πολεμίων, διευθυνόμενος προς της Αττικής το Φαληρικόν, απέκρυψεν όλους τους πέριξ αιγιαλούς, και ο βασιλεύς μετά του πεζού στρατού καταβάς εις την θάλασσαν, εφάνη αιφνηδίως έχων πάσας τας δυνάμεις ομού συνηγμένας, τότε εξέφυγον τους Έλληνας οι λόγοι του Θεμιστοκλέους, και πάλιν έστρεφον τα βλέμματα οι Πελοποννήσιοι προς τον Ισθμόν, και ωργίζοντο αν άλλος άλλο επρότεινεν. Εμελέτων δε την νύκτα ν' αναχωρήσωσι, και παρήγγελλον εις τους κυβερνήτας να είν' έτοιμοι διά πλουν.
Τότε, δυσανασχετών ο Θεμιστοκλής, ότι αφήνοντες οι Έλληνες την βοήθειαν του τόπου και των στενών, έμελλον να διαλυθώσι κατά πόλεις, εσκέφθη και απεφάσισε το μετά του Σικίνου τέχνασμα.
Ήτον δ' ο Σίκινος Πέρσης το γένος, αιχμάλωτος, αγαπώμενος υπό του Θεμιστοκλέους, και των τέκνων αυτού παιδαγωγός. Έπεμψε λοιπόν αυτόν κρυφίως προς τον Πέρσην, και τω παρήγγειλε να ειπή ότι ο Θεμιστοκλής, ο στρατηγός των Αθηναίων, φρονών τα του βασιλέως, τω καταγγέλλει πρώτος ότι οι Έλληνες δραπετεύουσι, και τον προτρέπει να μη τους αφήση να φύγωσιν, αλλ' εν ώ διατελούσιν εις ταραχήν, όντες κεχωρισμένοι από των πεζών, να επιπέση και να καταστρέψη την ναυτικήν αυτών δύναμιν. Ταύτα δ' ακούσας ο Ξέρξης, και νομίσας ότι τω ελέγοντο εκ φιλικής προαιρέσεως, εχάρη, και ευθύς διέταξε τους αρχηγούς των πλοίων, εις μεν τα άλλα να εισαγάγωσι τους στρατιώτας μεθ' ησυχίας· να κινήσωσι δ' αμέσως μετά διακοσίων, και να περικυκλώσωσι πανταχόθεν το πέραμα, και να διαζώσωσι τας νήσους (240), ώστε ουδείς να διαφύγη εκ των εχθρών. Εν ώ δε ταύτα εξετελούντο, πρώτος εννοήσας αυτά Αριστείδης ο Λυσιμάχου, ήλθε προς την σκηνήν του Θεμιστοκλέους, ει και δεν ήτον φίλος του, αλλά μάλιστα, ως είπομεν, εξ αιτίας εκείνου εξοστρακισθείς. Όταν δ' εξήλθεν ο Θεμιστοκλής προς αυτόν, τω είπε περί της περικυκλώσεως. Εκείνος δε, γνωρίζων και την κατά τα λοιπά πάντα χρηστότητα του ανδρός, και υπερχαρείς διά την τότε παρουσίαν του, τω είπεν όσα ενήργησεν διά του Σικίνου, και τον παρεκάλεσε να τον βοηθήση και να συμπράξη μετά προθυμίας, όπως οι Έλληνες, οίτινες είχον εις αυτόν περισσοτέραν εμπιστοσύνην, ναυμαχήσωσιν εντός των στενών. Και ο μεν Αριστείδης, επαινέσας τον Θεμιστοκλέα, περιήλθε τους άλλους στρατηγούς και τριηράρχας, παροξύνων αυτούς προς την μάχην. Αυτοί όμως εδυσπίστουν εισέτι, όταν εφάνη αυτόμολος τριήρης Τηνία (241) ής ναύαρχος ήτον ο Παναίτιος, και απήγγειλε την κύκλωσιν. Ώστε και εκ θυμού και εξ ανάγκης οι Έλληνες ερίφθησαν εις τον κίνδυνον.
ΙΓ. Άμα δ' εξημέρωσεν, ο Ξέρξης εκάθησεν υψηλά, επιβλέπων τον στόλον και την παράταξιν, ως μεν λέγει ο Φανόδημος (242), υπεράνω του ναού του Ηρακλέους, όπου βραχύ πέραμα χωρίζει την Αττικήν και την νήσον, ως δ' ο Ακεστόδωρος (243), κατά τα σύνορα της Μεγαρίδος, υπεράνω των λεγομένων Κεράτων (244), στήσας καθέδραν χρυσήν (245), και περιστοιχισθείς υπό πολλών γραμματέων, ών έργον ην να καταγράφωσι τα κατά την μάχην γινόμενα. Εν ώ δ', ο Θεμιστοκλής ετέλει θυσίαν παρά την ναυαρχίδα τριήρην, προσήχθησαν εις αυτόν τρεις αιχμάλωτοι, εξόχως ωραίοι το πρόσωπον, λαμπρά δε φορέματα και χρυσά φορούντες κοσμήματα. Ελέγετο δ' ότι ήσαν υιοί της Σανδάκης, αδελφής του βασιλέως, και του Αρταύκτου. Τούτους ιδών Ευφραντίδης ο μάντις, επειδή συγχρόνως μεν ανέλαμψεν εκ του βωμού μέγα πυρ και λαμπρόν, συγχρόνως δε και άλλο εδόθη σημείον, πτερνίσματος εκ δεξιών (246), συγχαρείς τον Θεμιστοκλέα, τον διέταξε ν' αρχίση από των νεανίσκων, και να τους σφαγιάση όλους, προσευχηθείς εις τον ωμηστήν Διόνυσον (247), διότι ούτως ήθελε δοθή εις τους Έλληνας σωτηρία και νίκη. Και ο μεν Θεμιστοκλής εξεπλάγη ακούσας το μέγα τούτο και φοβερόν μάντευμα. Αλλ' ως συμβαίνει συνήθως επί μεγάλων αγώνων και επί δυσκόλων πραγμάτων, οι του κοινού λαού εκ των παραλόγων μάλλον ή εκ των ευλόγων την σωτηρίαν ελπίζοντες, επεκαλούντο τον Θεόν όλοι ομού φωνάζοντες, και ενταυτώ, φέροντες τους αιχμαλώτους εις τον βωμόν, ηνάγκασαν να γίνη η θυσία, ως ο μάντις εκέλευσε. Ταύτα διηγείται ανήρ φιλόσοφος, και γνώσεων μη εστερημένος ιστορικών, ο Λεσβίος Φανίας (248).
ΙΔ. Περί δε του πλήθους των βαρβαρικών πλοίων ο ποιητής Αισχύλος, ως γνωρίζων αυτά, και δυνάμενος να τα βεβαίωση, λέγει ταύτα εις την τραγωδίαν τους Πέρσας (249).
«Του Ξέρξου ήτον (το ηξεύρω) χιλιάς ο αριθμός των πλοίων τα δε τάχιστα δις ήσαν εκατόν κ' επτά, ως λέγεται.»
Αι δ' Αττικαί ήσαν εκατόν ογδοήκοντα τον αριθμόν, και εκάστη είχε δεκαοκτώ τους μαχομένους εκ του καταστρώματος· εκ τούτων δε τέσσαρες ήσαν τοξόται, και οι λοιποί οπλίται. Φαίνεται δ' ότι ο Θεμιστοκλής ενόησε και παρεμόνευσε τον καιρόν ουχ ήττον καλώς ή τον τόπον, και δεν παρέταξε τας τριήρεις του προς τας βαρβαρικάς πριν ή φθάση η συνήθης ώρα, ήτις πάντοτε φέρει σφοδρόν τον άνεμον και το κύμα διά των στενών από του πελάγους· διότι τας μεν ελληνικάς, ούσας χαμηλάς, και μη εγειρομένας πολύ υπέρ την επιφάνειαν της θαλάσσης, ολίγον έβλαπτε· πίπτων δ' εις τας βαρβαρικάς αίτινες είχον ορθάς τας πρύμνας και εφέροντο βαρείαι εξ αιτίας των υψηλών καταστρωμάτων, τας έξωθεν του δρόμου των, και τας παρέδιδε πλαγίως εις τους Έλληνας, οίτινες προσέβαλλον μεθ' ορμής, προσέχοντες κυρίως εις τον Θεμιστοκλήν διότι τούτον εθεώρουν ως εννοούντα υπέρ πάντα άλλον τι ήτον το συμφέρον, και διότι προς το μέρος εκείνου ο ναύαρχος του Ξέρξου Αριαμένης, πλοίον έχων μέγα, ετόξευε και ηκόντιζεν ως από τείχους, ανήρ ικανός ων, και ο άριστος και δικαιότατος εκ των αδελφών του βασιλέως. Ούτος, όταν του Δεκελέως (250) Αμεινίου και Σωκλέους του Πεδιέως (251), οίτινες συνέπλεον επί του αυτού πλοίου, αι τριήρεις έπεσαν επί αλλήλων πρώραν προς πρώραν, και μαχόμεναι διά των εμβολών, συνεκολλήθησαν, ερίφθη εις το πλοίον αυτών αυτοί δ' αντιστάντες, και κτυπώντες αυτόν διά των δοράτων των, τον έρριψαν εις την θάλασσαν, και το σώμα αυτού φερόμενον μετά των άλλων ναυαγίων, ανεγνώρισεν η Αρτεμισία (252), και το έφερεν επάνω προς τον Ξέρξην (253).
ΙΕ. Εν ώ δ' εις τοιαύτην θέσιν ήτον η μάχη, λέγουσιν ότι έλαμψε μέγα φως εκ της Eλευσίνος (254), ήχος δε και φωνή επλήρωσε το Θριάσιον πεδίον (255) μέχρι της θαλάσσης, ως αν πολλοί άνθρωποι ομού εξήγον τον μυστικόν Ίακχον (256). Εκ του μέσου δε του πλήθους των κραυγαζόντων εφάνη νέφος βαθμηδόν υψούμενον, και έπειτα, πάλιν υποχωρούν, επέπεσεν εις τας τριήρεις. Άλλοι δ' ενόμισαν ότι είδον φαντάσματα και είδωλα ανθρώπων ενόπλων, από της Αιγίνης εκτεινόντων τας χείρας προ των ελληνικών τριηρών, και είκαζον ότι ήσαν οι Αιακίδαι (257) ούς είχον προ της μάχης επικαλεσθή δι' ευχών εις βοήθειαν. Πρώτος λοιπόν εκυρίευσε πλοίον ο Λυκομήδης, τριήραρχος Αθηναίος, και αυτού αποκόψας τα παράσημα, το αφιέρωσεν εις τον δαφνηφόρον Απόλλωνα (258). Οι δ' άλλοι, ίσοι κατά το πλήθος γινόμενοι προς τους βαρβάρους, πολεμούντας εντός στενού (259), και πίπτοντας τους μεν επί τους δε, τους έτρεψαν, αφ' ού αντεστάθησαν μέχρι δείλης, ως λέγει ο Σιμωνίδης (260), την καλήν και περιβόητον εκείνην θριαμβεύσαντες νίκην, ής ουδ' υφ' Ελλήνων ουδ' υπό βαρβάρων ποτέ άλλο λαμπρότερον θαλάσσιον κατωρθώθη έργον, διά της ανδρείας μεν και της προθυμίας πάντων ομού των ναυμαχησάντων, διά της φρονήσεως δε συγχρόνως και της ικανότητος του Θεμιστοκλέους (261).
ΙΣΤ. Μετά δε την ναυμαχίαν, ο Ξέρξης μη απελπιζόμενος έτι προς την αποτυχίαν, επεχείρει διά χωμάτων να φέρη τον πεζόν του στρατόν εις την Σαλαμίνα κατά των Ελλήνων, εμφράττων το μεταξύ πέραμα. Ο δε Θεμιστοκλής θέλων διά των λόγων του να εννοήση τι φρονή ο Αριστείδης, επρότεινε να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον, και να καταστρέψωσι την γέφυραν (262), «ώστε, είπε, να συλλάβωμεν την Ασίαν εντός της Ευρώπης». Αλλά δυσανασχετών προς ταύτα ο Αριστείδης (263), «τώρα μεν, είπεν, επολεμήσαμεν κατά του βαρβάρου εν ώ εις τρυφήν παρεδίδετο· αν δε κατακλείσωμεν εις την Ελλάδα, και διά του φόβου αναγκάσωμεν να πολεμήση άνδρα κύριον τοσούτων δυνάμεων, δεν θα καθήση πλέον υπό σκιάδα χρυσήν να βλέπη την μάχην ησύχως, αλλά θέλει τα πάντα τολμήσει, και θέλει παρευρίσκεσθαι πανταχού, ένεκα του κινδύνου, όπως επανορθώση την αποτυχίαν του, και θέλει σκεφθή καλλήτερα, προκειμένου περί των όλων. Επομένως, είπε, δεν πρέπει, ω Θεμιστόκλεις, να καταστρέψωμεν ημείς την υπάρχουσαν γέφυραν, αλλά και άλλην ει δυνατόν να κατασκευάσωμεν, και να εκβάλωμεν ταχέως τον άνθρωπον εκ της Ευρώπης.» «Λοιπόν, είπεν ο Θεμιστοκλής, αν ταύτα κρίνωνται συμφέροντα, πρέπει όλοι ημείς να σκεφθώμεν και να εύρωμεν τρόπον όπως φύγη όσον τάχιον εκ της Ελλάδος». Αφ' ού δε ταύτα ενεκρίθησαν, έπεμψεν ένα των βασιλικών ευνούχων, όν εύρε μεταξύ των αιχμαλώτων, Αρνάκην ονομαζόμενον, παραγγείλας να ειπή εις τον βασιλέα, ότι οι μεν Έλληνες απεφάσισαν, αφ' ού ενίκησαν κατά θάλασσαν, να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον, όπου ήτον εζευγμένος, και να διαλύσωσι την γέφυραν, ο Θεμιστοκλής δε, μεριμνών υπέρ του βασιλέως, τον συμβουλεύει να σπεύση να επιστρέψη εις τας εδικάς του θαλάσσας, και να φθάση εν όσω αυτός επιφέρει αναβολάς τινάς και αργοπορίας εις τους συμμάχους διά την δίωξιν. Ταύτα ακούσας ο βάρβαρος, και περίφοβος γενόμενος, μετά πάσης ταχύτητος ετράπη εις αναχώρησιν. Και απόδειξιν της φρονήσεως του Θεμιστοκλέους και Αριστείδου παρέσχεν ο Μαρδόνιος, διότι αντιταχθέντες εις πολλοστημόριον της δυνάμεως του Ξέρξου εν Πλαταιαίς, εκινδύνευσαν τον έσχατον κίνδυνον.
ΙΖ. Και μεταξύ μεν των πόλεων λέγει ο Ηρόδοτος ότι ηρίστευσεν η των Αιγινητών· εις δε τον Θεμιστοκλέα, ει και άκοντες υπό φθόνου, απέδωκαν όλοι το πρωτείον. Διότι, όταν αναχώρησαντες εις τον Ισθμόν, εψηφοφόρουν οι στρατηγοί εις τον βωμόν (264), πρώτον μεν κατά την ανδρείαν επρότεινεν έκαστος εαυτόν, δεύτερον δε μεθ' εαυτόν τον Θεμιστοκλέα. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, λαβόντες αυτόν εις την Σπάρτην, έδοσαν ελαίας στέφανον ως αριστείον εις μεν τον Ευρυβιάδην ανδρείας, εις εκείνον δε φρονήσεως (265) και τω εχάρισαν την ωραιοτέραν της πόλεως άμαξαν, και έστειλαν μετ' αυτού τριακοσίους των νέων να τον προπέμψωσι μέχρι των ορίων της πόλεως. Λέγεται δ' ότι, όταν ετελέσθησαν τα πρώτα μετά ταύτα Ολύμπια, και προέβη εις το στάδιον ο Θεμιστοκλής, οι θεαταί αφήκαν τους αγωνιζομένους, και όλην την ημέραν εκείνον μόνον έβλεπον, και θαυμάζοντες και χειροκροτούντες τον επεδείκνυον εις τους ξένους, ώστε και αυτός ευχαριστηθείς, ωμολόγησεν, εις τους ξένους, ότι απολαμβάνει τον καρπόν των υπέρ της Ελλάδος αγώνων του.
IΗ. Διότι ήτον την φύσιν φιλοτιμότατος, καθ' όσον συμπεραίνεται εκ των περί αυτού απομνημονευομένων. Όταν εξελέγη ναύαρχος της πόλεως, δεν εθεώρει ουδεμίαν ιδιαιτέρως υπόθεσιν ούτε ιδίαν ούτε δημοσίαν, αλλά πάσας τας παρουσιαζομένας ανέβαλλε κατά την ημέραν εκείνην, καθ' ήν έμελλε να εκπλεύση, ώστε πολλά ενεργών πράγματα, και μετ' ανθρώπων πολλών ομιλών, να φαίνηται ότι είναι μέγας και πολλά δυνάμενος. Παρατηρών δε τους νεκρούς όσοι είχον ριφθή έξω εις το παραθαλάσσιον, και ιδών πλησίον αυτού κείμενα χρυσά περιδέραια και κοσμήματα, έδειξεν αυτά εις τον φίλον του όστις τον παρηκολούθει, και «Λάβε ταύτα διά σε, τω είπε· Συ δεν είσαι Θεμιστοκλής.» Προς Αντιφάτην δε τινα, όστις ήτον άλλοτε νέος ωραίος, και προσεφέρετο πρότερον προς αυτόν υπερηφάνως, έπειτα δε τον επεριποιείτο διά την δόξαν του, «Ω νεανίσκε, είπεν, εξώρας μεν, αλλά και οι δύο συγχρόνως εφρονιμεύσαμεν.» Έλεγε δ' ότι οι Αθηναίοι ούτε τον τιμώσιν ούτε τον θαυμάζουσιν, αλλ' ως εις πλάτανον, εν καιρώ μεν τρικυμιών και κινδύνων καταφεύγουσιν υπ' αυτόν, όταν δ' επανέλθη περί αυτούς γαλήνη, τον μαδούσι και τον κολοβούσι. Προς δε Σερίφιόν τινα, όστις τω είπεν ότι δεν εδοξάσθη ένεκα εαυτού, αλλ' εξ αιτίας της πόλεως εις ήν ανήκει, «Αληθώς λέγεις, απεκρίθη· αλλ' ούτ' εγώ, αν ήμην Χερίφιος θα εγινόμην ένδοξος, ούτε συ αν ήσο Αθηναίος.» Όταν δ' άλλος τις στρατηγός, όστις υπέθετεν ότι κατώρθωσε χρήσιμόν τι εις την πόλιν, μετά θρασύτητος ομιλών προς τον Θεμιστοκλέα, αντιπαρέβαλλε τας ιδίας αυτού πράξεις προς τας πράξεις εκείνου, είπεν ότι «τα μεθεόρτια εφιλονείκουν ποτέ προς την εορτήν, λέγοντα ότι εκείνη μεν είναι πλήρης κόπων και ασχολιών, επ' αυτών δ' απολαμβάνουσιν όλοι τα προητοιμασμένα αναπαυόμενοι· προς ταύτα δ' απεκρίθη η εορτή· Αλήθειαν λέγετε· αλλ' αν εγώ δεν ήμην, σεις δεν θα υπήρχετε.
Και εγώ λοιπόν αν δεν είχον υπάρξει τότε, πού θα ήσθε σεις σήμερον;» Αστειευόμενος δε, διότι ο υιός του είχεν επιρροήν επί της μητρός του, και δι' εκείνης και επί αυτού, έλεγεν ότι είχε την ανωτάτην δύναμιν, και επί των Ελλήνων· διότι επί μεν των Ελλήνων εξουσίαν είχον οι Αθηναίοι, επί των Αθηναίων δ' αυτός, επί αυτού η μήτηρ του παιδίου, και επί της μητρός το παιδίον.
Θέλων δε να είναι ιδιότροπος κατά πάντα, ότε επώλει αγρόν, διέταττε τον κήρυκα να φωνάζη ότι και γείτονα καλόν έχει.
Μεταξύ δε των ζητούντων εις γάμον την θυγατέρα του επροτίμησε τον χρηστόν και ουχί τον πλούσιον, λέγων ότι ζητεί μάλλον άνδρα έχοντα ανάγκην χρημάτων, παρά χρήματα έχοντα ανάγκην ανδρός.
Τοιούτος ήτον ως προς τ' αποφθέγματά του.
ΙΘ. Αμέσως δε μετά τα κατορθώματά του εκείνα, επεχείρησε ν' ανοικοδομήση και να τειχίση την πόλιν, ως μεν ιστορεί ο Θεόπομπος (266), πείσας τους Εφόρους (267) διά χρημάτων να μη εναντιωθώσιν, ως δ' οι πλείστοι, απατήσας αυτούς· διότι ήλθεν εις Σπάρτην δους εις την αποστολήν του πρεσβείας όνομα. Όταν δ' οι Σπαρτιάται ενεκάλουν τους Αθηναίους ότι περιτειχίζουσι την πόλιν, και επίτηδες σταλείς εξ Αιγίνης ο Πολύαρχος, τους κατηγόρει διά τούτο (268), αυτός ηρνείτο, και τοις έλεγε να στείλωσιν εις Αθήνας ανθρώπους να ιδώσιν, αφ' ενός μεν δίδων διά της χρονοτριβής καιρόν εις τον τειχισμόν να προχωρήση, αφ' ετέρου δε θέλων ανθ' εαυτού να έχωσιν οι Αθηναίοι τους μέλλοντας να σταλώσι. Τούτο αληθώς και συνέβη· διότι οι Λακεδαιμόνιοι, γνωρίσαντες την αλήθειαν, δεν τον έβλαψαν, αλλά κρυφίως οργιζόμενοι τον απέπεμψαν. Ευθύς δε μετά ταύτα ήρχισεν ετοιμάζων τον Πειραιά, διότι ενόησε πόσον αξιόλογοι ήσαν οι λιμένες, και την πόλιν διαθέτων διά την θάλασσαν, και τρόπον τινά προς τους παλαιούς βασιλείς των Αθηναίων αντιπολιτευόμενος. Διότι εκείνοι, ως λέγεται, αγωνιζόμενοι ν' αποσπάσωσι τους πολίτας από της θαλάσσης, και να τους συνηθίσωσι να ζώσι μη πλέοντες, αλλά την χώραν φυτεύοντες, διέδοσαν τον περί της Αθηνάς λόγον, ότι εφιλονείκησε ποτέ περί της χώρας προς τον Ποσειδώνα, και αναδείξασα την ιεράν ελαίαν εις τους δικαστάς, ενίκησεν. Ο Θεμιστοκλής δε δεν συνεκόλλησεν, ως λέγει ο κωμικός Αριστοφάνης (269), τον Πειραιά εις την πόλιν, αλλά την πόλιν εξήστησεν από του Πειραιώς, και την γην από της θαλάσσης (270). Τούτο ηύξησε και την δύναμιν του δήμου κατά της αριστοκρατίας, και επλήρωσεν αυτόν θρασύτητος, όταν η δύναμις περιήλθεν εις τους ναύτας και τους κελευστάς και τους κυβερνήτας. Διά τούτο και το βήμα της Πνυκός, όν κατασκευασμένον ώστε να βλέπη προς την θάλασσαν, ύστερον οι Τριάκοντα το έστρεψαν προς τα εντός της χώρας, φρονούντες ότι η μεν κατά θάλασσαν εξουσία εγέννα την δημοκρατίαν, προς την ολιγαρχίαν δ' ότι ολιγώτερον δυσαρεστούνται οι γεωργοί (271).
Κ. Διενοήθη δ' ο Θεμιστοκλής και μεγαλήτερόν τι περί της ναυτικής δυνάμεως. Όταν ο ελληνικός στόλος, μετά του Ξέρξου την αναχώρησιν κατέπλευσεν εις Παγασάς (272) και διεχείμαζε, δημηγορών ούτος εν Αθήναις, είπεν ότι έχει να προτείνη πράξιν τινα ωφέλιμον μεν και σωτήριον εις την πόλιν, αλλά μυστικήν διά τον λαόν. Τότε οι Αθηναίοι τον προσεκάλεσαν να την ειπή εις μόνον τον Αριστείδην, και αν εκείνος την εγκρίνη, ήθελον την εκτελέσει. Ανήγγειλε λοιπόν εις τον Αριστείδην ότι διενοείτο να πυρπολήση τον ναύσταθμον των Ελλήνων· και ο Αριστείδης, εμφανισθείς εις τον δήμον, είπεν ότι, της πράξεως ήν διανοείται να πράξη ο Θεμιστοκλής, ουδεμία υπάρχει ούτε ωφελιμωτέρα ούτε αδικωτέρα. Ταύτα δ' ακούσαντες οι Αθηναίοι, διέταξαν τον Θεμιστοκλήν να παραιτηθή αυτής. Εις δε τ' Αμφικτυονικά συνέδρια, όταν οι Λακεδαιμόνιοι επρότεινον ν' αποκλεισθώσι της Αμφικτυονίας όσαι πόλεις δεν συνεμάχησαν κατά του Μήδου, φοβηθείς μήπως αποβαλόντες του συνεδρίου τους Θεσσαλούς, τους Αργείους, προσέτι δε και τους Θηβαίους, γίνωσιν αυτοί εντελώς των ψήφων κύριοι, συνηγόρησεν υπέρ των πόλεων, και μετέβαλε τας γνώμας των Πυλαγορών (273) διισχυρισθείς ότι μόνον τριάκοντα και μία πόλεις μετέσχον του πολέμου, και εξ αυτών αι πλείσται πολύ μικροί. Δεινόν επομένως θα ήτον, ν' αποκλεισθή των σπονδών πάσα η άλλη Ελλάς, και το συνέδριον να εξαρτάται από μόνων των δύο ή τριών μεγάλων πόλεων. Εκ τούτου κυρίως δυσηρέστησε τους Λακεδαιμονίους, διό και προήγον τον Κίμωνα εις τας τιμάς, καθιστάντες αυτόν πολιτικόν του Θεμιστοκλέους αντίπαλον.
ΚΑ. Ήτον δε και εις τους συμμάχους επαχθής, διότι περιπλέων τας νήσους ηργυρολόγει αυτούς· και ο Ηρόδοτος (274) διηγείται όσα είπε και όσα ήκουσεν εις Άνδρον, όταν εζήτει και εκεί χρήματα.
Δύο είπεν εις τους Ανδρίους ότι ήλθε φέρων θεούς, την Πειθώ και την Βίαν, εκείνοι δ' απεκρίθησαν ότι έχουσι και αυτοί δυο μεγάλους θεούς, την Πενίαν και την Απορίαν, υφ' ών εμποδίζονται να τω δώσωσι χρήματα. Τιμοκρέων δ' ο Ρόδιος μελοποιός (275), εις έν των ασμάτων του κατηγορεί πικρώς τον Θεμιστοκλέα, ότι διά χρήματα κατώρθωσεν άλλοι φυγάδες ν' ανακληθώσι, δι' αργύριον δ' εγκατέλιπεν αυτόν, εν ώ ήτον μετ' αυτού διά φιλίας και φιλοξενίας συνδεδεμένος. Λέγει δ' ούτω (276).
Αν Ξάνθιππον συ επαινής, αν επαινής Λεωτυχίδαν (277) ή Παυσανίαν, εγώ υπεραινώ τον Αριστείδην, αφ' ιερών Αθηνών άνδρα άριστον ένα ελθόντα.
Εχθρεύεται δ' η Λατώ τον άδικον Θεμιατοκλέα, ψεύστην, προδότην, ός πριν, του Τιμοκρέοντος ων φίλος, εις σκύβαλ' αργύρου πεισθείς, δεν έφερεν εις την [πατρίδα την Ιάλυσον πάλιν αυτόν, και τάλαντ' αργυρίου τρία λαβών, ανεχώρησ' ευθύς, και εις όλεθρον επήγε πλέων, άλλους αδίκως καλών, διώκων άλλους ή φονεύων, πλήρης χρυσού. Εις δ' ισθμόν γελοίος ήτον ξενοδόχος, κρέατα δίδων ψυχρά· και έτρωγον αυτά οι ξένοι, και ηύχοντ' ο Θεμιστοκλής να πάγη και να μη γυρίση [(278).
Πολύ δε μάλλον ακολάστους και απαρακαλύπτους ύβρεις εκτοξεύει κατά του Θεμιστοκλέους μετά την φυγήν αυτού και την καταδίκην ο Τιμοκρέων, γράψας άσμα ούτως αρχόμενον «Μούσα ταύτης της ωδής εις Ελλάδα δόξαν δος, δος ορθώς και δος δικαίως.»
Λέγεται δ' ότι εξωρίσθη ο Τιμοκρέων ως μηδίζων, και κατ' αυτού κατεψήφισε και ο Θεμιστοκλής. Όταν λοιπόν μηδισμός προσήφθη και εις τον Θεμιστοκλέα, τότε εσύνθεσε ταύτα αυτός εναντίον του· Λοιπόν προς Μήδους συμμαχών δεν είν ο Τιμοκρέων μόνος.
εισί και άλλοι πονηροί, δεν είμαι μόνος κοψονούρα· και άλλαι είν' αλώπεκες.
ΚΒ. Επειδή δε και οι πολίται εκ φθόνου ήκουον ευχαρίστως τας συκοφαντίας, ηναγκάζετο να γίνηται φορτικός, πολλάκις ενώπιον του δήμου αναφέρων τας ιδίας αυτού πράξεις· και προς τους διά τούτο δυσαρεστουμένους, «Τι βαρύνεσθε, είπεν, ότι υπό των ιδίων ανθρώπων πολλάκις ευεργετείσθε; Προσέκρουσε δ' εις το πλήθος και όταν ίδρυσε τον ναόν της Αρτέμιδος, ήν ωνόμασεν Αριστοβούλην, ως άριστα δήθεν υπέρ της πόλεως και υπέρ της Ελλάδος βουλευθείς, και κατεσκεύασεν αυτόν πλησίον της οικίας του εις την Μελίτην (279), όπου ρίπτουσιν οι δήμιοι τα σώματα των θανατουμένων, και εκθέτουσι τα ενδύματα και τα σχοινία των κρεμασθέντων και καταβιβαζομένων εκ της αγχόνης. Έκειτο δε και του Θεμιστοκλέους μικρά εικών εις τον ναόν της Αριστοβούλης έτι μέχρις ημών, και εξ αυτής φαίνεται ότι είχεν ου μόνον την ψυχήν, αλλά και την όψιν ηρωικήν. Εξωστράκισαν δ' αυτόν, ταπεινούντες την επισημότητα αυτού και την υπεροχήν, καθώς συνήθιζον ως προς πάντας εκείνους ων την δύναμιν ενόμιζον μεγάλως βαρύνουσαν, και μη σύμμετρον προς την δημοκρατικήν ισότητα. Διότι ο εξοστρακισμός δεν ήτον ποινή, αλλά παρηγορία και ανακούφισις του φθόνου, όστις ευχαριστείτο να ταπεινή τους υπερέχοντας, και την δυσμένειάν του εξεθύμαινεν εις ταύτην την ατιμίαν (280).
ΚΓ. Αφ' ού δ' εφυγαδεύθη αυτός εκ της πόλεως, και εν ώ διέτριβεν εις το Άργος, συνέπεσαν τα κατά τον Παυσανίαν (281), και έδωκαν νέας κατ' αυτού αφορμάς εις τους εχθρούς του. Ο δε κατηγορήσας αυτόν επί προδοσία, ήτον Λεωβότης ο Αλκμαίωνος, εξ Αγρυλής (282), και μετ' αυτού τον κατηγόρουν και οι Σπαρτιάται. Καθ' όν καιρόν ο Παυσανίας ενήργει τα περί την προδοσίαν του, κατ' αρχάς μεν εκρύπτετο από του Θεμιστοκλέους, καί τοι ων φίλος αυτού. Όταν όμως τον είδεν εξωσθέντα των δημοσίων πραγμάτων και οργιζόμενον διά τούτο, έλαβε θάρρος να τω προτείνη να συμπράξη μετ' αυτού, δείξας εις αυτόν τα γράμματα του βασιλέως, και παροξύνων αυτόν κατά των Ελλήνων, ούς τω έλεγε πονηρούς και αχαρίστους. Ο δε Θεμιστοκλής απέκρουσε μεν την παράκλησιν του Παυσανίου, και ηρνήθη πάσαν σύμπραξιν, αλλ' εις ουδένα διεκοίνωσε τους λόγους αυτού, ουδέ κατεμήνυσε την πράξιν του, προσδοκών ότι θέλει παραιτηθή αυτής, ή ότι θέλει άλλως φανερωθή ασυλλογίστως ορεγόμενος πραγμάτων ατόπων και παραβόλων. Αφ' ού δε τότε εθανατώθη ο Παυσανίας, ευρεθείσαι επιστολαί τινες και γραπταί περί τούτου σημειώσεις, κατέστησαν ύποπτον τον Θεμιστοκλέα, και κατεβόων μεν κατ' αυτού οι Λακεδαιμόνιοι, τον κατηγόρουν δε και οι πολίται όσοι τον εφθόνουν, απόντα, και διά γραμμάτων μόνον απολογούμενον περί των προτέρων κατηγοριών. Έγραφε δε προς τους πολίτας απέναντι των διαβολών των εχθρών του, ότι ζητών πάντοτε να άρχη, μη ων δε πεπλασμένος, ουδέ θέλων να άρχηται, δεν ήθελε ποτέ πωλήσει εαυτόν και την Ελλάδα εις βαρβάρους και εις εχθρούς. Αλλ' ουχ ήττον ο δήμος πεισθείς υπό των κατηγόρων του, έπεμψεν άνδρας παραγγελθέντας να τον συλλάβωσι και να τον φέρωσι να κριθή ενώπιον των Ελλήνων.
ΚΔ. Εννοήσας δε τούτο εκείνος, επέρασεν εις την Κέρκυραν, πόλιν ήν είχεν ευεργετήσει άλλοτε· διότι κριτής αυτών γενόμενος ότε εφιλονείκουν ποτέ προς τους Κορινθίους, έπαυσε την έχθραν αυτών, κρίνας να καταβάλωσιν οι Κορίνθιοι είκοσι τάλαντα, και να νέμωνται από κοινού την Λευκάδα, ήτις ήτον αμφοτέρων άποικος. Εκείθεν δ' έφυγεν εις την Ήπειρον (283), και διωκόμενος υπό των Αθηναίων και Λακεδαιμονίων, ερίφθη εις επισφαλείς και απόρους ελπίδας, και κατέφυγε προς τον Άδμητον, όστις ήτον των Μολοσσών βασιλεύς, και ότε άλλοτε είχε ζητήσει χάριν τινά παρά των Αθηναίων, περιεφρονήθη υπό του Θεμιστοκλέους, όταν ήκμαζεν εις την πολιτείαν, δι' ό και ωργίζετο, και προφανές ήτον ότι, αν τον συνελάμβανε, θα τον ετιμώρει. Επί της φυγής του δε τότε ο Θεμιστοκλής, φοβηθείς μάλλον τον εγχώριον και πρόσφατον φθόνον παρά την παλαιάν και βασιλικήν οργήν, ελθών παρεδόθη εις αυτόν, ικέτης του Αδμήτου γενόμενος, κατ' ιδιαίτερόν τινα τρόπον και διαφέροντα του συνήθους. Λαβών τον υιόν αυτού, όντα παιδίον, προσέπεσεν εις την εστίαν, διότι οι Μολοσσοί ταύτην θεωρούσιν ως την μεγίστην και σχεδόν αναντίρρητον ικεσίαν. Καί τινες μεν λέγουσιν ότι Φθία, η γυνή του βασιλέως, εσυμβούλευσεν εις τον Θεμιστοκλέα τον τρόπον τούτον της ικεσίας, και εκάθισε μετ' αυτού τον υιόν της εις την εστίαν· άλλοι δε, ότι αυτός ο Άδμητος, διά να προφασισθή προς τους διώκοντας την ανάγκην δι' ήν δεν δίδει τον άνδρα, διέταξε και διεδραμάτισε τον τρόπον της ικεσίας. Εκεί δε τω έπεμψε και τα παιδία και την γυναίκα του Επικράτης ο Αχαρνεύς (284), υποκλέψας αυτά εξ Αθηνών. Τούτον διά την πράξιν ταύτην κρίνας έπειτα εφόνευσεν ο Κίμων, ως ιστορεί ο Στησίμβροτος (285). Έπειτα δε δεν εξεύρω πώς λησμονών ταύτα, ή υποθέτων ότι ο Θεμιστοκλής τα ελησμόνησε, λέγει ότι πλεύσας αυτός εις Σικελίαν, εζήτησεν εις γάμον την θυγατέρα του τυράννου Ιέρωνος, υποσχόμενος να τω υποτάξη τους Έλληνας, και ότι αποποιηθέντος του Ιέρωνος, ανεχώρησεν εις Ασίαν.
ΚΕ. Αλλά δεν είναι πιθανόν ότι ταύτα ούτως έγιναν διότι ο Θεόφραστος (286) εις το περί βασιλείας διηγείται ότι, όταν ο Ιέρων έπεμψεν εις Ολυμπίαν ίππους αγωνιστάς, και έστησε σκηνήν πολυτελώς κατεσκευασμένην, ο Θεμιστοκλής ωμίλησε προς τους Έλληνας, ότι πρέπει να διαρπάσωσι την σκηνήν του τυράννου, και εμποδίσωσι τους ίππους του ν' αγωνισθώσιν. Ο δε Θουκυδίδης λέγει (287), ότι καταβάς αυτός εις την άλλην θάλασσαν, έπλευσεν από Πύδνης (288), χωρίς ουδείς των συμπλεόντων να ηξεύρη τις είναι, έως ότου άνεμος έφερε το πλοίον των εις Νάξον, πολιορκουμένην τότε υπό των Αθηναίων· και τότε φοβηθείς, εφανερώθη εις τον ναύκληρον και τον κυβερνήτην, και παρακαλών αυτούς και απειλών, λέγων ότι ήθελε τους κατηγορήσει ψευδόμενος προς τους Αθηναίους, ότι τον έλαβον εις το πλοίον ουχί εν αγνοία, αλλ' εξ αρχής διά χρημάτων πεισθέντες, ούτω τους ηνάγκασε να παραπλεύσωσι και να φθάσωσιν εις την Ασίαν. Εκ δε των χρημάτων αυτού πολλά μεν οι φίλοι του υπεκκλέψαντες έπεμψαν εις την Ασίαν όσα δ' εφανερώθησαν και συνήχθησαν εις το δημόσιον, ο μεν Θεόπομπος (289) λέγει ότι ήσαν εκατόν τάλαντα, ο δε Θεόφραστος ογδοήκοντα, εν ώ ουδέ τριών ταλάντων περιουσίαν δεν είχεν ο Θεμιστοκλής πριν αναμιγή εις τα πολιτικά.
ΚΣΤ. Καταπλεύσας δ' εις την Κύμην (290), επειδή ενόησεν ότι πολλοί εκ των κατοικούντων τα παραθαλάσσια παρεφύλαττον να τον συλλάβωσι, μάλιστα δ' ο Εργοτέλης και ο Πυθόδωρος (διότι ο βασιλεύς είχεν υποσχεθή διακόσια τάλαντα εις όντινα ήθελε τω τον φέρει, και τον κυνήγιον ήτον επομένως επωφελές εις τους προθύμους από παντός να κερδαίνωσιν) έφυγεν εις τας Αιγάς, μικράν πόλιν Αιολικήν, χωρίς ουδείς να έχη γνώσιν, πλην του διά φιλοξενίας μετ' αυτού συνδεδεμένου Νικογένους, του πλουσιωτέρου των Αιολέων, όστις και γνώριμος ήτον των άνω δυνατών (291).
Εις την οικίαν αυτού έμεινεν ολίγας ημέρας κρυπτόμενος. Έπειτα δε, μετά το δείπνον, κατόπιν θυσίας τινός, Όλβιος, ο παιδαγωγός των τέκνων του Νικογένους, έξω φρενών γενόμενος, και ως εμπνεόμενος υπό των Θεών, ανεφώνησεν εμμέτρως ταύτα.
Φωνήν, σκέψιν εις την νύκτα, νίκην εις την νύκτα δος· [(292)» Μετά ταύτα δ' εκοιμήθη ο Θεμιστοκλής, και τω εφάνη ότι ωνειρεύθη δράκοντα τυλισσόμενον εις την γαστέρα αυτού, και έρποντα επάνω προς τον λαιμόν του· ότι δ' άμα ήγγισε το πρόσωπόν του, έγινεν αετός, και καλύψας αυτόν διά των πτερύγων του, τον ανήρπασε και τον έφερε μακράν οδόν, έπειτα δ' ότι εφάνη χρυσούν κηρύκειον (293), και ότι εις αυτόν τον έστησεν ασφαλώς, και ούτως απηλλάγη του μεγάλου του φόβου και της ταραχής (294). Τον εξαπέστειλε λοιπόν ο Νικογένης επινοήσας το εξής. Οι πλείστοι του βαρβαρικού γένους, και μάλιστα των Περσών, έχουσι φύσει αγρίαν και δυσοικονόμητον την προς τας γυναίκας ζηλοτυπίαν, και ου μόνον τας συζύγους των, αλλά και τας αργυρωνήτους και τας υπηρετρίας επιμελώς φυλάττουσιν, ώστε ουδείς των εκτός να τας βλέπη, αλλ' εις μεν τον οίκον να μένωσι κατακεκλεισμέναι, εις δε τας οδοιπορίας να κάθηνται εις αρμαμάξας, πέριξ διά σκηνών κατακεκαλυμμένας. Τοιαύτην ητοίμασεν άμαξαν διά τον Θεμιστοκλέα, και εις ταύτην κρυβείς αυτός μετεκομίζετο· οι δε περί αυτόν έλεγον εις όσους τους απήντων και τους ηρώτων, ότι φέρουσιν εξ Ιωνίας Ελληνίδα κόρην είς τινα των αυλικών (295) του βασιλέως.
ΚΖ. Και ο μεν Θουκυδίδης, και Χάρων ο Λαμψακηνός (296) ιστορούσιν ότι αφ' ού απέθανεν ο Ξέρξης, εις τον υιόν αυτού επαρουσιάσθη ο Θεμιστοκλής ο δ' Έφορος, ο Δείνων, ο Κλείταρχος, ο Ηρακλείδης (297) και άλλοι πολλοί, ότι ήλθε προς αυτόν τον Ξέρξην. Μετά των χρονικών (298) όμως φαίνεται μάλλον συμφωνών ο Θουκυδίδης, ει και αυτά δεν συνετάττοντο μετά πολλής ακριβείας. Ο Θεμιστοκλής λοιπόν εις αυτήν αφιχθείς την ακμήν των δεινών, παρουσιάζεται κατά πρώτον εις τον Αρτάβανον τον χιλίαρχον, και τω λέγει ότι είναι Έλλην, και θέλει να συντύχη τον βασιλέα περί μεγίστων πραγμάτων, περί ών εκείνος ιδίως ενδιαφέρεται. Ο δ' Αρτάβανος τω είπεν· Ω ξένε, διαφέρουσιν οι νόμοι των ανθρώπων, και αλλά θεωρούνται παρ' άλλοις καλά. Καλόν δ' είναι, όλοι να σέβωνται και να φυλάττωσι τα ίδια έθιμα. Και σεις μεν λέγεται ότι την ελευθερίαν και την ισότητα κυρίως θαυμάζετε. Ημείς δε πολλούς έχομεν και καλούς νόμους, αλλά πάντων κάλλιστον τούτον, να τιμώμεν τον βασιλέα, και να τον προσκυνώμεν ως εικόνα Θεού του τα πάντα σώζοντος. Αν λοιπόν, εγκρίνων τους ημετέρους νόμους, τον προσκυνήσης, δύνασαι και να ιδής τον βασιλέα και να τον ομιλίσης· αν όμως άλλως φρονής, θα μηνύσεις δι' άλλων προς αυτόν ό,τι θέλεις, διότι δεν είναι πάτριον έθιμον να δώση ο βασιλεύς ακρόασιν εις άνθρωπον όστις δεν τον προσκυνήση». Ακούσας δε ταύτα ο Θεμιστοκλής, λέγει προς αυτόν· Αλλ' εγώ, ω Αρτάβανε, ήλθα διά ν' αυξήσω την δύναμιν και την φήμην του βασιλέως, και θ' ακολουθήσω ο ίδιος τους νόμους σας, αφ' ού ούτως έδοξεν εις τον Θεόν, όστις εμεγάλυνε τους Πέρσας, και εξ αιτίας εμού περισσότεροι θέλουσι τον προσκυνήσει Βασιλέα αφ' όσους ήδη τον προσκυνούσιν. Ώστε τούτο δεν πρέπει να εμποδίση τους λόγους ούς θέλω να ειπώ προς εκείνον». «Αλλά ποίος των Ελλήνων, ηρώτησεν ο Αρτάβανος, να τω ειπώμεν ότι είσαι συ ο ελθών; Διότι δεν φαίνεσαι κοινός τις άνθρωπος κατά την γνώμην». Και ο Θεμιστοκλής «Τούτο, είπεν, ουδείς θέλει το ακούσει, ω Αρτάβανε, προ του βασιλέως». Ούτω λέγει ο Φανίας Πλούτου», ότι διά τινος γυναικός εξ Ερετρίας, ήν είχεν ο χιλίαρχος, έγινεν η μετ' αυτού συνέντευξις και η σύστασις του Θεμιστοκλέους.
ΚΗ. Αφ' ού δ' εισήχθη προς τον βασιλέα, και προσκυνήσας (301) εστάθη εν σιωπή, ο βασιλεύς διέταξε τον ερμηνέα να τον ερωτήση τις είναι, και ο ερμηνεύς τον ηρώτησεν. «Έρχομαι, είπε, προς σε, ω βασιλεύ, Θεμιστοκλής ο Αθηναίος εγώ, φυγάς διωχθείς υπό των Ελλήνων, εις όν πολλά μεν οφείλουσιν οι Πέρσαι κακά, περισσότερα δ' αγαθά, διότι δεν αφήκα να καταδιωχθώσιν, όταν εξασφαλισθείσης της Ελλάδος, η σωτηρία της πατρίδος μοι επέτρεπε να πράξω τι και προς χάριν υμών. Και εγώ μεν έρχομαι παρεσκευασμένος εις πάντα τα πρέποντα εις τας παρούσας μου συμφοράς, και την χάριν να δεχθώ παρά σου, αν ευμενώς διαλλαγής προς εμέ, και να σε παρακαλέσω να παραιτηθής της οργής σου, εάν έτι μνησικακής. Συ δε την μαρτυρίαν των εχθρών μου δεχόμενος περί των προς τους Πέρσας ευεργεσιών μου, διάθες την τύχην μου όπως δείξης την αρετήν σου μάλλον ή όπως πληρώσης την οργήν σου· διότι ή θέλεις σώσει εδικόν σου ικέτην, ή θέλεις θανατώσει άνθρωπον όστις έγινεν εχθρός των Ελλήνων». Ταύτα δ' ειπών ο Θεμιστοκλής, εστήριξε και διά θείου επιχειρήματος τον λόγον του, διηγηθείς το όραμα ό είδεν εις τον όγκον του Νικογένους, και το μάντευμα του Δωδωναίου Διός (302), όστις τον διέταξε ν' απέλθη προς τον ομώνυμον του Θεού· και τότε σκεφθείς, απήλθε προς εκείνον διότι αμφότεροι εισί και λέγονται Μεγάλοι Βασιλείς. Ακούσας δε ταύτα ο Πέρσης, εις εκείνον μεν ουδέν απεκρίθη, ει και θαυμάσας το φρόνημα και την τόλμην αυτού.
Μακαρίσας δ' εαυτόν προς τους φίλους, ως αν τω συνέβη ευτυχία μεγίστη, και ευχηθείς πάντοτε τοιαύτας φρένας να δίδη εις τους εχθρούς του ο Αριμάνιος (303), ώστε ν' αποδιώκωσι τους αρίστους εξ εαυτών, λέγεται ότι ετέλεσε θυσίαν εις τους Θεούς, και εκάθησεν ευθύς εις συμπόσιον, και την νύχτα ότι κοιμώμενος τρις ανεβόησεν υπό χαράς· Έχω Θεμιστοκλέα τον Αθήναιον!»
ΚΘ. Άμα δ' εξημέρωσε, συγκαλέσας τους φίλους του, εισήγαγεν αυτόν, καλάς ελπίδας μη έχοντα, διότι έβλεπε τους αυλικούς, άμα ήκουσαν το όνομά του, ότι ήσαν κακώς διατεθειμένοι, και εκακολόγουν. Προσέτι δε Ρωξάνης ο χιλίαρχος, όταν τον επλησίασεν ο Θεμιστοκλής, εν ώ ο Βασιλεύς εκάθητο και οι άλλοι εσιώπων, ησύχως στενάξας, είπεν, «Έλλην, ποικίλον οφίδιον, του Βασιλέως ο καλός δαίμων σε έφερεν». Αλλ' όταν αυτός ήλθεν απέναντι του Βασιλέως και τον προσεκύνησε πάλιν, χαιρετήσας και ομιλήσας φιλοφρόνως αυτόν ο Βασιλεύς, τω είπεν ότι ήδη μεν τω οφείλει διακόσια τάλαντα· διότι αφ' ού έφερεν αυτός εαυτόν, είναι δίκαιον να λάβη ό,τι επροκηρύχθη διά τον μέλλοντα να τον προσαγάγη. Πολύ δε περισσότερα τούτων τω υπέσχετο, και τον ενεθάρρυνε, και τω έλεγε να ειπή μετά παρρησίας περί των ελληνικών πραγμάτων ό,τι ήθελεν. Ο Θεμιστοκλής δ' απεκρίθη ότι ο λόγος του ανθρώπου ομοιάζει τους ποικίλους τάπητας· διότι ως εκείνοι, ούτω και αυτός εκτεινόμενος μεν, επιδεικνύει τα ποικίλα αυτού σχήματα, συστελλόμενος δε τ' αποκρύπτει και τα διαφθείρει. Επομένως ότι έχει ανάγκην καιρού. Επειδή δ' ο βασιλεύς, ευχαριστηθείς εκ της παραραβολής, τω είπε να λάβη καιρόν, εζήτησεν έν έτος, και μαθών την περσικήν αποχρώντως, παρουσιάσθη εις τον βασιλέα άνευ διερμηνέως· και υπό μεν των εκτός της αυλής επιστεύετο ότι ωμίλησε περί των Ελληνικών πραγμάτων· επειδή δε πολλοί κατ' εκείνον τον καιρόν εγένοντο νεωτερισμοί ως προς την αυλήν και τους φίλους του βασιλέως, εφθονήθη υπό των δυνατών, διότι ενόμισαν ότι και περί εκείνων ετόλμησε να τω ομιλήση μετά παρρησίας. Διότι αι προς αυτόν αποδοθείσαι τιμαί ουδόλως εσυγκρίνοντο προς τας αποδιδομένας εις άλλους ξένους· αλλά και εις τα κυνήγια συνώδευε τον βασιλέα και εις τας κατ' οίκον διασκεδάσεις, ώστε και εις την μητέρα του βασιλέως παρουσιάσθη, και οικείος έγινεν αυτής. Ήκουσε δε και τους λόγους των μάγων (304) κατά διαταγήν του βασιλέως.
Όταν δ' ο Σπαρτιάτης Δημάρατος (305), προσκληθείς να ζητήση δωρεάν τινα, εζήτησε να φορέση την κίδαριν (306), ως οι βασιλείς, και να εισέλθη ούτως εν πομπή εις τας Σάρδεις, Μιθροπαύστης, ο ανεψιός του βασιλέως, είπε, λαβών τον Δημάρατον εκ της χειρός· «Η κίδαρις αύτη δεν έχει εγκέφαλον να καλύψη. Συ όμως δεν θα γίνης Ζευς, και κεραυνόν εάν λάβης». Απέβαλε δε και ο βασιλεύς τον Δημάρατον μετ' οργής διά το αίτημα αυτού, και εφαίνετο αδυσώπητος κατ' αυτού· αλλ' ο Θεμιστοκλής διά παρακλήσεων τον έπεισε και τον έκαμψε. Λέγεται δ' ότι και οι μετέπειτα βασιλείς, εφ' ών προ πάντων τα περσικά πράγματα συνανεμίγησαν μετά των ελληνικών, οσάκις είχον ανάγκην ανδρός τινος Έλληνος, υπέσχοντο και έγραφον προς έκαστον ότι θέλει είσθαι πλησίον των μεγαλήτερος του Θεμιστοκλέους. Ο δε ίδιος, ως λέγουσι, Θεμιστοκλής, μέγας ήδη ων και υπό πολλών περιποιούμενος, ότε εις λαμπράν εκάθητο τράπεζαν, είπεν εις τα παιδία του· «Ω παιδία μου, θα εχανόμεθα αν δεν εχανόμεθα» (307). Λέγουσι δ' οι πλείστοι ότι τρεις τω εδόθησαν πόλεις, δι' άρτον, δι' οίνον και διά προσφάγιον, η Μαγνησία, η Λάμψακος και η Μυούς (308)· ο δε Κυζικηνός Νεάνθης, (309) και ο Φανίας, προσθέτουσι και άλλας δύο, την Περκώτην και Παλαίσκηψιν διά στρώματα και δι' ενδύματα (310).
Λ. Όταν δε κατέβαινεν εις τας ελληνικός χώρας, όπως επιχειρήση τας περί Ελλάδος ενεργείας του, επεβουλεύθη αυτόν άνθρωπος Πέσης, Επιξύης ονομαζόμενος, και Σατράπης ων της άνω Φρυγίας.
Ούτος προ πολλού είχε προπαρασκευάσει Πισίδας τινάς (311) διά να τον φονεύσωσιν, όταν ήθελε φθάσει να διανυκτερεύση εις την πόλιν την ονομαζομένην Λεοντοκεφάλον. Λέγεται δ' ότι εν ώ αυτός εκοιμάτο την μεσημβρίαν, τω εφάνη η Μήτηρ των Θεών (312) και τω είπεν· «Ω Θεμιστόκλεις, άπεχε της κεφαλής των λεόντων, ίνα μη περιπέσης εις λέοντα. Εγώ δ' αντί τούτου σοι ζητώ θεράπαιναν την Μνησιπτολέμαν». Εκ τούτου ταραχθείς ο Θεμιστοκλής, και προσευχηθείς εις την Θεάν, την μεν δημοσίαν οδόν αφήκε, δι' άλλης δε διαβάς, και περάσας τον τόπον εκείνον, κατέλυσεν αφ' ού είχεν ήδη νυκτώσει. Εν τούτοις έν εκ των ζώων όσα έφερον την σκηνήν έπεσεν εις την ποταμόν, και οι υπηρέται του Θεμιστοκλέους ήπλωσαν να ξηράνωσι τα παραπετάσματα, διότι είχον βραχή. Οι δε Πισίδαι, λαβόντες τα ξίφη των, διευθύνθησαν προς εκείνο το μέρος, και μη διακρίναντες ακριβώς εις την σελήνην τα ηπλωμένα, ενόμισαν ότι ήτον η σκηνή του Θεμιστοκλέους, και ότι θέλουσιν εύρει εκείνον εντός αυτής αναπαυμόμενον. Όταν δε, φθάσαντες πλησίον ανεσήκωσαν το παραπέτασμα, επιπίπτουσι τότε κατ' αυτών οι παραφυλάττοντες, και τους συλλαμβάνουσιν. Ούτω δε διαφυγών τον κίνδυνον, και θαυμάσας διά την εμφάνισιν της Θεάς, ναόν κατεσκεύασεν εις Μαγνησίαν της Δινδυμένης (313), και την θυγατέρα του Μνησιπτολέμαν κατέστησεν ιέρειαν εν αυτώ.
ΛΑ. Όταν δ' ήλθεν εις τας Σάρδεις, και εν αργία ζων, παρετήρησε των ναών την κατασκευήν, και των αφιερωμάτων το πλήθος, και είδε και εις το ιερόν της Μητρός των Θεών την καλουμένην Υδροφόρον, κόρην χαλκήν, δύο πήχεις υψηλήν, ήν αυτός ότε ην εν Αθήναις επιστάτης των υδάτων, και εύρε τους κλέπτοντας καν παροχετεύοντας το ύδωρ, αφιέρωσε κατασκευάσας εκ προστίμων, συγκινηθείς διά την αιχμαλωσίαν του αναθήματός του, είτε θέλων να δείξη εις τας Αθήνας πόσην είχε τιμήν και δύναμιν παρά τω Βασιλεί, απετάθη προς τον Σατράπην της Λυδίας, ζητήσας να στείλη την κόρην εις τας Αθήνας. Αλλ' ο βάρβαρος ωργίσθη εκ τούτου, και τω είπεν ότι θα γράψη προς τον βασιλέα επιστολήν· ο δε Θεμιστοκλής, φοβηθείς, κατέφυγεν εις την γυναικωνίτιν, και τας γυναίκας αυτού διά χρημάτων δόσεως περιποιηθείς, και εκείνου κατεπράυνε την οργήν, και ως προς τ' άλλα ήτον προσεκτικώτερος, φοβούμενος ήδη των βαρβάρων τον φθόνον. Διότι δεν επλανάτο εις την Ασίαν, ως λέγει ο Θεόπομπος (314) αλλά