SigPhi · Plutarch

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 (Modern Greek (1453-))

Page 4 of 14

τούτο, έχων πέριξ του εταιρείαν και δύναμιν φίλων και οικείων, εστασίαζε, και τούτο επέφερεν αναβολήν και παραμέλησιν του πολέμου εκ μέρους των Σαβίνων. Ταύτα λοιπόν όχι μόνον να γνωρίζη επιμελούμενος ο Ποπλικόλας, αλλά και να τα παρακινή, και να ερεθίζη την στάσιν, είχεν άνδρας φίλους του, οίτινες έλεγον εκ μέρους του προς τον Κλαύσον τοιαύτα· «Ό,τι ο Ποπλικόλας, γνωρίζων σέ άνδρα χρηστόν και δίκαιον, νομίζει ότι δεν πρέπει διά κακού να εκδικηθή τους συμπολίτας σου, ει και αδικούμενος. Αν δε θέλης να σωθής απερχόμενος, και να φύγης τους μισούντας σε, θα σε υποδεχθή και δημοσίως και ιδίως κατ' αξίαν και της σης αρετής και της λαμπρότητος των Ρωμαίων.»

Ταύτα εσκέφθη πολλάκις ο Πλαύσος, και τω εφάνησαν το άριστον των μέτρων εις την ανάγκην εκείνην· δι' ό συμπαρεκίνησε και τους φίλους του, και αναστατώσας πεντακισχιλίους οίκους μετά παίδων και γυναικών, όλον το φιλήσυχον μέρος των Σαβίνων, το επιθυμούν βίον πράον και ατάραχον, απήλθεν εις Ρώμην, όπου είδησιν έχων ο Ποπλικόλας, τον εδέχθη προθύμως και φιλοφρόνως καθ' όλα τα δέοντα, ευθύς μεν πολιτογραφήσας τας οικογενείας, και δους εις εκάστην δύο πλέθρων (174) χώραν παρά τον Ανίωνα (175) ποταμόν. Εις δε τον Κλαύσον έδωκε πλέθρα πέντε και είκοσι, και τον ενέγραψεν εις την βουλήν. Ταύτην έλαβεν ούτος αρχήν του πολιτικού αυτού σταδίου, ο εμφρόνως διατρέξας, ανέδραμεν εις το πρώτον αξίωμα, και δύναμιν έλαβε μεγάλην, και κατέλιπεν εις την Ρώμην γένος ουδενός αδοξότερον, των Κλαυδίων το γένος (176).

ΚΒ. Αλλά και αφ' ού ούτως επερατώθησαν τα των Σαβίνων διά του μετοικισμού των ανδρών, πάλιν οι δημαγωγοί δεν άφηνον να ησυχάσωσι και ν' αποκαταστηθώσι τα πράγματα, αλλ' εκραύγαζον ότι δεινόν είναι ό,τι δεν τους έπεισε παρών ων ο Κλαύσος, να το κατορθώση φυγάς ήδη και εχθρός γενόμενος, το να μη τιμωρηθώσιν οι Ρωμαίοι διά την αυθάδειάν των. Κινηθέντες λοιπόν μετά μεγάλου στρατού, εστρατοπέδευσαν εις Φιδήνας, και ενέδραν θέντες δισχιλίων οπλιτών πλησίον της Ρώμης, εις τόπους κλειστούς και κοίλους, έμελλον, άμα εξημέρωνε, να πέμψωσιν ολίγους ιππείς εις λεηλασίαν. Παρήγγειλον δ' εις αυτούς, όταν φθάσωσι πλησίον της πόλεως, να υποχωρήσωσιν, έως ού ρίψωσι τους πολεμίους εις την ενέδραν. Ταύτα μαθών ο Ποπλικόλας αυθημερόν παρ' αυτομόλων, διέταξεν εν τάχει αναλόγως τα πάντα, και διένειμε την δύναμιν. Και ο μεν Ποστούμιος Βάλβος, ο γαμβρός αυτού, αφ' εσπέρας έτι μετά τρισχιλίων οπλιτών εξελθών, και καταλαβών τας κορυφάς των λόφων υφ' ούς ενέδρευον οι Σαβίνοι, έμεινε παραφυλάττων εκεί. Ο δε συνάρχων αυτού Λουκρήτιος, διοικών το ελαφροτάτον και γενναιότατον τάγμα της πόλεως, ετάχθη να επιπέση κατά των λεηλατούντων ιππέων. Αναλαβών δ' ο ίδιος το επίλοιπον στράτευμα, περιήλθε κύκλω τους πολεμίους.

Συνέπεσε δε κατά τύχην βαθεία ομίχλη, και περί τον όρθρον συγχρόνως ο μεν Ποστούμιος μετά βοής επέπεσεν από των άκρων επί τους ενεδρεύοντας, και ο Λουκρήτιος αφήκε τους περί αυτόν κατά της εμπροσθοφυλακής των ιππέων, και ο Ποπλικόλας προσέβαλε το στρατόπεδον των εχθρών. Πανταχόθεν λοιπόν υπέφερε και κατεστρέφετο των Σαβίνων το στράτευμα. Εφόνευον δ' αυτούς οι Ρωμαίοι, ουδέ καν ανθισταμένους, αλλά φεύγοντας, διότι και η ελπίς αυτή εγίνετο όλεθρος εις αυτούς, όταν νομίζοντες οι μεν ότι οι άλλοι εσώθησαν, δεν εφρόντιζον να πολεμήσωσι και να μείνωσιν, αλλ' οι μεν εκ των χαρακωμάτων προς τους ενεδρεύοντας, ούτοι δε πάλιν προς εκείνους εις το στρατόπεδον τρέχοντες, συνεκρούοντο οι φεύγοντες προς τους φεύγοντας, και οι ζητούντες βοήθειαν προς τους ελπίζοντας βοήθειαν παρ' αυτών.

Εις το να μη απολεσθώσι δε πάντες οι Σαβίνοι, αλλά και να σωθώσι τινές, συνετέλεσεν η των Φιδηνατών πόλις ούσα πλησίον, διότι εις αυτήν μάλιστα κατέφυγον οι εκ των στρατοπέδων, ότε ταύτα εκυριεύοντο. Όσοι δε δεν κατώρθωσαν να εισέλθωσιν εις Φιδήνας, ούτοι ή εθανατώθησαν, ή ζώντες ηχμαλωτίσθησαν υπό των Ρωμαίων.

ΚΓ. Τούτο το κατόρθωμα οι Ρωμαίοι, ει και συνηθίζοντες ν' αποδίδωσι πάσας τας μεγάλας νίκας εις τον Θεόν, το εθεώρησαν όμως ότι ήτον ενός έργον, του στρατηγού· και οι πολεμήσαντες άλλο δεν έλεγον, παρ' ότι ο Ποπλικόλας τοις παρέδωκε χωλούς και τυφλούς να κρεουργήσωσι τους εχθρούς, και σχεδόν εις φυλακήν δεδεμένους. Ενεδυναμώθη δε και διά χρημάτων ο δήμος εκ των λαφύρων και των αιχμαλώτων. Ο δε Ποπλικόλας, τον θρίαμβον οδηγήσας, και παραδούς την πόλιν εις τους υπάτους οίτινες μετ' αυτών εξελέγησαν, ευθύς ετελεύτησε, τον βίον του δαπανήσας, καθ' όσον είναι δυνατόν εις τον άνθρωπον, εις ό,τι θεωρείται αγαθόν και καλόν. Ο δε δήμος, ως αν δεν τω είχεν αποδώσει εν όσω έζη ουδέν εκείνων ών ήτον άξιος, αλλ' αν ώφειλεν έτι πάσαν ευγνωμοσύνης ένδειξιν, εψήφισε να ταφή δημοσίως το σώμα του, και έκαστος συνεισέφερε προς τιμήν αυτού έν τεταρτημόριον (177). Αι δε γυναίκες, μεταξύ των ιδιαιτέρως συνεννοηθείσαι, επένθησαν έτος ολόκληρον δι' αυτόν πένθος έντιμον και φθονητόν.

Ετάφη δε κατά ψήφισμα των πολιτών εντός της πόλεως, κατά την καλουμένην Ουελίαν (178), ώστε και εις όλον το γένος του παρέμεινε το δικαίωμα της αυτόθι ταφής. Τώρα όμως ουδείς των απογόνων του θάπτεται εις το μέρος εκείνο, αλλά φέροντες καταθέτουσιν εκεί τον νεκρόν, και δάδα τις καίουσαν λαβών, την θέτει μόλις υπό το σώμα, και έπειτα την αποσύρει, ως μαρτυρών διά του έργου τούτου ότι επιτρέπεται η τιμή αύτη, αλλ' ότι παραιτείται αυτής· και τότε αποκομίζουσι τον νεκρόν.

ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ ΣΟΛΩΝΟΣ ΚΑΙ ΠΟΠΛΙΚΟΛΑ Α. Κατά την σύγκρισιν ταύτην υπάρχει ιδιαίτερον τι, και μη απαντώμενον εις άλλην τινά εξ όσων εγράψαμεν, ότι ο είς υπήρξε μιμητής, ο δ' έτερος μάρτυς του άλλου. Διότι παρατήρησον πόσον η κρίσις ήν ο Σόλων επέφερε προς τον Κροίσον περί ευδαιμονίας αρμόζει εις τον Ποπλικόλαν μάλλον, παρά εις τον Τέλλον. Τω όντι τον Τέλλον, περί ού αυτός είπεν ότι υπήρξε μακαριώτατος διά την ευδαιμονίαν, την αρετήν και την ευτεκνίαν του, ούτε αυτός ανέφερεν ως άνδρα αγαθόν εις τα ποιήματά του, ούτε οι παίδες του, ούτε δημόσιος τις αρχή τον εδόξασαν. Ο Ποπλικόλας δε, και ζων επρώτευσε την δύναμιν και την δόξαν μεταξύ των Ρωμαίων, ένεκα της αρετής αυτού, και αφ' ού απέθανε, μέχρις ημών έτι, μεταξύ των επιφανεστάτων γενών και στεμμάτων (179) οι Ποπλικόλαι και Μεσάλαι και Ουαλέριοι (180) δι' εξακοσίων ετών αναφέρουσι την δόξαν της ευγενείας των. Και ο μεν Τέλλος εφονεύθη υπό των εχθρών, ως ανήρ αγαθός, εν τη τάξει του μένων.

Ο δε Ποπλικόλας, φονεύσας τους πολεμίους, και τούτο είναι ευτυχέστερον του να πέση πολεμών, και ιδών την πατρίδα του νικώσαν, διότι αυτός ήρχε και εστρατήγει, τιμηθείς δε και θριαμβεύσας, έτυχε του υπό του Σόλωνος ζηλουμένου και μακαριζομένου θανάτου. Προσέτι δε και ό,τι αυτός ο Σόλων ανεφώνησεν, αποκρινόμενος εις τα του Μιμνέρμου περί χρόνου ζωής (181), Άκλαυστος μη μοι επέλθοι ο θάνατος, είθε δ' εις φίλους εγκαταλείψω θανών πόνους και στόνους, πολλούς», αποδεικνύει τον Ποπλικόλαν ευδαίμονα· διότι αποθανών, ουχί εις τους φίλους ουδ' εις τους οικείους του μόνον, αλλ' εις πάσαν την πόλιν, εις μυριάδας πολλάς αφήκε δάκρυα και πόθον και κατήφειαν διά τον θάνατόν του· και όλαι αι γυναίκες των Ρωμαίων τον επένθησαν, ως αν είχον απολέσει υιόν ή αδελφόν ή πατέρα κοινόν.

«Χρήματα θέλω να έχω, λέγει ο Σόλων, «αλλά ν' αποκτήσω αδίκως τούτο δεν θέλω,» διότι επέρχεται δίκη θεία. Αλλ' ο Ποπλικόλας ου μόνον δεν επλούτει κακώς, αλλά και καλώς εδαπάνα, ευεργετών τους ανάγκην έχοντας. Ώστε, αν ο Σόλων ήτον πάντων σοφώτατος, ο Ποπλικόλας ήτον ευδαιμονέστατος· διότι όσα αγαθά ηύχετο εκείνος ως μέγιστα και κάλλιστα, ταύτα ηυτύχησεν ο Ποπλικόλας να τ' αποκτήση, και να διατηρήση αυτά μέχρι τέλους.

Β. Ούτως ελάμπρυνεν ο Σόλων τον Ποπλικόλαν, και τον Σόλωνα εκείνος, λαβών αυτόν εις τας πολιτικάς διατάξεις ως άριστον παράδειγμα ανδρός οργανίζοντος την δημοκρατίαν και εκ μεν της αρχής αφαιρέσας τον όγκον, κατέστησεν αυτήν ευμενή εις όλους και μη οχληράν, πολλούς δε νόμους εδανείσθη εκ των εδικών του.

Διότι κύριον του διορισμού των αρχόντων κατέστησε το πλήθος, και επέτρεψεν εις τους καταδικασθέντας να εκκαλώσιν εις τον δήμον, καθώς ο Σόλων εις τους δικαστάς (182). Και βουλήν μεν άλλην δεν εσύστησε, καθώς ο Σόλων (183), ηύξησε δε την υπάρχουσαν, διπλασιάσας σχεδόν τον αριθμόν των βουλευτών.

Εκείθεν ήλθε και η διάταξις των ταμιών διά τα χρήματα, όπως μήτε ο άρχων, αν είναι χρηστός, απασχολήται από των μεγαλητέρων, μήτε, κακός αν είναι, να έχη αφορμάς του ν' αδική περισσότερον, γενόμενος κύριος και των πράξεων και των χρημάτων. Το δε κατά των τυράννων μίσος φαίνεται εις του Ποπλικόλα τας διατάξεις σφοδρότερον διότι, αν τις επεχείρει να τυραννήση, ο μεν Σόλων τον τιμωρεί αφ' ού η ενοχή του αποδειχθή, ο δ' άλλος επιτρέπει να τον φονεύωσι προ της κρίσεως. Και εκαυχάτο μεν ορθώς και δικαίως ο Σόλων ότι, εν ώ και τα πράγματα τω επέτρεπον να τυραννήση, και οι πολίται προθύμως τον εδέχοντο, αυτός ηρνήθη, αλλ' ουχ ήττον καλόν είναι και το του Ποπλικολα, ότι έλαβε τυραννικήν αρχήν και την κατέστησε δημοτικωτέραν, και όταν την είχε δεν την μετεχειρίσθη ουδ' εις ό,τι τω ήτον επιτετραμμένον. Και τούτο δε φαίνεται πρώτος εννοήσας ο Σόλων, ότι ο δήμος...άριστα τότε τοις άρχουσι πείθεται, όταν ούτ' αφεθή εντελώς, ούτε πολύ πιεσθή.

Γ. Ίδιον δε του Σόλωνος είναι η των χρεών άφεσις, δι' ής κυρίως εξησφάλισε την ελευθερίαν εις τους πολίτας. Διότι ουδέν όφελος να παρέχωσιν οι νόμοι ισότητα, όταν τα χρέη την αφήρουν από των πενήτων και όπου προ πάντων εφαίνοντο της ελευθερίας των χρήσιν ποιούμενοι, τότε μάλιστα εδούλευον τους πλουσίους, εις τα δικαστήρια, εις τας αρχάς, εις τας δημηγορίας, διαταγάς λαμβάνοντες και υπηρετούντες. Το δε μεγαλήτερον τούτου, ότι, εν ώ μετά πάσαν αποκοπήν χρεών είπετο στάσις, δι' εκείνης και μόνης, ως διά φαρμάκου παραβόλου μεν αλλ' ισχυρού, ό εγκαίρως εφήρμοσε, κατέπαυσε και την υπάρχουσαν στάσιν, διά της ιδίας αυτού αρετής και δόξης υπερισχύσας της αδοξίας και της κατηγορίας του πράγματος. Όλου δε του πολιτικού βίου η μεν αρχή ήτον η του Σόλωνος λαμπροτέρα· διότι αυτός εγένετο αρχηγός και δεν ηκολούθησε, και τα πλείστα και μέγιστα των κοινών έπραξε μόνος του και ουχί μεθ' ετέρων. Το δε τέλος ήτον του άλλου ευτυχέστερον και ζηλοτώτερον· διότι το μεν πολίτευμα του Σόλωνος είδεν ο ίδιος Σόλων καταργηθέν, το δε του Ποπλικόλα διετήρησεν εν τάξει την πόλιν μέχρι των εμφυλίων πολέμων.

Προήλθε δε τούτο εκ του ότι, ο μεν, άμα θεις τους νόμους του, αφήσας αυτούς επί ξύλων και εις γράμματα, χωρίς τινος όστις να τους βοηθήση, απήλθεν εξ Αθηνών, ο δε μένων, και άρχων, και τα πολιτικά πράττων, ίδρυσε και αποκατέστησεν ασφαλές το πολίτευμα. Προσέτι δ' εκείνος, καί τοι προϊδών του Πεισιστράτου τα μέλλοντα επιχειρήματα, δεν εδυνήθη να τα εμποδίση, αλλ' ηττήθη υπό της τυραννίας συνισταμένης· ούτος δε, βασιλείαν προ πολλών ήδη χρόνων ισχύουσαν και επικρατούσαν, την απεδίωξε και κατήργησε, αρετήν μεν και προαίρεσιν ίσην δείξας προς την εκείνου, υπό τύχης δε βοηθηθείς και δυνάμεως εις υποστήριξιν της αρετής αυτού.

Δ. Των δε πολεμικών πράξεων ουδέ την κατά Μεγαρέων εκστρατείαν του Σόλωνος αναφέρει ο Πλαταιεύς Δαίμαχος (184), ως ημείς την διηγήθημεν· ο δε Ποπλικόλας τους μεγίστους αγώνας και μαχόμενος και στρατηγών κατώρθωσεν. Αλλά και ως προς τας πολιτικάς πράξεις, ο μεν ως παίζων τρόπον τινά, και μανίαν προσποιηθείς, εξήλθε να ομιλήση περί της Σαλαμίνας· ο δ' αμέσως ριφθείς εις τον μέγιστον κίνδυνον, επανέστη κατά του Ταρκυνίου, και την προδοσίαν ανεκάλυψε, και αίτιος προ παντός άλλου γενόμενος να τιμωρηθώσιν οι κακοί και να μη διαφύγωσιν, ου μόνον εξώρισε της πόλεως τα σώματα των τυράννων, αλλά και τας ελπίδας αυτών απέκοψεν. Ούτω δ' ανδρείαν αναπτύξας και επιμονήν εις τα πράγματα όσα επεδέχοντο αγώνα και τόλμην και αντίστασιν, έτι καλλήτερον προσηνέχθη ως προς όσα απήτουν ειρηνικήν ομιλίαν και πειθώ εύπλαστον, δι' ής τον ακαταμάχητον και φοβερόν Πορσήναν, είλκυσεν επιδεξίως, και τον μετέπεισεν εις φιλίαν. Ενταύθα θέλει τις ειπεί ότι ο μεν Σόλων ανεκτήσατο την Σαλαμίνα υπέρ των Αθηναίων, οίτινες την είχον εγκαταλείψει, ο δε Ποπλικόλας ότι εγκατέλιπε χώραν ήν οι Ρωμαίοι είχον αποκτήσει. Αλλά πρέπει να θεωρώμεν τας πράξεις αναλόγως προς τους καιρούς καθ' ούς συμβαίνουσι· διότι ποικίλος ων ο πολιτικός, μεταχειρίζεται τα πράγματα καθ' όν τρόπον έκαστον αυτών είναι μάλλον ευκατόρθωτον, και μέρος αφείς πολλάκις, έσωσε το παν, και μικρών παραιτούμενος επέτυχε μεγαλήτερα. Ούτω και ο ανήρ εκείνος τότε, παραιτηθείς της ξένης χώρας, έσωσεν ασφαλώς την πατρίδα του. Όταν δε μέγα ήτον και το να διαφυλάξη την πόλιν, αυτός κατέκτησε προσέτι και το στρατόπεδον των πολιορκούντων.

Επιτρέψας δ' εις τον εχθρόν να γίνη δικαστής, και υπερισχύσας, προσαπέκτησε μετά της δίκης και όσα ην πρόθυμος να δώση όπως νικήση· διότι και του πολέμου έπαυσεν ο εχθρός, και τα εφόδια του πολέμου αφήκεν εις τους Ρωμαίους, διά την υπόληψιν της αρετής και της καλοκαγαθίας, ήν ο άρχων τω ενέπνευσεν υπέρ του έθνους παντός.

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ Α. ΤΟΥ δε Θεμιστοκλέους το γένος ήτον αφανέστερον, και ουχί τoσoύτov ένδοξον διότι πατήρ αυτού ήτον ο Νεοκλής, ουχί εκ των επιφανεστάτων Αθηναίων, Φρεάριος τον δήμον, εκ της Λεοντίδος φυλής (185). Ήτον δε νόθος εκ μητρός (186), ως λέγουσι ταύτα (187).

«Θράσσα (188) το γένος, Αβρότονον· πλην τη Ελλάδι [καυχώμαι ότι τον μέγαν εγώ έτεκον Θεμιστοκλήν.»

Ο Φανίας (189) όμως την λέγει όχι Θράσσαν, αλλά Καρίνην (190), και όχι Αβρότονον (191), αλλ' Ευτέρπην. Ο δε Νεάνθης (192) προσθέτει και την πόλιν της Καριάς εξ ής κατήγετο, την Αλικαρνασσόν. Τότε συνήρχοντο οι νόθοι εις το Κυνόσαργες· είναι δε τούτο έξω των πυλών (193) γυμνάσιον του Ηρακλέους, διότι και εκείνος δεν ήτον γνήσιος μεταξύ των Θεών, αλλά μετείχε νοθείας, εξ αιτίας της μητρός του, ήτις ήτον θνητή. Ο Θεμιστοκλής λοιπόν έπεισε τινάς των ευγενών νεανίσκων, καταβάντες εις το Κυνόσαργες, ν' αλειφθώσι μετ' αυτού (194)· και αφ' ού τούτο έγινε, φαίνεται ότι κατά τούτον τον τρόπον αφήρεσε πανούργως την διάκρισιν των νόθων και των γνησίων.

Προφανές δ' είναι ότι μετείχε του γένους των Λυκομηδών (195), διότι όταν το εν Φλυαίς (196) ιερόν, κοινόν όν των Λυκομηδών (197), εκάη υπό των βαρβάρων, αυτός το επεσκεύασε και το εκόσμησε με ζωγραφίας, ως διηγείται ο Σιμωνίδης (198).

Β. Όταν δ' ήτον παιδίον έτι, λέγεται υπό πάντων ότι ήτον πλήρης ορμής, και συνετός μεν την φύσιν, μεγαλοπράγμων δε την προαίρεσιν και πολιτικός. Διότι όταν εσχόλαζε από των μαθημάτων, κατά τας στιγμάς της ανέσεως, δεν έπαιζεν, ουδ' έμενεν αργός ως οι άλλοι παίδες, αλλ' ευρίσκετο λόγους τινάς μελετών και συνθέτων καθ' εαυτόν, και ήσαν οι λόγοι κατηγορία τινός ή συνηγορία των παίδων. Όθεν ο διδάσκαλος του συνείθιζε να λέγη, «Συ, ω παι, δεν θα είσαι μικρόν τι, αλλ' ή μέγα καλόν ή μέγα κακόν.» Προσέτι δε και εκ των μαθημάτων, όσα μεν συνέτεινον εις ρύθμισιν του ήθους, ή εσπουδάζοντο προς τέρψιν και ελευθέριον ανάπτυξιν φυσικών χαρίτων, εμάνθανεν απροθύμως και οκνηρώς· τα δε διδασκόμενα όπως διαμορφώσωσιν εις σύνεσιν και εις πράξιν, εφαίνετο παρ' ηλικίαν ότι δεν τα ημέλει, διότι είχεν ήδη πεποίθησιν εις την φύσιν του. Όθεν ύστερον, χλευαζόμενος υπό των υποτιθεμένων πεπαιδευμένων εις τας ελευθέρας λεγομένας και ευγενείς ασκήσεις, ηναγκάζετο να υπερασπίζηται εαυτόν κομπαστικώτερον, λέγων ότι λύραν μεν να αρμόση και να παίξη ψαλτήριον (199) δεν ηξεύρει, αλλά γνωρίζει πώς, λαβών πόλιν μικράν και άδοξον, να την καταστήση ένδοξον και μεγάλην. Ο Στησίμβροτος (200) όμως λέγει ότι ο Θεμιστοκλής ήκουσε και τον Αναξαγόραν (201), και εσπούδασεν υπό τον φυσικόν Μέλισσον (202), αλλά δεν υπολογίζεται ορθώς τους καιρούς· διότι όταν ο Περικλής, όστις ήτον πολύ νεώτερος του Θεμιστοκλέους, επολιόρκει τους Σαμίους, αυτών εστρατήγει ο Μέλισσος, ο δ' Αναξαγόρας συνανεστρέφετο μετ' αυτού. Ώστε αξιοπιστότεροι εισίν οι λέγοντες ότι ο Θεμιστοκλής εγένετο μιμητής του Φρεαρίου Μνησιφίλου (203), όστις ούτε ρήτωρ ήτον, ούτε εκ των φυσικών λεγομένων φιλοσόφων, αλλ' επάγγελμα είχε την τότε καλουμένην σοφίαν, ούσαν δεινότητα πολιτικήν, και δραστήριον σύνεσιν, και διέσωζεν αυτήν ως αίρεσιν διαδοχικώς από Σόλωνος (204). Ταύτην οι μεταγενέστεροι μετά δικανικών τεχνών αναμίξαντες, και την άσκησιν αυτής από των πράξεων εις λόγους μεταγαγόντες, ωνομάσθησαν σοφισταί. Τούτον όμως παρηκολούθει κυρίως αφ' ότου ήρχισε ν' αναμίγνυται εις τα πολιτικά. Κατά δε τας πρώτας ορμάς της νεότητος ήτον ανώμαλος και ακατάστατος, διότι ηκολούθει την φύσιν μόνην άνευ χειραγωγίας του λογικού και της ορθής αγωγής, σύρουσαν αυτόν και μεταβάλλουσαν τας διαθέσεις του, και πολλάκις μεταπίπτουσαν προς το χείρον, καθώς και αυτός ύστερον ωμολόγει, λέγων ότι και οι τραχύτατοι πώλοι γίνονται ίπποι άριστοι, όταν τύχωσι της ανηκούσης ανατροφής και ασκήσεως. Όσα δε πλάττουσί τινες και προσθέτουσι διηγήματα, την αποκήρυξιν του πατρός του, και τον εκούσιον θάνατον της μητρός του, βαθέως λυπηθείσης διά του υιού της την ατιμίαν, φαίνεται ότι είναι ψεύματα. Εξ εναντίας δ' υπάρχουσιν οι λέγοντες ότι ο πατήρ του αποτρέπων αυτόν του ν' αναμιγή εις τα πολιτικά, τω εδείκνυεν εις την παραλίαν ερριμμένας και λησμονουμένας τας παλαιάς τριήρεις, αινιττόμενος ότι ούτω προσφέρεται ο λαός και προς τους δημαγωγούς, όταν γίνωσιν άχρηστοι.

Γ. Φαίνεται δ' ότι τα πολιτικά είλκυσαν τον Θεμιστοκλέα ταχέως και ζωηρώς, και σφοδρά ότι τον εκυρίευσεν ορμή προς την δόξαν.

Διά τούτο ευθύς εξ αρχής επιθυμών να πρωτεύση, εκηρύττετο θρασέως πολέμιος των εις την πόλιν ισχυρών και των πρωτευόντων, και μάλιστα του Αριστείδου, υιού του Λυσιμάχου, όστις έβαινε πάντοτε οδόν εναντίαν αυτού, αν και η κατ' αυτού έχθρα μειρακιώδη φαίνεται ότι έλαβε την αρχήν, το ότι αμφότεροι αγαπώντες τον καλόν Στησίλαον, Τήιον το γένος (205), ως ιστορεί ο φιλόσοφος Αρίστων (206), διηρέθησαν εκ τούτου και εις τα πολιτικά. Ουχ' ήττον όμως και η των βίων και των τρόπων αυτών ανομοιότης φαίνεται ότι ηύξησε την ασυμφωνίαν των· διότι ο Αριστείδης, πράος ων φύσει τον τρόπον και προς καλοκαγαθίαν επιρρεπής, δεν επολιτεύετο όπως χαρισθή είς τινας ή όπως αποκτήση δόξαν, αλλ' ηναγκάζετο υπέρ του δημοσίου καλού, ό εζήτει μετ' ασφαλείας και δικαιοσύνης, ν' αντιπράττη πολλάκις εις τον Θεμιστοκλέα, μετακινούντα πολλά των πραγμάτων του δήμου, και μεγάλας επιφέροντα καινοτομίας, και ηναντιούτο εις αυτού την αύξησιν. Διότι λέγεται ότι τόσον παράφορος ήτον προς την δόξαν, και μεγάλων πράξεων εραστής εκ φιλοτιμίας, ώστε, ότε ήτον έτι νέος, και έγινεν η κατά των βαρβάρων μάχη του Μαραθώνος, και διεφημίσθη η στρατηγία του Μιλτιάδου, αυτός εφαίνετο σκεπτικός πολλάκις, και τας νύκτας ηγρύπνει, και παρητείτο των συνήθων συμποσίων, και έλεγε προς εκείνους οίτινες τον ηρώτων και εξίσταντο διά του βίου του την μεταβολήν, ότι δεν τον άφηνε να κοιμάται του Μιλτιάδου το τρόπαιον. Καθότι οι μεν άλλοι ενόμιζον ότι η ήττα των βαρβάρων εις τον Μαραθώνα ήτον του πολέμου το τέλος, ο δε Θεμιστοκλής ότι ήτον η αρχή μεγαλητέρων αγώνων, και δι' αυτούς παρεσκεύαζε πάντοτε εαυτόν υπέρ της όλης Ελλάδος, και την πόλιν εγύμναζε, μακρόθεν ήδη προβλέπων το μέλλον.

Δ. Και πρώτον μεν, εν ώ συνήθειαν είχον οι Αθηναίοι να διανέμωνται μεταξύ των την Λαυριωτικήν πρόσοδον των αργυρωρυχείων (207), μόνος ετόλμησε να ειπή, εμφανισθείς εις τον δήμον, ότι πρέπει ν' αφήσωσι την διανομήν, και εκ των χρημάτων τούτων να κατασκευάσωσι τριήρεις διά τον πόλεμον κατά των Αιγινητών διότι προ πάντων ο πόλεμος ούτος ήτον εις ακμήν τότε εις την Ελλάδα, και οι Αιγινήται κατείχον την θάλασσαν διά του πλήθους των πλοίων των. Δια τούτο και ευκολώτερον τους έπεισεν ο Θεμιστοκλής, απειλών αυτούς ουχί διά του Δαρείου ουδέ διά των Περσών, οίτινες ήσαν μακράν, ουδ' ενέπνεον τοσούτον βέβαιον φόβον ότι εδύναντο να έλθωσιν, αλλά την οργήν και φιλονεικίαν των πολιτών προς τους Αιγινήτας καταλλήλως μεταχειρισθείς ίνα τους διαθέση εις την παρασκευήν ταύτην.

Κατεσκευάσθησαν δ' εκ των χρημάτων εκείνων εκατόν τριήρεις, αίτινες και προς τον Ξέρξην εναυμάχησαν. Έκτοτε δε κατ' ολίγον έλκων και καταβιβάζων την πόλιν προς την θάλασσαν, διότι διά μεν του πεζού αυτών στρατού ουδέ κατά των γειτόνων των ήσαν ικανοί να πολεμήσωσι, διά δε της ναυτικής των δυνάμεως και τους βαρβάρους ν' αποκρούσωσι, και της Ελλάδος ν' άρχωσιν εδύναντο, αντί μονίμων οπλιτών τους κατέστησεν, ως λέγει ο Πλάτων (208), ναύτας και θαλασσινούς, και έδωκεν αφορμήν να τον διαβάλλωσι λέγοντες, ότι ο Θεμιστοκλής αφήρεσεν από των πολιτών το δόρυ και την ασπίδα, και κατήντησε τον δήμον εις το θρονίον του ναύτου και εις το κωπίον. Έπραξε δε ταύτα υπερισχύσας της αντιστάσεως του Μιλτιάδου, ως διηγείται ο Στησίμβροτος (209).

Και αν μεν ταύτα πράξας έβλαψεν ή όχι την ακρίβειαν και την καθαρότητα του αττικού πολιτεύματος, τούτο ας μείνη εις θεωρίας φιλοσοφικωτέρας· ότι δε τότε η σωτηρία της Ελλάδος υπήρξεν η θάλασσα, και ότι αι τριήρεις εκείναι ανέστησαν πάλιν των Αθηναίων την πόλιν, τούτο και τ' άλλα όλα, και αυτός ο Ξέρξης το εμαρτύρησε. Διότι, εν ώ η πεζική του δύναμις έμενεν έτι ανέπαφος, αυτός έφυγε μετά την ήτταν των πλοίων του, ως μη ων πλέον εις κατάστασιν να πολεμήση· και αφήκε τον Μαρδόνιον μάλλον, καθ' όσον κρίνω, όπως εμποδίση τους Έλληνας μη τον διώξωσι, παρά διά να τους υποδουλώση.

Ε. Υπήρξε δ' ένθερμος χρηματολόγος· και οι μεν λέγουσιν, ότι εκ μεγαλοδωρίας, διότι αγαπών τας θυσίας, και την μεγαλοπρέπειαν όταν εδαπάνα προς ξένους, είχεν ανάγκην αφθόνων εισοδημάτων.

Άλλοι δε τον κατηγορούσιν ως φειδωλόν και μικρολόγον πολύ, ώστε και τα τρόφιμα επώλει όσα τω έστελλον. Όταν δ' εζήτησε παρά του ιπποτρόφου Φιλίδου νέον πωλάριον, και εκείνος δεν το έδωκε, τον ηπείλησεν ότι θέλει καταστήσει ταχέως τον οίκον του Δούρειον ίππον (210), εννοών ότι θέλει κινήσει συγγενών κατηγορίας, και δίκας κατά του ανθρώπου τούτου εκ μέρους των οικείων αυτού.

Κατά την φιλοτιμίαν δ' υπερέβαινε πάντας, εις βαθμόν ώστε όταν ήτον νέος και άσημος, παρεκάλεσε τον εξ Ερμιόνης Επικλέα, κιθαριστήν επιζήτητον εν Αθήναις, να μελετά παρ' αυτώ, φιλοτιμούμενος πολλοί να ζητώσι την οικίαν του, και να έρχωνται προς αυτόν. Ελθών δ' εις την Ολυμπίαν (211), και αντιφιλοτιμούμενος προς τον Κίμωνα διά την πολυτέλειαν των δείπνων και των σκηνών, και διά την άλλην λαμπρότητα και επίδειξιν, δεν ήρεσεν εις τους Έλληνας· διότι εις εκείνον μεν, όντα νέον και εξ οικίας μεγάλης, ενόμιζον ότι έπρεπε να συγχωρώσι τα τοιαύτα· ο δ' άλλος, μη ων έτι γνωστός, και φαινόμενος ότι χωρίς υπαρχόντων και παρ' αξίαν επήρετο, κατεκρίνετο επ' αλαζονεία. Ενίκησε δε και ως χορηγός τραγωδίας (212), όταν ήδη ο αγών ούτος ήτον περισπούδαστος, και μεγάλην εκίνει φιλοτιμίαν. Και πίνακα της νίκης του ανέθηκεν, έχοντα τοιαύτην επιγραφήν «Θεμιστοκλής Φρεάριος εχορήγει, Φρύνιχος εδίδασκεν, Αδείμαντος ήρχε» (213). Ηυχαρίστει όμως το πλήθος, διότι και εκάστου των πολιτών εγνώριζε το όνομα, και το έλεγεν από στόματος, και των συμβολαίων αυτών εγίνετο προθύμως κριτής ασφαλής· ώστε και είπε ποτέ προς τον ποιητήν Σιμωνίδην (214) τον Κείον, όστις εζήτησέ τι ουχί δίκαιον παρ' αυτού εν ώ εστρατήγει, ότι ούτε εκείνος θα ήτον καλός ποιητής αν έψαλλε παραφώνως (215), ούτε αυτός καλός άρχων, αν εχαρίζετο παρά νόμον. Άλλοτε δε πάλιν, σκώπτων τον Σιμωνίδην, τω έλεγεν ότι νουν δεν έχει να κακολογή μεν τους Κορινθίους, οίτινες έχουσι πόλιν μεγάλην, να κατασκευάζη δ' ιδίας εαυτού εικόνας, εν ώ είναι τόσον άσχημος. Καθ' όσον δ' ηύξανεν η δύναμίς του και ήρεσκεν εις το πλήθος, αντιπολιτευόμενος τον Αριστείδην, τον ενίκησε τέλος, και τον απεμάκρυνεν εξοστρακισθέντα.

ΣΤ. Ήδη δε κατέβαινεν ο Μήδος εις την Ελλάδα, και εν ώ οι Αθηναίοι εσκέπτοντο περί στρατηγού, λέγεται ότι οι μεν άλλοι οικειοθελώς παρητούντο της στρατηγίας, τρομάξαντες τον κίνδυνον· Επικύδης δ' ο υιός του Ευφημίδου, δημαγωγός ων και επιτηδειότατος ρήτωρ, μαλακός όμως την ψυχήν, και ευκόλως υπό χρημάτων διαφθειρόμενος, ότι επεθύμει την εξουσίαν, και είχεν ελπίδα να την επιτύχη, όταν εγίνετο η χειροτονία (216)· ότι δ' ο Θεμιστοκλής, φοβηθείς μη τα δημόσια καταστραφώσιν εντελώς, αν η κυβέρνησις έπιπτεν εις εκείνον, ηγόρασε διά χρημάτων την φιλοτιμίαν του Επικύδους. Επαινείται δ' αυτού και η πράξις προς τον δίγλωσσον όστις ήτον μεταξύ των σταλέντων υπό του βασιλέως διά να ζητήσωσι γην και ύδωρ (217). Τον ερμηνέα τούτον συλλαβών, τον εθανάτωσε διά ψηφίσματος, διότι ετόλμησε να δανείση την ελληνικήν γλώσσαν εις βάρβαρα προστάγματα (218).

Ομοίως επηνέθη και διότι, κατά πρότασιν αυτού, Άρθμιος ο Ζελείτης (219), αυτός και τα παιδία και οι απόγονοι αυτού ενεγράφησαν εις τους ατίμους, διότι έφερε χρυσόν των Μήδων εις τους Έλληνας. Το δε μέγιστον των έργων του είναι ότι έπαυσε τους ελληνικούς πολέμους, και συνεφιλίωσε προς αλλήλας τας πόλεις, πείσας αυτάς ν' αναβάλωσι τας έχθρας των διά τον ξένον πόλεμον. Εις τούτο δε λέγουσιν ότι συνηγωνίσθη μετ' αυτού και Χείλεως ο Αρκάς (220).

Ζ. Άμα δε παρέλαβε την αρχήν, επεχείρησεν αμέσως να επιβιβάση τους πολίτας εις τας τριήρεις, και τους έπεισε να εγκαταλείψωσι την πόλιν, και ν' αντιταχθώσι προς τον βάρβαρον διά θαλάσσης όσον το δυνατόν μακρότερον της Ελλάδος. Επειδή δε πολλοί ανθίσταντο, εξήγαγε πολύ στράτευμα μετά των Λακεδαιμονίων εις τα Τέμπη (221), ως θέλων εκεί να προκινδυνεύση υπέρ της Θεσσαλίας, ήτις τότε δεν εφαίνετο έτι κλίνουσα προς τους Μήδους. Αφ' ού δ' ανεχώρησαν εκείθεν άπρακτοι, και οι Θετταλοί εκηρύχθησαν υπέρ του βασιλέως (222), και όλαι αι χώραι μέχρι της Βοιωτίας τα των Μήδων εφρόνουν, τότε οι Αθηναίοι ήρχισαν να προσέχωσι μάλλον εις την περί θαλάσσης γνώμην του Θεμιστοκλέους, και τον έπεμψαν μετά πλοίων να υπερφυλάξη τα στενά κατά το Αρτεμίσιον (223). Εκεί, οι μεν άλλοι Έλληνες έλεγον να έχωσι την αρχηγίαν ο Ευρυβιάδης και οι Λακεδαιμόνιοι· οι δ' Αθηναίοι, επειδή κατά τον αριθμόν των πλοίων υπερέβαινον όλους σχεδόν τους άλλους ομού, δεν ήθελον άλλους ν' ακολουθώσιν. Εννοήσας δε τον κίνδυνον ο Θεμιστοκλής, και αυτός παρεχώρησε την εξουσίαν εις τον Ευρυβιάδην, και τους Αθηναίους κατεπράυνεν, υποσχόμενος, αν διακριθώσιν εις τον πόλεμον, να κάμη τους λοιπούς Έλληνας να πείθωνται εις αυτούς του λοιπού εκουσίως. Εκ τούτου δύναται να θεωρηθή ότι προ πάντων έγινεν αίτιος της σωτηρίας της Ελλάδος, και προήγαγε κυρίως τους Αθηναίους εις δόξαν, διότι τους μεν εχθρούς ενίκησαν διά της ανδρείας των, τους δε συμμάχους διά της καλής των γνώμης. Όταν δ' ο βαρβαρικός στόλος έφθασεν εις Αφέτας (224), τρομάξας ο Ευρυβιάδης το πλήθος των πλοίων όσα εφέροντο απέναντι αυτών, ακούσας δ' ότι και άλλα διακόσια περιέπλεον υπεράνω της Σκιάθου, ήθελεν ευθύς να επιστρέψη αυτός εις την Ελλάδα, να καταπλεύση εις την Πελοπόννησον, και να περιφράξη τον πεζόν στρατόν διά του στόλου, νομίζων όλως απρόσβλητον την κατά θάλασσαν δύναμιν του βασιλέως. Φοβηθέντες δ' οι Ευβοείς μη οι Έλληνες τους εγκαταλείψωσι, συνενοήθησαν κρυφίως μετά του Θεμιστοκλέους, πέμψαντες προς αυτόν Πελάγοντά τινα μετά χρημάτων πολλών. Ταύτα δε λαβών εκείνος, ως ο Ηρόδοτος διηγείται, τα έδωκεν εις τον Ευρυβιάδη. Μεταξύ δε των πολιτών ο μάλλον εναντιούμενος εις αυτόν ήτον ο Αρχιτέλης, όστις ήτον τριήραρχος της ιεράς τριήρεως (225), αλλά μη έχων χρήματα να δώση εις τους ναύτας, έσπευδε ν' αναχωρήση ταχέως. Κατ' αυτού έτι μάλλον παρώξυνεν ο Θεμιστοκλής τους πολίτας, ώστε ορμήσαντες τω ήρπασαν το δείπνον του. Εν ώ δ' ο αρχιτέλης ελυπείτο διά τούτο και ηγανάκτει, έστειλεν ο Θεμιστοκλής προς αυτόν εντός κιβωτίου δείπνον άρτων και κρεάτων, και υποκάτω αυτών θέσας τάλαντον αργυρίου, τω εμήνυσε να δειπνήση κατά το παρόν, και την επαύριον να επιμεληθή τους τριηρίτας· ειδεμή, ότι θέλει τον καταγγείλει προς τους πολίτας ότι έλαβεν αργύριον παρά του εχθρού. Ταύτα λέγει Φανίας ο Λέσβιος (226).

Η. Αι δε μάχαι αι συγκροτηθείσαι τότε κατά των βαρβαρικών πλοίων περί τα στενά, κρίσιμοι μεν κυρίως δεν ανεδείχθησαν, ωφέλησαν όμως τους Έλληνας διά της πείρας, διότι δι' έργων εδιδάχθησαν κατά τους κινδύνους, ότι ούτε των πλοίων ο αριθμός, ούτε οι στολισμοί και η λαμπρότης των παρασήμων, ούτε αι κραυγαί και αι καυχήσεις, ούτε οι βάρβαροι παιάνες έχουσί τι το επίφοβον δι' άνδρας ηξεύροντας να έρχωνται εις χείρας, και τολμώντας να μάχωνται, αλλ' ότι πρέπει τα τοιαύτα καταφρονούντες, να ορμώσι κατά των σωμάτων, μετ' εκείνων να συμπλέκωνται, και κατ' εκείνων ν' αγωνίζωνται. Τούτο καλώς, ως φαίνεται, εννοήσας και ο Πίνδαρος, είπε περί της κατ' Αρτεμίσιον μάχης· «όπου παίδες Αθηναίοι κρηπίδα λαμπράν έστησαν ελευθερίας.»

Διότι τωόντι η τόλμη είναι της νίκης αρχή. Είναι δε το Αρτεμίσιον αιγιαλός της Ευβοίας προς βορράν αναπεπταμένος, υπεράνω της Εστιαίας (227). Αντικρύζει δ' εις αυτό η Ολιζών ιδίως εκ της χώρας ήτις ήτον υπό τον Φιλοκτήτην (228). Έχει δε μικρόν ναόν της Αρτέμιδος, της επικαλουμένης Προσηώας (229), και δένδρα φύονται περί αυτό, και στήλαι λίθου λευκού εισίν ιδρυμέναι ολόγυρά του. Ο δε λίθος, τριβόμενος διά της χειρός, δίδει χρώμα και οσμήν ως του κρόκου. Εις μίαν δε των στηλών ήτον γεγραμμένον τούτο το ελεγείον.

«Παίδες ποτέ Αθηναίων, ανθρώπων δαμάσαντες γένη των εν Ασία πολλά εις τας θαλάσσας αυτάς εν ναυμαχία, αφ' ού ο στρατός κατεστράφη των Mήδων, μνήματα εις την θεάν Άρτεμιν ίστων αυτά.»

Δείκνυται δε τόπος της παραλίας όστις, εν ώ πέριξ υπάρχει άμμος πολλή, αναδίδει εκ του πυθμένος σκόνιν μέλαιναν και τεφρώδη, ως αν είχε προέλθει εκ πυρκαϊας, και φρονούσιν ότι ενταύθα είχον καύσει τα ναυάγια και τους νεκρούς.

Θ. Αφ' ού όμως τα συμβάντα εν Θερμοπύλαις ανηγγέλθησαν εις το Αρτεμίσιον, ακούσαντες ότι έπεσεν ο Λεωνίδας και ότι ο Ξέρξης ήτον κύριος των κατά ξηράν οδών, ανεχώρησαν να επιστρέψωσιν εις την Ελλάδα, και οι Αθηναίοι ετάχθησαν οι τελευταίοι, υψηλοφρονούντες διά την ανδρείαν και τα κατορθώματά των. Όταν δε παρέπλεε την χώραν ο Θεμιστοκλής, όπου έβλεπε μέρη εις ά έπρεπεν αναγκαίως ν' αρράξωσι και να καταφύγωσιν οι εχθροί, εχάραττεν εις τους λίθους γράμματα ευανάγνωστα, άλλους μεν ευρίσκων κατά τύχην, άλλους δε στήνων ο ίδιος εις τους όρμους και παρά τας πηγάς, και προτρέπων διά των γραμμάτων τους Ίωνας, αν μεν ήτον δυνατόν, ν' αποσκιρτήσωσι προς αυτούς, οίτινες ήσαν πατέρες των, και είχον κινδυνεύσει υπέρ της ελευθερίας εκείνων, ειδεμή, να βλάπτωσι τους βαρβάρους κατά τας μάχας και να τους ταράττωσι (230). Διά τούτων δ' ήλπιζεν ή να μεταπείση τους Ίωνας, ή να τους ταράξη, καθιστών αυτούς υπόπτους προς τους βαρβάρους. Ο δε Ξέρξης εισέβαλεν άνωθεν της Δωρίδος εις την Φωκίδα, και έκαιε τας πόλεις των Φωκέων, χωρίς να θελήσωσι ν' αντισταθώσιν οι Έλληνες, αν και οι Αθηναίοι τους παρεκάλουν να τον απαντήσωσιν εις την Βοιωτίαν προ της Αττικής, καθώς αυτοί τους εβοήθησαν κατά θάλασσαν εις το Αρτεμίσιον. Επειδή δ' ουδείς τους ήκουεν, αλλά διά την Πελοπόννησον μόνον εφρόντιζον, και έσπευδον να συνάξωσιν όλην την δύναμιν, και ωχύρουν τον Ισθμόν διά τείχους από θαλάσσης εις θάλασσαν, συγχρόνως μεν ωργίζοντο οι Αθηναίοι διά την προδοσίαν, συγχρόνως δ' εκυριεύοντο υπ' αθυμίας και λύπης, διότι έμενον μεμονωμένοι.

Και να πολεμήσωσι μεν ουδόλως διενοούντο εναντίον τοσούτων μυριάδων στρατού· το δε μόνον αναγκαίον εις την τότε περίστασιν, ήτον ν' αφήσωσι την πόλιν και να έμβωσιν εις τα πλοία. Αλλά το πλήθος ήκουε τούτο αγανακτούν, και έλεγον ότι ούτε νίκην θέλουσιν, ούτε σωτηρίαν ηξεύρουσιν, αν αφήσωσι τα ιερά των Θεών και των πατέρων τους τάφους.

I. Τότε ο Θεμιστοκλής, μη δυνάμενος δι' ανθρωπίνων υπολογισμών να κερδίση το πλήθος, εκίνησε μηχανήν τινα ως εις τας τραγωδίας, και τοις έφερε θεία σημεία και χρησμούς. Και σημείον μεν έλαβεν ότι ο δράκων κατ' εκείνας τας ημέρας έγινεν αφανής εκ του ναού, και τας καθ' ημέραν εις αυτόν προσφερομένας τροφάς ευρίσκοντες αψαύστους οι ιερείς, το είπον εις τον λαόν (231), προς όν ο Θεμιστοκλής διέδιδεν ότι η Θεά αφήκε την πόλιν, οδηγούσα αυτούς προς την θάλασσαν. Εδημαγώγει δε και διά του χρησμού, λέγων ότι ουδέν άλλον σημαίνει το ξύλινον τείχος, ειμή τα πλοία (232), δι' ό και ονομάζει ο Θεός την Σαλαμίνα «θείαν», και ουχί αθλίαν ή δυστυχή, διότι έμελλε να δώση τ' όνομά της εις μέγα τι των Ελλήνων ευτύχημα. Άμα δ' η γνώμη του υπερίσχυσεν, έγραψε ψήφισμα, την μεν πόλιν να παρακαταθέσωσιν εις την Αθηνάν, την προστάτιν των Αθηναίων, όλοι δ' οι ενήλικες να εμβώσιν εις τας τριήρεις, τους δε παίδας και τας γυναίκας και τους δούλους να σώση έκαστος όπως δυνηθή. Αφ' ού δ' εκυρώθη το ψήφισμα, οι πλείστοι των Αθηναίων απέστειλαν τους γονείς και τας γυναίκας των εις την Τροιζήνα, και οι Τροιζήνιοι τους εδέχοντο μετά πλείστης φιλοτιμίας, ψηφίσαντες να τρέφωσιν αυτούς δημοσίως, και να δίδωσι δύο οβολούς εις έκαστον, και τα παιδία να έχωσι την άδειαν να λαμβάνωσι πανταχόθεν οπωρικά, και προσέτι να πληρώνωνται δι' αυτά μισθοί εις διδασκάλους. Έγραψε δε το ψήφισμα τούτο ο Νικαγόρας. Δημόσια δε χρήματα δεν είχον οι Αθηναίοι· αλλ' ο Αριστοτέλης λέγει ότι η βουλή του Αρείου Πάγου εχορήγησεν εις έκαστον των στρατιωτών ανά οκτώ δραχμάς (233), και ούτως εις αυτήν προ πάντων οφείλεται ότι επληρώθησαν ανδρών αι τριήρεις. Ο δε Κλείδημος (234) και τούτο λέγει στρατήγημα του Θεμιστοκλέους, ότι, όταν οι Αθηναίοι κατέβαινον εις τον Πειραιά, απωλέσθη το Γοργόνειον του αγάλματος της Θεάς (235), και ο Θεμιστοκλής, προσποιούμενος ότι ζητεί αυτό, και προς τούτο εξετάζων τα πάντα, εύρε πλήθος χρημάτων κεκρυμμένων εις των πολιτών τας αποσκευάς, και ταύτα έφερεν εις το μέσον, ώστε υπήρξεν ευπορία εφοδίων διά τους εμβαίνοντας εις τας ναυς. Όταν δ' η πόλις εξέπλεεν, εις άλλους μεν επροξένει οίκτον το θέαμα, εις άλλους δε θαυμασμόν διά την τόλμην, όταν τους μεν γονείς των έπεμπον αλλαχού, αυτοί δ' άκαμπτοι προς των γυναικών τους στεναγμούς και τα δάκρυα, και προς των παιδίων των τους εναγκαλισμούς, μετέβαινον εις την νήσον. Εις οίκτον όμως εκίνουν πολλοί των πολιτών, οίτινες έμενον διά γήρας οπίσω· υπήρχε δε καί τις γλυκεία συμπάθεια προς τα ήμερα και σύντροφα ζώα, όταν μετά φωνής και μετά πόθου παρηκολούθουν τους τροφείς των εμβαίνοντας εις τα πλοία. Μεταξύ αυτών ιστορείται ότι ο κύων Ξανθίππου του πατρός του Περικλέους, μη ανεχόμενος να χωρισθή απ' αυτού, επήδησεν εις την θάλασσαν, και κολυμβών πλησίον εις την τριήρην, έφθασεν εις την Σαλαμίνα, όπου λειποθυμήσας, αμέσως απέθανε. Τούτου λέγουσιν ότι είναι τάφος το μέχρι τούδε δεικνύμενον και ονομαζόμενον Κυνός σήμα.

ΙΑ. Πράξεις δε μεγάλαι εισίν αύται του Θεμιστοκλέους. Εννοήσας ότι οι πολίται επόθουν τον Αριστείδην, και εφοβούντο μη εξ αγανακτήσεως ενωθή μετά του βαρβάρου, και ανατρέψη τα πράγματα της Ελλάδος (διότι προ του πολέμου είχεν εξοστρακισθή καταδιωχθείς υπό του Θεμιστοκλέους), έγραψε ψήφισμα, καθ' ό επετρέπετο εις τους προσκαίρως εξωρισμένους να επανέλθωσι, και να πράττωσι και προτείνωσιν μετά των λοιπών πολιτών ό,τι συμφέρον εις την Ελλάδα. Προς τον Ευρυβιάδην δε, όστις είχε την αρχηγίαν του στόλου διά της Σπάρτης την επισημότητα, όστις όμως ήτον άτολμος προς τον κίνδυνον, και ήθελε ν' αναχωρήση και να πλεύση εις τον Ισθμόν, ο Θεμιστοκλής αντέλεγε. Τότε λέγουσιν ότι εδέθησαν και εκείνα τα μνημονευόμενα, ότι ο Ευρυβιάδης τω είπεν «Ω Θεμιστόκλεις, εις του αγώνας ραπίζουσι τους προ της ώρας ανισταμένους» (236). «Ναι, είπεν ο Θεμιστοκλής, αλλά τους μένοντας οπίσω δεν τους στεφανώνουσι». Τότε εκείνος ύψωσε την ράβδον του διά να τον κτυπήση, και ο Θεμιστοκλής είπε· «Κτύπα, αλλ' άκουσον» (237). Και ο Ευρυβιάδης εθαύμασε την πραότητα αυτού, και τω είπε να ομιλήση· ο δε Θεμιστοκλής ήρχισε να τον επαναφέρη εις τον ορθόν λόγον. Αλλά τις των παρευρισκομένων είπεν, ότι άνθρωπος άπολις δεν είναι ορθόν να διδάσκη τους έχοντας πατρίδας να τας εγκαταλείψωσι και ν' αδιαφορήσωσι δι' αυτάς· «Ημείς, είπεν ο Θεμιστοκλής, ω μοχθηρέ, τας μεν οικίας και τα τείχη ημών κατελείψαμεν, θέλοντες να μη γίνωμεν δούλοι προς χάριν αψύχων. Έχομεν δε πόλιν μεγίστην μεταξύ των Ελληνίδων, τας διακοσίας τριήρεις, αίτινες ήλθον να σας βοηθήσωσι, διότι περιμένετε την σωτηρίαν σας απ' αυτών. Αν δε και εκ δευτέρου αναχωρήσητε προδίδοντες ημάς, ταχέως θ' ακούσωσιν οι Έλληνες ότι οι Αθηναίοι απέκτησαν και πόλιν ελευθέραν και χώραν όχι κατωτέραν εκείνης ήν απώλεσαν». Ως δ' είπε ταύτα ο Θεμιστοκλής, υπόνοια και φόβος κατέλαβε τον Ευρυβιάδην, μη οι Αθηναίοι τους εγκαταλείψωσι και απέλθωσιν.

Επειδή δε καί τις των παρόντων, Ερετριεύς, ηθέλησε τι να ειπή απ' εναντίας αυτού, «Πώς; τω είπεν έχετε λόγον περί πολέμου και σεις, οίτινες, ως τα καλαμάρια, ξίφος έχετε και καρδίαν δεν έχετε;» (238) IB. Λέγεται δ' υπό τινων ότι ο Θεμιστοκλής διελέγετο περί τούτων άνωθεν από του καταστρώματος του πλοίου, όταν γλαυξ εφάνη πετώσα προς τα δεξιά των πλοίων, και εκάθησεν εις τα εξάρτια. Διά τούτο έτι μάλλον έκλινον προς την γνώμην του (239), και ήτοιμάζοντο να ναυμαχήσωσιν. Αλλ' όταν ο στόλος των