθολογούσιν ότι ούτως εγένοντο.

Θ. Τον δε Ταρκύνιον, απελπισθέντα ν' αναλάβη την αρχήν διά προδοσίας, εδέχθησαν οι Τυρρηνοί προθύμως, και τον συνώδευσαν μετά μεγάλης δυνάμεως εναντίον της Ρώμης (142). Έφερον δε κατ' αυτών τους Ρωμαίους οι ύπατοι, και παρέταξαν αυτούς εις χωρία ιερά, ών το μεν καλούσιν Άρσιον άλσος, το δε Αισούειον λειμώνα (143). Άμα δ' ήρχισαν να έρχωνται εις χείρας, Άρρων, ο υιός του Ταρκυνίου, και Βρούτος, ο ύπατος των Ρωμαίων, συναντηθέντες, ουχί κατά τύχην, αλλ' εξ έχθρας και οργής ο μεν κατά του τυράννου και του εχθρού της πατρίδος, ο δε ως εκδικούμενος διά την εξορίαν του, ώρμησαν έφιπποι κατ' αλλήλων.

Συγκρουσθέντες δε μετά θυμού μάλλον ή μετά φρονήσεως, δεν εφρόντισαν να προφυλάξωσιν εαυτούς, και εφονεύθησαν ο είς υπό του άλλου. Μετά προοίμια τοσούτον δεινά του αγώνος, απέβη και ο αγών αυτός ουχί ημερώτερος, και οι στρατοί πολλά βλάψαντες αλλήλους και πολλά παθόντες, εχωρίσθησαν τέλος εκ καταιγίδος.

Διετέλει δ' εν απορία ο Ουαλέριος, αγνοών της μάχης την έκβασιν, και βλέπων τους στρατιώτας λυπουμένους διά τους αποθανόντας συντρόφους των, επαιρομένους δε διά τους νεκρούς των εχθρών. Τόσον ο φόνος διά το πλήθος των πιπτόντων εφαίνετο ίσος εκατέρωθεν, και δύσκολον να διακριθή τίνων ήτον ο περισσότερος. Αλλ' έκαστον μέρος, βλέπον εκ του πλησίον τας ιδίας ζημίας, ήτον βεβαιότερον περί της ήττης του παρά περί της νίκης, ήν εδύνατο να εικάση εκ της ζημίας των πολεμίων. Όταν δ' επήλθεν η νυξ, οποία έπεται να είναι νυξ δι' ανθρώπους ούτω πολεμήσαντας, και αφ' ού ησύχασαν τα στρατόπεδα, λέγουσιν ότι εσείσθη το άλσος, και εξ αυτού ότι εξήλθε φωνή μεγάλη λέγουσα, ότι Τυρρηνοί απέθανον κατά ένα πλείονες των Ρωμαίων. Ήτον δε βεβαίως θεία η φωνή εκείνη, και ευθύς μετ' αυτήν οι μεν έτρεξαν αλαλάζοντες μεγάλως και θαρραλέως, οι δε Τυρρηνοί περίφοβοι και συνταραχθέντες, ετράπησαν εις φυγήν εκ του στρατοπέδου, και διεσπάρησαν οι πλείστοι. Τους δ' εναπομείναντας, κατά τι ολιγωτέρους των πεντακισχιλίων, επελθόντες συνέλαβον οι Ρωμαίοι, και διήρπασαν τα λοιπά. Οι δε νεκροί μετρηθέντες, ευρέθησαν ένδεκα μεν χιλιάδες τριακόσιοι οι των εχθρών, οι δε των Ρωμαίων τοσούτοι και αυτοί παρά ένα. Η μάχη αύτη λέγουσιν ότι έγινε την προτεραίαν των Καλανδών Μαρτίων (144).

Επανηγύρισε δ' επ' αυτής θρίαμβον ο Ουαλέριος, πρώτος εκ των υπάτων εισελθών εις την Ρώμην επί τεθρίππου. Και το πράγμα εφάνη θέαμα ευγενές και μεγαλοπρεπές, ουδ' εκίνησε φθόνον ουδέ δυσαρέσκειαν, ώς τινες λέγουσι, των ιδόντων· διότι τότε δεν θα επεθυμείτο τοσούτον, ουδέ θα προυκάλει φιλοτιμίαν έτη πάμπολλα διαμένουσαν. Είδον δ' ευχαρίστως τον Ουαλέριον κοσμήσαντα διά τιμών και την εκφοράν του συνάρχοντός του και τον ενταφιασμόν.

Και λόγον απήγγειλεν εις αυτόν επιτάφιον, όστις τοσούτον ήρεσεν εις τους Ρωμαίους και τους ευχαρίστησεν, ώστε έκτοτε συνήθεια επεκράτησεν, όλοι οι αγαθοί και μεγάλοι, όταν αποθάνωσι, να εγκωμιάζωνται υπό των αρίστων. Λέγεται δ' ότι και των ελληνικών επιταφίων προηγήθη εκείνος, εκτός αν και τούτο είναι έθος υπό του Σόλωνος εισαχθέν, ως ιστόρησεν ο ρήτωρ Αναξιμένης (145).

Ι. Αφ' ετέρου όμως δυσηρεστούντο κατά του Ουαλερίου, και τω προσήπτον ότι ο μεν Βρούτος, όν ο δήμος εθεώρει ως πατέρα της ελευθερίας, δεν απήτησε να άρχη μόνος, αλλ' εξελέξατο συνάρχοντας και πρώτον και δεύτερον. Ούτος δ' έλεγον, αφ' ού συνεκέντρωσε τα πάντα εις εαυτόν, δεν είναι κληρονόμος της υπατείας του Βρούτου, ήτις δεν τω συμφέρει, αλλά της τυραννίας του Ταρκυνίου. Και τι ωφελεί διά των λόγων μεν να εγκωμιάζη τον Βρούτον, να μιμήται δε τον Ταρκύνιον διά των έργων, και περικυκλούμενος υφ' όλων των ράβδων και των πελέκεων να καταβαίνη αυτός μόνος εξ οικίας μεγαλητέρας εκείνης του βασιλέως ήν κατεδάφισε; Διότι τω όντι ο Ουαλέριος κατώκει επιδεικτικώς, ως οι τραγωδιών βασιλείς, έχων, εις την καλουμένην Ουαλίαν, οικίαν επικρεμαμένην εις την αγοράν, επιβλέπουσαν εκ του ύψους τα πάντα και δυσκόλου αναβάσεως έξωθεν· ώστε όταν αυτός κατέβαινε, εφαίνετο η μορφή αυτού ως μετέωρος, και βασιλική της πομπής του η μεγαλοπρέπεια. Αλλ' αυτός έδειξε πόσον καλόν είναι ο εις αρχήν και εις πράγματα μεγάλα διατελών να έχη ώτα δεχόμενα την ελευθεροστομίαν μάλλον και τους αληθείς λογούς αντί της κολακείας. Διότι, ακούσας ότι εφαίνετο αμαρτάνων εις τον λαόν, ότε οι φίλοι του τω διηγούντο ταύτα, δεν εφιλονείκησεν ουδ' ηγανάκτησεν, αλλά ταχέως πολλούς συναγαγών τεχνίτας, εν ώ ήτον έτι νυξ, εκρήμνισε την οικίαν του, και την κατέσκαψε μέχρις εδάφους, ώστε το πρωί οι Ρωμαίοι, ότε συνέρευσαν και είδον τούτο, του μεν ανδρός επήνεσαν και εθαύμασαν την μεγαλοφροσύνην, ελυπούντο δε διά την οικίαν, και επόθουν αυτής το κάλλος και το μέγεθος, ως αν ήτον άνθρωπος, λέγοντες ότι αδίκως εκρημνίσθη και διά φθόνον, και ελυπούντο προσέτι διά τον άρχοντα, ότι ανέστιος έμεινε, και κατώκει εις ξένους οίκους. Διότι τον Ουαλέριον εδέχθησαν οι φίλοι αυτού, μέχρις ού ο δήμος τω έδωκε τόπον, και κατεσκεύασεν οικίαν μετριωτέραν εκείνης, όπου τώρα ίσταται το ιερόν το ονομαζόμενον της Ουίκας Πότας (146). Θέλων δ' ου μόνον, εαυτόν αλλά και την αρχήν αντί φοβεράς να καταστήση ήμερον και αγαπητήν εις το πλήθος, και τους πελέκεις αφήρεσεν από των ράβδων, και αυτάς τας ράβδους, όταν απήρχετο εις την συνέλευσιν, κατεβίβαζε και έκλινεν εμπρός του δήμου, μεγαλύνων την αξιοπρέπειαν της δημοκρατίας. Τούτο δε φυλάττουσι μέχρι τούδε οι άρχοντες. Διά τούτου δε δεν εταπεινούτο ο ίδιος, ως ο όχλος ενόμιζεν απατώμενος, αλλά διά της μετριότητος ταύτης κατέβαλλε και απέφευγε τον φθόνον, προσέθετε δ' εις εαυτόν τοσούτον δυνάμεως μέγεθος, όσον εφαίνετο ότι αφήρει εκ της εξουσίας, διότι ο δήμος εδέχετο αυτόν μεθ' ηδονής και τον υπέφερεν εκουσίως, ώστε και Ποπλικόλαν τον ανηγόρευσε. Σημαίνει δε το όνομα Δημοκηδή ή Φιλόδημον (147), και τούτο το όνομα υπερίσχυσε του λοιπού των αρχαίων ονομάτων, και τούτο θέλομεν μεταχειρισθή και ημείς, τον επίλοιπον βίον του ανδρός ιστορούντες.

ΙΑ. Επέτρεψε δε να θηρεύη και να δύναται να λάβη την υπατείαν όστις ήθελε. Πριν δ' ή εκλεχθή ο συνάρχων αυτού, μη γνωρίζων τι ήθελε συμβή, και φοβούμενος αντίπραξιν εκ φθόνου ή εξ αγνοίας, μετεχειρίσθη την μοναρχίαν εις εφαρμογήν των καλλίστων και μεγίστων πολιτικών μέτρων. Και πρώτον μεν ανεπλήρωσε την βουλήν, ής τα μέλη είχον ελαττωθή· διότι άλλα μεν είχον φονευθή υπό του Ταρκυνίου, άλλα δε προ ολίγου εν τη μάχη. Λέγουσι δε ότι οι υπ' αυτού εγγραφέντες ήσαν εκατόν εξήκοντα τέσσαρες.

Μετά δε ταύτα έγραψε νόμους, εξ ών εκείνος μάλιστα ενίσχυσε τον λαόν, όστις εις τον καταδικασθέντα υπό των υπάτων έδωκεν έφεσιν της δίκης εις τον δήμον· δεύτερος δε, ο διατάττων να φονεύηται όστις ήθελε λάβει αρχήν μη δοθείσαν υπό του δήμου· τρίτος δε μετά τούτους ο βοηθήσας τους πένητας, δι' ού αφήρεσε τους φόρους από των πολιτών, και έκαμεν όλους ν' ασχολώνται προθυμότερον εις τας εργασίας. Ο δε γραφείς κατά των απειθνούτων εις τους υπάτους, εφάνη και αυτός ότι ήτον επίσης δημοτικός, και ότι εγράφη υπέρ του λαού μάλλον παρά υπέρ των δυνατών διότι ως πρόστιμον της απειθείας έταξεν αξίαν πέντε βοών και δύω προβάτων. Ήτον δ' η τιμή του μεν προβάτου οβολοί δέκα (148), του δε βοός εκατόν διότι οι Ρωμαίοι δεν μετεχειρίζοντο έτι τότε πολύ νόμισμα, αλλ' είχον αφθονίαν προβάτων και κτηνοτροφίας. Διά τούτο και τας περιουσίας μέχρι τούδε από των προβάτων καλούσι Πεκούλια (149), και εις τα παλαιότατα των νομισμάτων επεχάραττον βουν, ή πρόβατον, ή αγριόχοιρον. Έδιδον δε και εις τους υιούς των Συίλλους και Βουβούλκους και Καπραρίους ονόματα, και Πορκίους, Κάπρας μεν τας αίγας, Πόρκους δε τους χοίρους ονομάζοντες (150).

IB. Ούτω λοιπόν ως προς ταύτα δημοτικός και μέτριος γενόμενος νομοθέτης, ως προς την τιμωρίαν υπερεπήδησε παν όριον μετριότητος· διότι έγραψε νόμον επιτρέποντα να φονεύωσιν άνευ κρίσεως πάντα όστις ήθελε να γίνη τύραννος· τον δε φονεύσαντα καθίστα καθαρόν του φόνου, αν έδιδεν αποδείξεις του εγκλήματος· διότι δεν ήτον δυνατόν ο τόσον μεγάλα επιχειρών να μη εννοηθή υπ' ουδενός, αλλά δεν ήτον αδύνατον, εννοηθείς, να προφθάση ν' αποφύγη την κρίσιν· διά τούτο επέτρεψεν εις πάντα τον δυνάμενον, να προλάβη κατά του αδικούντος την κρίσιν ήν αναιρεί το αδίκημα. Επηνέθη δε και διά τον ταμιευτικόν νόμον διότι, προκειμένου να συνεισφέρωσιν οι πολίται από των περιουσιών αυτών χρήματα εις τον πόλεμον, ούτε αυτός θέλων ν' αναμιγή εις του δημοσίου την οικονομίαν, ούτε να επιτρέψη εις τους φίλους του τούτο, ούτε δημόσια χρήματα να έλθωσι παντελώς εις ιδιώτου οικίαν, ταμείον μεν κατέστησε τον ναόν του Κρόνου, όν μέχρι τούδε προς τούτο μεταχειρίζονται (151). Ταμίας δ' επέτρεψεν εις τον δήμον να εκλέξωσι δύο εκ των νέων, και εξελέγησαν πρώτος ο Πούπλιος Ουετούριος και ο Μινούκιος Μάρκος, και χρήματα πολλά συνήχθησαν, διότι η απογραφή έφερεν εκατόν τριάκοντα χιλιάδας, εξηρέθησαν δε της συνεισφοράς αι χήραι και τα ορφανά. Αφ' ού δ' ούτω ταύτα διέταξε, κατέστησε συνάρχοντα αυτού Λουκρήτιον, τον πατέρα της Λουκρητίας, εις όν, ως πρεσβύτερον, παραχωρών την επισημοτέραν θέσιν, τω παρέδωκε τους καλουμένους Φάσκους (152), και η τιμητική αύτη διάκρισις διέμεινεν έκτοτε μέχρις ημών φυλαττομένη πάντοτε υπέρ των γεροντοτέρων. Επειδή δ' ολίγας ημέρας μετά ταύτα απέθανεν ο Λουκρήτιος, έγιναν πάλιν αρχαιρεσίαι, και εξελέγη ο Μάρκος Ωράτιος, και εκυβέρνησε μετά του Ποπλικόλα τον επίλοιπον του έτους καιρόν.

ΙΓ. Εν τούτοις δ' ο Ταρκύνιος ήρχισεν εν Τυρρηνία νέον κινών πόλεμον κατά των Ρωμαίων και τότε λέγεται ότι μέγα σημείον εγένετο· Εν ώ εβασίλευεν έτι, και είχε σχεδόν συντετελεσμένον τον ναόν του Καπιτωλίου Διός ο Ταρκύνιος, είτε κατά μαντείαν, είτε άλλως κατ' ιδίαν αυτού απόφασιν, παρήγγειλεν εις Τυρρηνούς τινας τεχνίτας εξ Ουηίων (153) να στήσωσιν εις την κορυφήν αυτού άρμα κεράμινον (154), και έπειτα μετ' ολίγον απεβλήθη του θρόνου. Όταν δ' οι Τυρρηνοί, πλάσαντες το τέθριππον, το έβαλον εις την κάμινον, δεν έπαθεν αυτό ό,τι έπρεπε να πάθη πηλός εις το πυρ, να συμπυκνωθή δηλαδή και να συγκαθήση διά την εξάτμισιν της υγρότητος, αλλ' εξετάθη και επρήσθη, και ηύξησεν εις μέγεθος μετά δυνάμεως και σκληρότητος τοσούτον, ώστε μόλις το εξήγαγον, αφαιρέσαντες την οροφήν της καμίνου, και καταρρίψαντες τους τοίχους. Επειδή δ' εφάνη εις τους μάντεις ότι το τέθριππον θα ήτο σημείον ευτυχίας και δυνάμεως δι' όποιον το είχε, απεφάσισαν οι Ουήιοι να μη το δώσωσιν εις τους Ρωμαίους οίτινες το απήτουν, και απεκρίθησαν ταύτα· ότι ανήκει εις τον Ταρκύνιον, ουχί εις τους εξώσαντας τον Ταρκύνιον.

Ολίγας δ' ημέρας μετά ταύτα υπήρχον ιππικοί αγώνες παρ' αυτοίς, και κατά μεν τα λοιπά υπήρξε το θέαμα και η συρροή των θεατών κατά τα ειθισμένα· ωδήγει δε το νικήσαν τέθριππον βραδέως ο ηνίοχος αυτού εστεφανωμένος εντός του ιπποδρόμου, όταν οι ίπποι, τρομάξαντες, ουχί εκ φανερός τινος αφορμής, αλλ' ή θεόθεν ελαυνόμενοι ή κατά τύχην, ώρμησαν μετά πάσης ταχύτητος, φέροντες τον ηνίοχον προς την πόλιν. Μάτην δ' αυτός έτεινε τας ηνίας και ήθελε να πραΰνη τους ίππους διά της φωνής· αλλ' αρπαγείς, και εις την ορμήν αυτών αφεθείς, εφέρετο ούτως έως ότου φθάσαντες κατά το Καπιτώλιον, τον έρριψαν εκεί κατά την πύλην, ήν ονομάζουσι σήμερον Ρατουμέναν. Ως δε τούτο εγένετο, θαυμάσαντες οι Ουήιοι, και φοβηθέντες, επέτρεψαν εις τους τεχνίτας να δώσωσι το άρμα.

ΙΔ. Τον δε ναόν του Καπιτωλίου Διός είχε μεν τάξει ν' αφιερώση ο Ταρκύνιος, ο υιός του Δημαράτου (155) όταν επολέμει κατά των Σαβίνων, αλλ' ωκοδόμησεν αυτόν ο Ταρκύνιος ο Σούπερβος, όστις ήτον υιός ή εγγονός του τάξαντος· ουδ' αυτός όμως επρόφθασε να τον αφιερώση, και ολίγον έλειπε μέχρι της τελειώσεως αυτού, όταν ο Ταρκύνιος απεβλήθη. Όταν δ' εντελώς απεπερατώθη, και εστολίσθη προσηκόντως, ο Ποπλικόλας είχε την φιλοτιμίαν αυτός να τον αφιερώση. Αλλά πολλοί των δυνατών τον εφθόνουν, και ολιγώτερον ηγανάκτουν διά τας λοιπάς τιμάς ών απήλαυσεν ως νομοθέτης και ως στρατηγός, διότι αύται τω ανήκον δικαιωματικώς· ταύτην δ' ως ξένην εις αυτόν ενόμιζον ότι δεν πρέπει να την λάβη, και προέτρεπον και παρώξυνον τον Ωράτιον ν' απαιτήση την αφιέρωσιν. Όταν λοιπόν ο Ποπλικόλας απήλθεν εις αναγκαίαν τινά εκστρατείαν, εψήφισαν ν' αφιερώση τον ναόν ο Ωράτιος, και τον ανεβίβασαν εις το Καπιτώλιον, ηξεύροντες ότι δεν θα το κατώρθουν όταν εκείνος ήτον παρών. Τινές δε λέγουσιν, ότι κλήροι ετέθησαν μεταξύ των υπάτων, και έλαχεν εκείνος μεν ν' απέλθη εις την εκστρατείαν παρά την θέλησίν του, ούτος δε να μείνη διά την καθιέρωσιν. Αλλά περί του πώς συνέβησαν ταύτα δύναται να εικάση τις εκ των γενομένων κατά την καθιέρωσιν.

Κατά τας σεπτεμβρίους Ειδούς (156), αίτινες συμπίπτουσι περί την πανσέληνον του Μεταγειτνιώνος (157), εν ώ όλοι ήσαν συνηθροισμένοι εις το Καπιτώλιον, ο μεν Ωράτιος, αφ' ού επεκράτησε σιωπή, τελέσας όλα τ' άλλα, και επιθέσας τας χείρας του εις τας θύρας, καθώς είναι συνήθεια, επρόφερε τας προσδιωρισμένας λέξεις εις τας καθιερώσεις· ο δ' αδελφός του Ποπλικόλα Μάρκος, προ πολλού ιστάμενος πλησίον των θυρών, και παραφυλάττων τον καιρόν, «Ω ύπατε, είπεν, ο υιός σου απέθανε νοσήσας εις το στρατόπεδον.» Τούτο ελύπησεν όλους όσοι το ήκουσαν· ο δ' Ωράτιος, ουδόλως ταραχθείς, αλλά τούτο μόνον ειπών· «Ρίψατε λοιπόν τον νεκρόν όπου θέλετε, διότι εγώ δεν δέχομαι το πένθος», ετελείωσε την αφιέρωσιν. Δεν ήτον δ' αληθής η αγγελία, αλλ' ο Μάρκος εψεύσθη διά ν' αποτρέψη τον Ωράτιον της αφιερώσεως. Είναι δε θαυμαστός ο ανήρ διά την ευστάθειάν του, είτε ενόησεν εις βραχύτατον καιρόν την απάτην, είτε επίστευσε τον λόγον, αλλά δεν ενικήθη.

ΙΕ. Φαίνεται δ' ότι η αυτή υπήρξε τύχη της καθιερώσεως και του δευτέρου ναού. Διότι τον πρώτον, ως ευρέθη, κατεσκεύασε μεν ο Ταρκύνιος, καθιέρωσε δ' ο Ωράτιος, και κατέστρεψε πυρ επί των εμφυλίων πολέμων. Τον δε δεύτερον ανήγειρε μεν ο Σύλλας, επεγράφη δ' εις την αφιέρωσιν Κάτουλος, αφ' ού ο Σύλλας απέθανεν. Αφ' ού δε και ούτος πάλιν κατεστράφη επί των στάσεων του Ουιτελλίου, τον τρίτον, τυχηρός και κατά τούτο, ως και καθ' όλα τα άλλα, ο Ουεσπεσιανός, ανοικοδομήσας αυτόν εξ αρχής μέχρι τέλους, τον είδε μεν συντελεσθέντα, δεν τον είδε δε μετ' ολίγον και φθειρόμενον, τοσούτον του Σύλλα ευτυχέστερος, καθ' όσον εκείνος μεν απέθανε προ της αφιερώσεως του έργου, ούτος δε προ της καταστροφής αυτού· διότι άμα απέθανεν ο Ουεσπεσιανός, εκάη το Καπιτώλιον. Ο δε τέταρτος ήδη υπάρχων, υπό του Δομετιανού και επερατώθη και αφιερώθη. Λέγεται δ' ότι ο Ταρκύνιος εδαπάνησεν εις τα θεμέλια τεσσαράκοντα χιλιάδας λίτρας αργυρίου (158). Εις τούτου δε του εφ' ημών ουδέ την δαπάνην της χρυσώσεως θα επήρκει ο μέγιστος των εν Ρώμη ιδιωτικών πλούτων, συμποσωθείσαν εις πλέον των δώδεκα χιλιάδων ταλάντων. Οι δε κίονες εκόπησαν εκ Πεντελησίου λίθου (159), καλλίστην έχοντες αναλογίαν του πάχους προς το μήκος· διότι είδομεν αυτούς εν Αθήναις. Εις την Ρώμην όμως λαξευθέντες πάλιν και ξεσθέντες, απώλεσαν εκ της συμμετρίας αυτών μάλλον ή ό,τι απέκτησαν γλαφυρότητα, φανέντες αραιοί και ισχνοί υπέρ ό,τι απαιτεί το αίσθημα του καλού (160). Αλλ' ο θαυμάσας του Καπιτωλίου την πολυτέλειαν, αν ήθελεν ιδή μίαν στοάν εν τη οικία του Δομετιανού, ή βασιλικήν (161), ή λουτρόν, ή γυναικών κατοικίαν, ως λέγει ο Επίχαρμος (162) προς τον άσωτον, «Δεν είσαι συ φιλάνθρωπος, αλλ' άρρωστος Μανίαν έχεις δόσεως, ούτως ήθελεν όμοιόν τι πεισθή να ειπή και προς τον Δομετιανόν· «Δεν είσαι συ φιλότιμος ουδ' ευσεβής, αλλ' άρρωστος. Μανίαν έχεις των οικοδομών, ως ο Μίδας εκείνος θέλων να σοι γίνωνται όλα χρυσά και λίθινα. Ταύτα λοιπόν περί τούτων.

ΙΣΤ. Ο δε Ταρκύνιος, μετά την μεγάλην μάχην καθ' ήν απώλεσε και τον υιόν του, μονομαχήσαντα κατά του Βρούτου, κατέφυγεν εις το Κλούσιον (163) ως ικέτης προς τον Κλάραν Πορσήναν (164), άνδρα και δύναμιν μεγίστην έχοντα μεταξύ των Ιταλών βασιλέων, και αγαθόν φαινόμενον και φιλότιμον. Ούτος δε τω υπεσχέθη να τον βοηθήση, και πρώτον μεν έπεμψεν εις την Ρώμην, απαιτών να δεχθώσι τον Ταρκύνιον. Επειδή δε δεν υπήκουσαν οι Ρωμαίοι, κηρύξας κατ' αυτών πόλεμον, και αναγγείλας τον καιρόν και τον τόπον καθ' όν έμελλε να εισβάλη, έφθασε μετά πολλής δυνάμεως.

Εξελέγη δ' ο Ποπλικόλας απών ύπατος εκ δευτέρου, και μετ' αυτού ο Τίτος Λουκρήτιος· επανελθών δ' εις την Ρώμην, και θέλων πρώτον να υπερβή κατά το φρόνημα τον Πορσήναν, ήρχισε να κτίζη την πόλιν Σιγλιουρίαν, εν ώ αυτός ήτον ήδη πλησίον· και τειχίσας αυτήν διά μεγάλης δαπάνης, έπεμψεν εις αυτήν επτακοσίους εποίκους ως διά να δείξη ότι ευκόλως και αφόβως υπομένει τον πόλεμον. Αλλά τα τείχη προσεβλήθησαν μεθ' ορμής, και οι φύλακες εξεδιώχθησαν υπό του Πορσήνα, και φεύγοντες παρ' ολίγον να σύρωσι μεθ' εαυτών τους εχθρούς εις την πόλιν.

Επρόφθασεν όμως να βοηθήση εμπρός των πυλών, ο Ποπλικόλας, και μάχην συνάψας παρά τον ποταμόν, αντείχε διά του πλήθους εναντίον των εχθρών, οίτινες επετίθεντο, έως ότου καιρίας λαβών πληγάς, εκομίσθη, επί των ώμων φερόμενος, εκτός της μάχης.

Έπαθε δε το ίδιον και ο συνάρχων αυτού Λουκρήτιος, και αθυμία κατέλαβε τους Ρωμαίους, τραπέντας εις φυγήν προς την πόλιν.

Αλλά και οι εχθροί συνωθούντο διά της ξυλίνης γεφύρας, και η Ρώμη εκινδύνευσε να κυριευθή κατά κράτος. Πρώτος δ' ο Κόκλιος Ωράτιος, και μετ' αυτού δύο εκ των επισημοτάτων ανδρών, ο Ερμήνιος και ο Λουκρήτιος, αντέστησαν κατά την ξυλίνην γέφυραν.

Ο δ' Ωράτιος (165) έλαβε το επωνύμιον Κόκλιος, στερηθείς εις τον πόλεμον ενός των οφθαλμών του· ως δέ τινες λέγουσι, διά την σιμότητα της ρινός του, ήτις ήτον εισέχουσα, ώστε δεν υπήρχε το χωρίζον τα όμματα, και τα οφρύδια συνεχέοντο, δι' ό ήθελε το πλήθος να καλή αυτόν Κύκλωπα, αλλ' η γλώσσα των έσφαλλε, και επεκράτησε να τον καλή ο λαός Κόκλιον (166). Ούτος, ιστάμενος εμπρός της γεφύρας, ανεχαίτιζε τους εχθρούς, μέχρις ότου οι μετ' αυτού έκοψαν οπίσω του την γέφυραν. Τότε ριφθείς ούτω μετά των όπλων εις τον ποταμόν, εκολύμβησε, και έφθασεν εις την πέραν όχθην, τραυματισθείς διά τυρρηνικού δόρατος κατά τα οπίσθια. Ο δε Ποπλικόλας, θαυμάσας την ανδρείαν αυτού, παρεκίνησεν όλους τους Ρωμαίους να συνεισφέρωσι και τω δώσωσιν όσην τροφήν έτρωγεν έκαστος εν μια ημέρα (167), και προσέτι γην όσην αυτός ηδύνατο να σκάψη πέριξ διά του αρότρου εντός ημέρας. Προς τούτοις δ' έστησαν χαλκούν ανδριάντα αυτού εις το ιερόν του Ηφαίστου, τιμώντες και παρηγορούντες ούτω την χωλότητα ήν η πληγή τω επέφερε.

ΙΖ. Εν ώ δ' ο Πορσήνας ηπείλει την πόλιν, επήλθε και πείνα εις τους Ρωμαίους, και άλλος ιδιαίτερος στρατός εισέβαλεν εις την χώραν των. Ο δε Ποπλικόλας, εκ τρίτου ύπατος ων, ενόμισεν ότι πρέπει ν' ανθίσταται εις τον Πορσήναν ησυχάζων μόνον, και φυλάττων την πόλιν. Εκινήθη δε κατά των Τυρρηνών, και συγκρουσθείς μετ' αυτών, τους έτρεψεν εις φυγήν, και εθανάτωσε πεντακισχιλίους. Το δε περί Μουκίου λέγεται μεν υπό πολλών και διαφόρως· ας το ειπώμεν δε και ημείς καθώς κοινότερον πιστεύεται. Ούτος ην ανήρ κεκτημένος αρετήν, και άριστος εις τα πολεμικά. Συλλαβών δε την ιδέαν να φονεύση τον Πορσήναν, εισήλθε κρυφίως εις το στρατόπεδον, ένδυμα φορών τυρρηνικόν, και την τυρρηνικήν ομιλών. Ελθών δε μέχρι του βήματος όπου ο Βασιλεύς εκάθητο, και τούτον μεν μη γνωρίζων καλώς, φοβούμενος δε να ερωτήση περί αυτού, έσυρε το ξίφος και εφόνευσεν εκείνον εκ των συγκαθημένων όστις υπέρ πάντας τους άλλους τω εφάνη ότι ήτον ο Βασιλεύς. Συλληφθείς δε διά τούτο, ανεκρίνετο. Ήτον δ' εκεί μικρά εσχάρα (168) έχουσα πυρ, ήν είχον φέρει διά τον Πορσήναν μέλλοντα να τελέση θυσίαν. Υπεράνω αυτής τείνας την δεξιάν, ενώ η σαρξ του εκαίετο, ίστατο βλέπων προς τον Πορσήναν, θαρραλέον και αναλλοίωτον έχων το πρόσωπον, μέχρις ού, θαυμάσας ο Βασιλεύς αυτόν, τον αφήκε, και αποδίδων το ξίφος του, το έτεινεν από του βήματος εις αυτόν· εκείνος δε το εδέχθη, προτείνας την αριστεράν και διά τούτο λέγουσιν, ότι τω εδόθη η επίκλησις Σκαιόλας, όπερ εστίν Αριστερός. Είπε δε τότε, ότι νικήσας τον φόβον του Πορσήνα, ενικήθη υπό της αρετής αυτού, και χαριζόμενος ότι καταμηνύει όσα δεν είπεν αναγκαζόμενος. «Τριακόσιοι, είπε, Ρωμαίοι, την αυτήν μετ' εμού γνώμην έχοντες, πλανώνται εν τω στρατοπέδω σου καιροφυλακτούντες· εγώ δε, διά κλήρου λαχών και προ των άλλων επιχειρήσας, δεν λυπούμαι ότι εκ τύχης δεν εφόνευσα άνδρα αγαθόν, και όστις αρμόζει φίλος μάλλον να είναι παρά εχθρός των Ρωμαίων.» Ταύτα ακούσας ο Πορσήνας επίστευσε, και διέκειτο προς συνδιαλλαγήν ευμενέστερος, όχι τόσον, ως νομίζω, εκ φόβου των τριακοσίων, όσον διότι ηγάπησε και εθαύμασε το φρόνημα και την αρετήν των Ρωμαίων. Τον άνδρα τούτον πάντες σχεδόν ομοφώνως τον καλούσι Μούκιον και Σκαιόλαν· αλλ' Αθηνόδωρος ο Σάνδωνος (169) εν τω λόγω του τω προς την Οκταβίαν, την αδελφήν του Καίσαρος (170), λέγει ότι ωνομάζετο και Οψίγονος (171).

ΙΗ. Και ο Ποπλικόλας δ' αυτός, θεωρών τον Πορσήναν ολιγώτερον βαρύν ως εχθρόν παρ' άξιον να γίνη φίλος της πόλεως και σύμμαχος, δεν απέφευγε να δικασθή ενώπιον αυτού προς τον Ταρκύνιον, αλλ' είχε πεποίθησιν και προσεκάλει πολλάκις εκείνον διά να τον αποδείξη κάκιστον άνθρωπον, δικαίως την αρχήν στερηθέντα. Επειδή δ' ο Ταρκύνιος απεκρίθη τραχέως ότι ουδένα αναγνωρίζει δικαστήν, και πάντων ολιγώτερον τον Πορσήναν, αν σύμμαχος ών μετεβάλλετο, δυσαρεστηθείς ο Πορσήνας, και κηρυχθείς κατά του Ταρκυνίου, προσέτι δε παρακινούμεμενος και παρακαλούμενος υπό του υιού του Αρρόντος υπέρ των Ρωμαίων, έπαυσε τον πόλεμον, επί συμφωνία να τω αποδώσωσιν οι Ρωμαίοι όσον μέρος είχον αφαιρέσει εκ της Τυρρηνικής χώρας, να τω αποπέμψωσι τους αιχμαλώτους, και να λάβωσιν αυτοί οπίσω τους αυτομόλους των. Εις βεβαίωσιν δε της συνθήκης ταύτης έδωκαν ομήρους δέκα νέους ευπατρίδας περιπορφύρους (172), και άλλας τόσας παρθένους, εν αίς ήν και Ουαλερία, η θυγάτηρ του Ποπλικόλα.

ΙΘ. Όταν δε ταύτα επράττοντο, και ο Πορσήνας, πιστεύων εις τα συνομολογηθέντα, παρητήθη των πολεμικών παρασκευών, αι παρθένοι των Ρωμαίων κατήλθον εις λουτρόν, όπου η όχθη του ποταμού ημικυκλικώς προέχουσα, ήσυχον διετήρει και γαληνιαίον το κύμα.

Μη ιδούσαι δ' ούτε φυλακήν τινα, ούτε διαβάτας τινάς ή διαπλέοντας, επεθύμησαν να διαβώσι τον ποταμόν κολυμβώσαι, αψηφούσαι το πολύ ρεύμα και τας βαθείας δίνας. Τινές δε λέγουσιν ότι μία εξ αυτών, Κλοιλία ονομαζομένη, διήλθεν έφιππος το πέρασμα, παρακινούσα και ενθαρρύνουσα και τας λοιπάς, αίτινες εκολύμβων. Όταν δε σωθείσαι ήλθον εις τον Ποπλικόλαν, δεν εθαύμασεν αυτός ουδ' ευχαριστήθη, αλλ' ελυπήθη, ότι θα εφαίνετο απιστότερος του Πορσήνα, και το τόλμημα των παρθένων θα έδιδεν αφορμήν ν' αποδοθή εις τους Ρωμαίους κακούργημα. Διά τούτο, συλλαβών αυτάς, τας απέστειλε πάλιν προς τον Πορσήναν.

Αλλ' εννοήσαντες τούτο οι περί τον Ταρκύνιον, εκάθισαν ενέδραν κατά των οδηγούντων τας νέας, και εν ώ επέρων, επετέθησαν κατ' αυτών, όντες πολυπληθέστεροι. Εν ώ όμως εκείνοι ανθίσταντο, ορμήσασα η Ουαλερία, η θυγάτηρ του Ποπλικόλα, διά μέσου των μαχομένων, έφευγε, και τρεις οικέται, διαφυγόντες μετ' αυτής, την υπερησπίζοντο. Αι δε λοιπαί έμενον μετά μεγίστου κινδύνου αναμεμιγμέναι μετά των πολεμούντων, μέχρις ού μαθών τούτο Άρρων ο υιός του Πορσήνα, ώρμησεν εις βοήθειαν αυτών, και τρέψας τους εχθρούς εις φυγήν, διέσωσε τους Ρωμαίους. Όταν δ' εκομίσθησαν αι παρθένοι και ο Πορσήνας τας είδεν, εζήτησε την γενομένην αρχηγόν της πράξεως και παρακινήσασαν και τας άλλας. Ακούσας δε το όνομα της Κλοιλίας, απέβλεψε προς αυτήν μετά προσώπου ιλαρού και φαιδρού, και διατάξας να τω φέρωσιν ένα των βασιλικών ίππων, ευπρεπώς κεκοσμημένον, τη τον εχάρισε. Τούτο προτείνουσιν ως μαρτυρίαν όσοι λέγουσιν ότι μόνη η Κλοιλία διέπλευσεν έφιππος τον ποταμόν· άλλοι δε λέγουσιν ουχί τούτο, αλλ' ότι ο Τυρρηνός ετίμησε την ανδρικήν αυτής τόλμην. Ίσταται δ' επί της ιεράς οδού, όταν προχωρώμεν προς το παλάτιον, ανδριάς αυτής έφιππος, όστις, καθ' ά τινες λέγουσιν, είναι ουχί της Κλοιλίας, αλλά της Ουαλερίας. Ο δε Πορσήνας, συνδιαλλαγείς μετά των Ρωμαίων, και άλλην πολλήν μεγαλοφροσύνην επέδειξεν εις την πόλιν, και διατάξας τους Τυρρηνούς να λάβωσι τα όπλα των μόνα, άλλο δ' ουδέν, αφήκε τα χαρακώματά του πλήρη σίτου πολλού και χρημάτων, και παρέδωκεν αυτά εις τους Ρωμαίους. Διά τούτο και μέχρις ημών εισέτι, πωλούντες τα δημόσια, πρώτα κηρύττουσι τα πράγματα του Πορσήνα, δι' αιωνίου μνήμης τιμώντες την χάριν ήν έλαβον παρά του ανδρός. Ίσταται δ' ιδρυμένος χαλκούς αυτού ανδριάς παρά το Βουλευτήριον, απλούς και αρχαϊκός κατά την εργασίαν.

Κ. Μετά δε ταύτα εισέβαλον οι Σαβίνοι εις την χώραν, και ύπατος ανεδείχθη ο Μάρκος Ουαλέριος, αδελφός του Ποπλικόλα, και ο Ποστούμιος Τούβερτος· αλλά τα μέγιστα επράττοντο κατά γνώμην και επί παρουσία του Ποπλικόλα. Ενίκησε δ' ο Μάρκος εις δύο μεγάλας μάχας, εις ών την δευτέραν ουδένα των Ρωμαίων απώλεσεν, εν ώ εκ των εχθρών εφονεύθησαν δεκατρείς χιλιάδες, και πλην των θριάμβων έλαβεν εις αμοιβήν οικίαν, ήτις τω ωκοδομήθη διά δημοσίας δαπάνης εις το Παλάτιον. Εν ώ δ' αι άλλαι θύραι τότε ηνοίγοντο εντός της οικίας, προς την αυλήν, εκείνης μόνης της οικίας επέτρεψαν η αύλειος θύρα ν' ανοίγηται προς τα έξω, όπως διά της τιμητικής ταύτης παραχωρήσεως φαίνηται ως αν πάντοτε εις τον οίκον εκείνου συμπεριελαμβάνετο και το δημόσιον έδαφος.

Αι δ' Ελληνικαί θύραι λέγουσιν ότι πρότερον τοιαύται ήσαν πάσαι, συμπεραίνοντες τούτο εκ των κωμωδιών, διότι κτυπώσι τας θύρας αυτών έσωθεν οι θέλοντες να εξέλθωσιν διά ν' ακούωσιν έξωθεν όσοι διέρχονται ή ίστανται εμπρός, και μη τους κτυπήσωσι τα θυρώματα όταν ανοίγωνται εις την οδόν.

ΚΑ. Κατά δε το εξής έτος υπάτευσε πάλιν ο Ποπλικόλας το τέταρτον, και υπήρχε προσδοκία πολέμου, διότι συνεδέοντο εις συμμαχίαν οι Σαβίνοι και οι Λατίνοι (173). Κατέλαβε δε τότε καί τις δεισιδαιμονία την πόλιν, διότι πάσαι αι έγγυοι τότε γυναίκες απέβαλλον βεβλαμμένα παιδία, και ουδεμία γέννησις εγίνετο ευτυχής. Όθεν καθ' οδηγίαν των Σιβυλλείων βιβλίων, ευχάς ιλασμού ο Ποπλικόλας εις τον Άδην τελέσας, και αρχαίους τινάς αγώνας κατά χρησμούς της Πυθίας συνεστημένους επαναλαβών, και την πόλιν καθησυχάσας διά των προς τους Θεούς ελπίδων, έστρεψεν ήδη την προσοχήν του εις τους εκ των ανθρώπων κινδύνους· διότι μεγάλη εφαίνετο των εχθρών η συνάθροισις και η προπαρασκευή. Ήτον δε μεταξύ των Σαβίνων ο Άππιος Κλαύσος, ανήρ ισχύων διά του πλούτου του, και επίσημος διά την σωματικήν του ανδρείαν, και προ πάντων πρωτεύων διά της αρετής του την δόξαν και διά του λόγου του την δεινότητα. Δεν διέφυγε δε ουδ' αυτός ό,τι εις όλους τους μεγάλους συμβαίνει, αλλ' εφθονείτο, και αιτίαν κατηγοριών έδιδεν εις τους φθονούντας, ότι, εναντιούμενος εις τον πόλεμον, ήθελε ν' αυξήση την δύναμιν των Ρωμαίων διά να δουλώση την πατρίδα του και την τυραννήση.

Βλέπων δ' ότι τους λόγους τούτους ήκουε το πλήθος μετ' ευχαριστήσεως, και ότι ήσαν ηρεθισμένοι κατ' αυτού οι πολεμοποιοί και οι στρατιωτικοί, εφοβείτο την κρίσιν, και διά