SigPhi · Xenophon

Κύρου Ανάβασις Τόμος 1 (Modern Greek (1453-))

Page 3 of 10

τα αγορασθέντα τρόφιμα), απέρχεται έφιππος με ολίγους μόνον εκ των στρατιωτών του εις την σκηνήν του διά μέσου του στρατεύματος του Μένωνος. Ο Κύρος δεν είχεν ακόμη φθάση, ευρισκόμενος έτι καθ' οδόν. Ενώ λοιπόν διήρχετο (ο Κλέαρχος), κάποιος εκ των στρατιωτών του Μένωνος, σχίζων κάπου εκεί ξύλα, μόλις τον είδε ρίπτει κατ' αυτού την αξίνην του. Και αυτός μεν δεν τον επέτυχεν. Ευθύς αμέσως όμως άλλος τον κτυπά με λίθον και κατόπιν άλλος και άλλος και έπειτα πολλοί, επειδή είχεν εγερθή ήδη μεγάλη βοή (κατακραυγή) εις το στράτευμα.

Ο Κλέαρχος λοιπόν αμέσως καταφεύγει εις τους ιδικούς του και τους διατάσσει ευθύς να λάβουν τα όπλα των. Και τους μεν οπλίτας του διέταξε να μείνουν επί τόπου εκεί, κρατούντες τας ασπίδας επί των γονάτων. Αυτός δε παραλαβών τους Θράκας και τους ιππείς, οι οποίοι ήσαν εις το στράτευμά του υπέρ τους τεσσαράκοντα, και εξ αυτών δε οι πλείστοι επίσης Θράκες, εβάδιζε κατά των στρατιωτών του Μένωνος, ώστε ούτος να εκπλαγή και να τρέξη και αυτός ευθύς να λάβη με τους στρατιώτας του τα όπλα. Όχι ολίγοι δε και εστάθησαν απορούντες περί του ποίαν έκβασιν θα ελάμβανε το πράγμα.

Ο δε Πρόξενος, ο οποίος έτυχε να έρχεται κατόπιν, ακολουθούμενος από τάγμα οπλιτών, αφού ωδήγησεν αυτό ευθύς εις το μέσον των διαμαχομένων, κατέθεοεν (ως προς ανάπαυσιν) κατά γης τα όπλα και παρεκάλει τον Κλέαρχον να μην επιτεθή κατά του Μένωνος. Ούτος όμως (ο Κλέαρχος) ηγανάκτει, διότι, ενώ αυτός ολίγον έλειψε να φονευθή από τους λιθοβολισμούς, ο Πρόξενος του συνίστα ήδη γαλήνην εις το πάθημά του. Του είπε λοιπόν να απομακρυνθή από το μέσον (&να φύγη από τη μέση&) Εν τω μεταξύ δε τούτω, ιδού έρχεται και ο Κύρος και μανθάνει τα γενόμενα.

Ευθύς αμέσως δε έλαβε τα μικρά ακόντια εις τας χείρας και με τους πλησιεστέρους των πιστών του τρέχων ήλθεν εις το μέσον και λέγει προς αμφοτέρους τους αντιπάλους τα εξής: «Κλέαρχε και Πρόξενε και όσοι άλλοι Έλληνες είσθε παρόντες, δεν γνωρίζετε τι κάμνετε. Διότι, εάν σκέπτεσθε να συνάψετε μάχην τινά προς αλλήλους, πιστεύσατε ότι την ημέραν αυτήν και εμέ θα καταστρέψετε και σας μετ' ου πολύ. Διότι εάν τα ημέτερα πράγματα ευρίσκωνται εις κακήν κατάστασιν, τότε όλοι αυτοί, τους οποίους βλέπετε τριγύρω σας, θα είναι δι' ημάς εχθρικώτεροι βάρβαροι εκείνων, οίτινες είναι πλησίον του βασιλέως (του βαρβαρικού στρατού του βασιλέως)».

Ακούσας ταύτα ο Κλέαρχος ήλθεν εις τον εαυτόν του (συνήλθε).

Και ούτω, αφού κατέπαυσε και από τα δύο μέρη η φιλονεικία, κατέθεσαν τα όπλα.

Κεφάλαιον έκτον Ενώ δε επροχώρουν εντεύθεν, εφάνησαν ίχνη ίππων και κόπρος. Από τα πατήματά των δε συνεπέραινε κανείς ότι θα ήσαν ίχνη ιππέων ως δύο χιλιάδων. Ούτοι, εφ' όσον επροχώρουν, έκαιον και χόρτον και ό,τι άλλο διά τον στρατόν χρήσιμον συνήντων εις τον δρόμον των. Ο Ορόντας δε, Πέρσης ανήρ, εκ βασιλικού γένους καταγόμενος και φημιζόμενος εις τα πολεμικά μεταξύ των αρίστων εκ των Περσών, επιβουλεύει τον Κύρον και, ενώ πρότερον τον επολέμει, ήδη υποκρίνεται φιλίαν προς αυτόν.

Ούτος λοιπόν λέγει εις τον Κύρον ότι, εάν ήθελε του δώση χιλίους ιππείς, ή θα εφόνευε δι' ενέδρας τους προκατακαίοντας ιππείς, ή θα συνελάμβανε πολλούς εξ αυτών ζώντας, εμποδίζων αυτούς από του να καίουν πλέον εφ' όσον προχωρούν, ότι θα κατώρθωνε δε, ώστε να μην ημπορέσουν ποτέ, εάν τυχόν που έβλεπαν το στράτευμα του Κύρου, να το αναγγείλουν εις τον βασιλέα.

Ο δε Κύρος, αφού ήκουσε ταύτα, τα ηύρεν επωφελή εις τον σκοπόν του, και διέταξε να λάβη από έκαστον των στρατηγών μίαν ίλην ιππικού.

Ο δε Ορόντας, όταν είδεν ότι ήσαν έτοιμοι οι ιππείς, τους οποίους ήθελε, γράφει επιστολήν προς τον βασιλέα, δι' ης του αναγγέλλει ότι όσον ούπω φθάνει με ιππικόν όσον δύναται περισσότερον. Του παρήγγειλεν όμως να διατάξη το ιππικόν του να τον υποδεχθή ως φίλον. Προσθέτως δε του υπενθύμιζεν εις την επιστολήν του και την προτέραν προς αυτόν φιλίαν και αφοσίωσιν.

Την επιστολήν λοιπόν αυτήν δίδει εις στρατιώτην, τον οποίον αυτός ενόμιζε πιστόν. Αλλ' ούτος, λαβών αυτήν, την παραδίδει εις τον Κύρον.

Ο Κύρος δε, αφού την ανέγνωσε, συλλαμβάνει τον Ορόνταν και συγκαλεί εις την σκηνήν του επτά εκ των περί αυτόν αρίστων Περσών, διατάσσει δε και τους Έλληνας στρατηγούς να φέρουν στρατιώτας, οι οποίοι να τοποθετηθούν περί την σκηνήν του με προτεταμένα τα όπλα. Οι δε στρατηγοί, συμφώνως προς τας διαταγές του ταύτας ενεργήσαντες, έφεραν ως τρεις χιλιάδας στρατιώτας.

Τον δε Κλέαρχον, τον οποίον τόσον αυτός, όσον και το λοιπόν στράτευμα ενόμιζεν άξιον προτιμήσεως μεταξύ πάντων των άλλων Ελλήνων, προσεκάλεσε και να εισέλθη εις την σκηνήν και λάβη μέρος εις το συμβούλιον. Άμα δε, μετά το πέρας του συμβουλίου, εξήλθεν, ανήγγειλεν εις τους φίλους του την κατά του Ορόντα κρίσιν, όπως έγεινε. Διότι δεν ήτο το πράγμα μυστικόν. Διηγήθη λοιπόν, ότι ο Κύρος ωμίλησεν ως εξής: «Σας εκάλεσα εδώ, φίλοι μου, όπως διασκεφθώμεν μαζή, παν ό,τι είναι δίκαιον ενώπιον Θεών και ανθρώπων, τούτο και να αποφασίσω περί του Ορόντα τούτου. Τον άνθρωπον αυτόν, εις τας αρχάς, ο πατήρ μου διέταξε να είναι υπήκοός μου. Κατόπιν, επειδή, όπως έλεγε, διετάχθη από τον αδελφόν μου, μ' επολέμησε κατέχων την ακρόπολιν των Σάρδεων. Αλλά κ' εγώ αντιπολεμών αυτόν βήμα προς βήμα κατώρθωσα ώστε να νομίση ούτος ότι θα ήτο προτιμότερον να παύση τον κατ' εμού πόλεμον, ούτω δε και εδώκαμεν ο είς προς τον άλλον χείρα φιλίας (συνδιηλλάγημεν)».

Μετά τους λόγους τούτους ο Κύρος, αποτεινόμενος προς τον Ορόνταν, είπεν: «Ειπέ μου, ω Ορόντα, σε ηδίκησα ως τώρα εις τίποτε;». «Όχι» απήντησεν αυτός. Και πάλιν ο Κύρος τον ηρώτησεν: «Αν και, κατά την ομολογίαν σου, εις τίποτε ως τώρα δεν σ' ηδίκησα, δεν είσαι συ, εν τούτοις, όστις απεστάτησες κατόπιν εις τους Μυσούς, βλάπτων όσον σου ήτο δυνατόν την χώραν μου;» «Μάλιστα» είπεν ο Ορόντας. «Όταν δε πάλιν ησθάνθης την αδυναμίαν σου, δεν είσαι συ όστις ήλθες εις τον βωμόν της Εφεσίας Αρτέμιδος και ωμολόγεις εκεί την μετάνοιάν σου, και, αφού με κατέπεισες, δεν είσαι συ όστις ενόρκως με διεβεβαίωσες και πάλιν περί της φιλίας σου και προς τον οποίον κ' εγώ παρομοίαν έδωκα διαβεβαίωσιν;». «Μάλιστα» απήντησεν ο Ορόντας.

«Εις τι λοιπόν σε ηδίκησα, ώστε να φωραθής ήδη διά τρίτην φοράν επιβουλευόμενος την ζωήν μου;». «Εις τίποτε» απεκρίθη ο Ορόντας. «Ομολογείς, λοιπόν» τον ηρώτησεν ο Κύρος ότι με ηδίκησες;». «Δεν δύναμαι παρά να το ομολογήσω» είπεν ο Ορόντας.

Και πάλιν τον ηρώτησεν ο Κύρος: «θα ηδύνασο αρά γε να γείνης εις το εξής εχθρός μεν του αδελφού μου, εις εμέ δε πιστός και αφωσιωμένος φίλος;». Και ο Ορόντας απήντησε: «Και εάν εγενόμην, ω Κύρε, φίλος σου, δεν θα ήτο δυνατόν ποτε να με πιστεύσης πλέον ως τοιούτον».

Απαντών εις ταύτα ο Κύρος, είπεν εις τους παρισταμένους: «Ο μεν ανήρ τοιαύτα μεν έχει πράξη, τοιαύτα δε λέγει. Εξ υμών δε συ πρώτος, ω Κλέαρχε, ειπέ την γνώμην σου, ό,τι κρίνεις εύλογον».

Ο δε Κλέαρχος είπε τα εξής: «Η γνώμη μου είναι, τον άνθρωπον αυτόν να φονεύσωμεν &(να βγάλουμε από πάνω μας),& όσω το δυνατόν ταχύτερον, διά να μην ευρισκώμεθα πλέον εις την ανάγκην να προφυλαττώμεθα από αυτόν, τον καιρόν δε, τον οποίον θα διεθέτομεν προς φύλαξίν του, να χρησιμοποιήσωμεν προς περιποίησιν εκείνων, οι οποίοι είναι πάντοτε πρόθυμοι φίλοι μας». Την γνώμην μου ταύτην, είπεν (ο Κλέαρχος), επεδοκίμασαν και όλοι οι άλλοι.

Μετά ταύτα δε, κατά διαταγήν του Κύρου, εγερθέντες όλοι, και αυτοί ακόμη οι συγγενείς του, έπιασαν από την ζώνην τον Ορόνταν, φανερώνοντες διά της πράξεώς των ταύτης την εις θάνατον καταδίκην του. Κατόπιν εξήγαγον αυτόν της σκηνής εκείνοι, οι οποίοι είχαν επί τούτω διαταχθή. Ότε δε, ούτω απαγόμενον, τον είδαν όσοι και πρότερον τον είχαν ήδη προσκυνήση, τον προσεκύνησαν και τότε, αν και εγνώριζαν ότι απάγεται προς θάνατον.

Αφού δε εισήχθη εις την σκηνήν του Αρταπάτου, του μάλλον πιστού εκ των σκηπτούχων του Κύρου, κατόπιν κανείς δεν είδε πλέον τον Ορόνταν, ούτε ζώντα, ούτε αποθανόντα. Όπως επίσης κανείς δεν εβεβαίωσεν έκτοτε τον τρόπον με τον οποίον εθανατώθη, αλλ' έκαστος εφαντάζετο αυτόν κατά συμπερασμόν. Ουδέ καν εφάνη ποτέ εις κανέν μέρος ο τάφος του.

Κεφάλαιον έβδομον Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Βαβυλωνίας σταθμούς τρεις, παρασάγγας δώδεκα. Εις δε τον τρίτον σταθμόν περί το μεσονύκτιον περίπου επιθεωρεί ο Κύρος εις την πεδιάδα τον Ελληνικόν και Περσικόν στρατόν. Διότι ενόμιζεν ότι την επομένην πρωίαν θα έλθη ο βασιλεύς με τον στρατόν του να πολεμήση.

Διέταξε λοιπόν τον μεν Κλέαρχον να διοική το δεξιόν μέρος του στρατού, τον δε Μένωνα τον Θεσσαλόν το αριστερόν, αυτός δε ο ίδιος έβαλεν εις γραμμήν τους ιδικούς του.

Μετά δε την επιθεώρησιν, μόλις εξημέρωσεν, ελθόντες στρατιώται τινες αυτομολήσαντες από τον στρατόν του μεγάλου βασιλέως, έφεραν εις τον Κύρον ειδήσεις περί του στρατού του. Ούτος δε, συγκαλέσας τους στρατηγούς και λοχαγούς των Ελλήνων, εζήτει την γνώμην των περί του πώς θα κάμη την μάχην, και ο ίδιος τους συνεβούλευεν ενθαρρύνων αυτούς ως εξής: «Ω άνδρες Έλληνες, αν και δεν εστερούμην βαρβάρων στρατιωτών, εζήτησα εν τούτοις την βοήθειάν σας, και σας προσέλαβα εις τον στρατόν μου ως συμμάχους μου, επειδή φρονώ ότι είσθε ανδρειότεροι και δυνατώτεροι πολλών βαρβάρων. Προσπαθήσατε λοιπόν να φανήτε άνδρες άξιοι της ελευθερίας, την οποίαν έχετε, και διά την οποίαν εγώ σας μακαρίζω. Την ελευθερίαν ταύτην μάθετε ότι εγώ θα επροτίμων αντί όλων των αγαθών τα οποία έχω, ακόμη και αντί απείρως περισσοτέρων τούτων.

»Επειδή δε γνωρίζω καλώς τα πράγματα, θα σας είπω εις ποίον αποδύεσθε αγώνα. Ο μεν στρατός του βασιλέως είναι μέγας και εφορμά με αλαλαγμούς πολλούς. Και αν δεν δειλιάσετε ως προς τούτο, κατά τα άλλα όλα νομίζω ότι πρέπει και να εντραπώ να σας είπω από τώρα ποίοι είναι οι άνθρωποι της χώρας ταύτης, τους οποίους μετ' ολίγον θέλετε γνωρίση. Εάν εμφανήτε γενναίοι και ευτυχήσωμεν εις τον αγώνα μας (νικήσωμεν), πάντα μεν, όστις θα ήθελε να επιστρέψη εις την πατρίδα του, θα καταβάλω πάσαν προσπάθειαν να επιστρέψη όσον το δυνατόν επίφθονος από τους συμπατριώτας του, πολλοί δε από σας νομίζω ότι θα προτιμήσουν να μείνουν πλησίον μου παρά να επιστρέψουν εις την πατρίδα των».

Παρών εκεί κατά τύχην ο εκ Σάμου φυγάς Γαυλίτης, πιστός του Κύρου φίλος, απαντών εις ταύτα είπε τα εξής: «Και εν τούτοις, ω Κύρε, λέγουν τινες ότι τώρα υπόσχεσαι πολλά ως εκ των περιστάσεων, υπό τας οποίας ευρίσκεσαι, βαθμηδόν του κινδύνου πλησιάζοντος. Εάν όμως τα πράγματα λάβουν καλήν έκβασιν, λέγουσιν ότι θα λησμονήσης ό,τι υπεσχέθης. Τινές δε ότι, και εάν ενεθυμείσο τας υποσχέσεις σου και είχες όλην την καλήν θέλησιν να τας εκπληρώσης, δεν θα είχες την δύναμιν».

Ακούσας ταύτα ο Κύρος είπεν: «Αλλά σας είναι γνωστόν, ω άνδρες, ότι η εξουσία του πατρός μου εκτείνεται προς μεσημβρίαν μεν τόσον ώστε να μη δύνανται να κατοικούν οι άνθρωποι ως εκ της θερμότητος, προς βορράν δε τόσον, ώστε να μη δύνανται να κατοικούν ως εκ του ψύχους. Ότι δε τας εν τω μεταξύ χώρας διοικούν οι φίλοι του αδελφού μου.

»Εάν δε νικήσωμεν, έχομεν την υποχρέωσιν να καταστήσωμεν σας, τους φίλους μας, κυρίως των χωρών αυτών. Ώστε δεν φοβούμαι μήπως δεν έχω επαρκή δώρα, διά να αμείψω έκαστον των φίλων μου, εάν τυχόν νικήσω, αλλά μήπως δεν έχω αρκετούς φίλους τότε, διά να τους τα δώσω. Εις έκαστον δ' εξ υμών των Ελλήνων θα προσφέρω προσθέτως και στέφανον χρυσούν.

Ακούσαντες ταύτα ούτοι και προθυμότεροι εφάνησαν προς δράσιν και εις τους άλλους έσπευσαν να τα αναγγείλουν. Παρά τους στρατηγούς δε, εφ' όσον ωμίλει εκείνος, είχαν εισχωρήση εις την συνέλευσιν και άλλοι Έλληνες αξιωματικοί, αξιούντες να μάθουν ποίαν αμοιβήν θα λάβουν, εάν νικήσουν.

Ο δε Κύρος, αφού ικανοποίησε την περιέργειαν όλων, τους απέλυσε. Τον παρώτρυναν δε όλοι, όσοι συνωμίλουν με αυτόν, να μη πολεμήση, αλλά να ταχθή όπισθέν των Ελλήνων. Τότε ο Κλέαρχος ηρώτησε τον Κύρον: «Φρονείς, ω Κύρε, ότι ο αδελφός σου θα πολεμήση μαζή σου (ατομικώς);» «Μα τον Δία, απήντησεν ο Κύρος, εάν είναι αληθώς υιός του Δαρείου και της Παρυσάτιδος, γνήσιος δε αδελφός μου, ποτέ δεν θα καταδεχθώ εγώ να λάβω όσα ανωτέρω ανέφερα, χωρίς να τον πολεμήσω (ως Κύρος)».

Κατά την επιθεώρησιν λοιπόν των στρατευμάτων ευρέθησαν οπλίται μεν Έλληνες δέκα χιλιάδες τετρακόσιοι και πελτασταί δύο χιλιάδες πεντακόσιοι, βάρβαροι δε υπό τας διαταγάς του Κύρου εκατόν χιλιάδες και άρματα δρεπανηφόρα είκοσιν. Ο δε στρατός του βασιλέως (μετά του ακολουθούντος αυτόν όχλου) ελέγετο ότι ανήρχετο εις ένα εκατομμύριον διακοσίας χιλιάδας και εις δρεπανηφόρα άρματα διακόσια. Εκτός αυτών δε ηκολούθουν και έξ χιλιάδες ιππέων, οίτινες ήσαν παρατεταγμένοι προ του βασιλέως και των οποίων στρατηγός ήτον ο Αρταγέρσης.

Ολοκλήρου του βασιλικού αυτού στρατεύματος άρχοντες και στρατηγοί και ηγεμόνες ήσαν τέσσαρες, έκαστος τριακοσίας οδηγών χιλιάδας, ο Αβροκόμας, ο Τισσαφέρνης, ο Γωβρύας και ο Αρβάκης.

Εξ όλων όμως τούτων έφθασαν εις τον τόπον της μάχης εννεακόσιαι χιλιάδες και άρματα δρεπανηφόρα εκατόν πεντήκοντα. Ο δε Αβροκόμας ήλθε πέντε ημέρας μετά την μάχην εκ Φοινίκης ορμώμενος.

Τας πληροφορίας ταύτας έδωκαν εις τον Κύρον όσοι εκ των εχθρών είχαν αυτομολήση προ της μάχης και όσοι, μετά την μάχην, είχαν συλληφθή αιχμάλωτοι του Κύρου.

Εντεύθεν προχωρεί ούτος σταθμόν ένα, παρασάγγας τρεις, έχων συντεταγμένον ως προς μάχην όλον τον στρατόν του, Ελληνικόν και Περσικόν. Διότι ενόμιζεν ότι την ημέραν αυτήν θα του επιτεθή ο βασιλεύς. Τα σημεία, άλλως τε, τούτο εφανέρωναν. Διότι εν τω μέσω του σταθμού τούτου ήτον εσκαμμένη βαθεία τάφρος, έχουσα πλάτος μεν πέντε οργυιάς, βάθος δε τρεις.

Εξετείνετο δε η τάφρος αύτη προς τ' άνω διά της πεδιάδος, εις έκτασιν δώδεκα παρασαγγών, μέχρι του τείχους της Μηδίας. Εδώ δε πλησίον ήσαν αι διώρυγες, αι οποίαι ελάμβανον το ύδωρ από τον Τίγρητα ποταμόν. Ήσαν δε τέσσαρες τον αριθμόν, έχουσαι εκάστη πλάτος ενός πλέθρου, τόσον δε βαθείαι, ώστε να πλέουν εντός αυτών σιταγωγά πλοία. Όλαι αυταί χύνονται εις τον Ευφράτην ποταμόν, απέχουσαι η μία της άλλης παρασάγγην, επ' αυτών δε είναι στημέναι γέφυραι. Παρά τον Ευφράτην δε ήτο πάροδος στενή μεταξύ του ποταμού και της τάφρου, έχουσα πλάτος είκοσι ποδών.

Την εν λόγω τάφρον κατεσκεύασεν ο βασιλεύς ως προφυλακτικόν οχύρωμα κατά του Κύρου, ότε έμαθεν ότι ούτος επλησίαζε. Λοιπόν την πάροδον εκείνην διελθόντες ο Κύρος μαζή με τον στρατόν του ευρέθησαν εντός της τάφρου.

Την ημέραν λοιπόν αυτήν δεν επολέμησεν ο βασιλεύς. Ήσαν όμως φανερά πολλά ίχνη ίππων και ανθρώπων του υποχωρούντος βασιλικού στρατού.

Ενταύθα καλέσας ο Κύρος τον εξ Αμπρακίας Σιλανόν του έδωκε τρεις χιλιάδας δαρεικούς, διότι ούτος, ένδεκα ημέρας πρωτήτερα, ότε προσέφερεν εις τους θεούς θυσίας, του είπεν ότι επί δέκα ημέρας δεν θα συγκροτήση μάχην ο βασιλεύς. Ο Κύρος δε του είχεν είπη τότε ότι, εάν την μάχην ταύτην δεν συνάψη ο βασιλεύς κατά το διάστημα των δέκα ημερών αυτών, δεν θα συνάψη μάχην πλέον.

Ότι δε, «εάν αποδειχθούν αληθείς οι λόγοι σου, υπόσχομαι να σου δώσω δέκα τάλαντα». Τα χρήματα λοιπόν αυτά του έδιδε τώρα, επειδή είχαν ήδη παρέλθη αι δέκα ημέραι.

Επειδή δε ο βασιλεύς δεν ημπόδισε το στράτευμα του Κύρου να διαβαίνη επί της τάφρου, ο Κύρος και οι περί αυτόν ενόμισαν ότι έπρεπε ν' απελπισθούν πλέον περί συγκροτήσεως μάχης μετά του βασιλέως. Διά τούτο δε ο Κύρος την επομένην εβάδιζε με ολιγωτέραν προσοχήν.

Την δε τρίτην ημέραν επορεύετο καθήμενος επί του άρματος και ολίγους μόνον στρατιώτας έχων προτεταγμένους προ αυτού. Το δε μέγα μέρος του στρατεύματος επορεύετο με ταραχήν και ατάκτως, οι δε στρατιώται είχαν τα περισσότερα όπλα των επί των αμαξών και των υποζυγίων.

Κεφάλαιον όγδοον Και ήδη ήτο η ώρα, καθ’ ήν η αγορά ήτο γεμάτη από πλήθη, πλησίον δ' εκεί που ήτον ο σταθμός, εις τον οποίον έμελλεν ο στρατός να καταλύση, ότε ο Πατηγύας, ανήρ Πέρσης, εκ των πιστών φίλων του Κύρου, παρουσιάζεται αίφνης τρέχων με καλπάζοντα ιδρωμένον ίππον, εις πάντας δε όσους καθ' όσον συνήντα εκραύγαζεν εις Περσικήν και Ελληνικήν γλώσσαν ότι ο βασιλεύς έρχεται με μέγα στράτευμα, παρασκευασμένος ως προς μάχην.

Ηγέρθη λοιπόν μεγάλη ταραχή. Διότι αμέσως όλος ο στρατός ενόμισεν ότι ο βασιλεύς θα επιπέση εναντίον του, εις μεγάλην ευρισκομένου αταξίαν.

Και ο Κύρος, αφού επήδησε από το άρμα, ενεδύθη τον θώρακα και, αφού ανέβη εις τον ίππον του, έλαβεν εις χείρας τα παλτά (όπλα.

Δηλ. την λόγχην και το ακόντιον) και εις όλους τους άλλους παρήγγελλε να εξοπλίζωνται, έκαστος δε να τοποθετήται εις το τάγμα του.

Τότε λοιπόν όλοι, υπακούοντες εις τας παραγγελίας του αυτάς, με μεγάλην ταχύτητα ελάμβανον τας θέσεις των, ο μεν Κλέαρχος πλησίον του Ευφράτου ποταμού, ταχθείς εις τα δεξιά του υπ' αυτόν στρατού, ο δε Πρόξενος πλησίον του Κλεάρχου, και οι άλλοι, μετά τον Πρόξενον, ο δε Μένων και ο στρατός του κατέλαβε το αριστερόν κέρας του όλου Ελληνικού στρατεύματος.

Εκ δε του Περσικού στρατού, Παφλαγόνες μεν ιππείς, περί τους χιλίους, παρετάχθησαν πλησίον του Κλεάρχου, εις τα δεξιά του, μετά τούτων δε και οι Έλληνες πελτασταί. Εις δε το αριστερόν ο ύπαρχος του Κύρου Αριαίος και οι λοιποί Πέρσαι.

Ο δε Κύρος και οι ιππείς του, περί τους εξακοσίους, [εις το μέσον], ωπλισμένοι όλοι, εκτός του Κύρου, με θώρακας και παραμηρίδια (9) και κράνη. Ο Κύρος όμως, μαχόμενος, είχε σχεδόν γυμνήν την κεφαλήν [λέγεται δε ότι και άλλοι Πέρσαι διεκινδύνευαν μαζή του, χωρίς κράνος πολεμούντες].

Ολόκληρον δε το ιππικόν του Κύρου έφερε προμετωπίδια και προστερνίδια (10), οι δε ιππείς εκράτουν προς τοις άλλοις και Ελληνικάς μαχαίρας.

Και ήτο λοιπόν ήδη μεσημβρία και ακόμη δεν είχαν φανή οι πολέμιοι. Ότε δε ήρχιζεν η δείλη &(να βραδυάζη)&, εφάνη από μακράν κονιορτός, λευκός ως νέφος, επί πολύν δε χρόνον κατόπιν σαν κάποια ανά την πεδιάδα μαυρίλα εις έκτασιν μεγάλην. Όταν δε έφθασαν πλησιέστερον, τότε ήρχιζε πλέον ν' απαστράπτη εδώ κ' εκεί ο χαλκός και αι λόγχαι και να γίνωνται καταφανή τα τάγματα.

Και επί του αριστερού μεν κέρατος των πολεμίων εφάνησαν ιππείς λευκοθώρακες, των οποίων ελέγετο ότι στρατηγός ήτον ο Τισσαφέρνης. Μετά τούτους ήρχοντο οι φέροντες πλεκτάς από κλάδους ιτέας ασπίδας. Μετ' αυτούς δε οπλίται, φέροντες τοιαύτας εκ ξύλου, αι οποίαι έφθαναν μέχρι των ποδών. Οι τελευταίοι δε ούτοι ελέγετο ότι ήσαν Αιγύπτιοι. Κατόπιν ήρχοντο και άλλοι ιππείς. Κατόπιν και άλλοι τοξόται. Πάντες δε ούτοι επορεύοντο κατά έθνη, έκαστον δε έθνος απετέλει ξεχωριστόν τετράγωνον πλήρες ανθρώπων.

Προηγούντο δε αυτών όλων άρματα εις αραιάς μεταξύ των αποστάσεις, τα ονομαζόμενα δρεπανηφόρα, φέροντα υπό τα καθίσματα των ηνιόχων δρέπανα, εκτεινόμενα εκ των αξόνων προς τα πλάγια, όλα δε προς την γην βλέποντα, ώστε να διαμελίζουν οιονδήποτε συνήντων εις τον δρόμον των. Ο σκοπός των δε ήτο: επερχόμενα κατά των Ελληνικών ταγμάτων, να τα κατακόψουν.

Αλλ' ο Κύρος, όσον αφορά την ην είχε δώση προηγουμένως συμβουλήν, ότε συγκαλέσας τους Έλληνας τους παρεκίνει να μη φοβηθούν διόλου τας βαρβαρικάς κραυγάς, τελείως ηπατήθη. Διότι οι βάρβαροι επλησίαζαν ουχί με κραυγάς, αλλά, εφ' όσον ήτο κατορθωτόν εις τόσω μέγα πλήθος, με ησυχίαν και σιγήν, με το βήμα δε ίσον και αργόν.

Και εν τω μεταξύ τούτω ο Κύρος, διερχόμενος έφιππος με τον διερμηνέα του Πίγρητα και με τρεις ή τέσσαρας άλλους, εφώναζε δυνατά εις τον Κλέαρχον να οδηγήση το στράτευμα προς το κέντρον του εχθρού, διότι εκεί ήτον ο βασιλεύς. «Και εάν νικήσωμεν το κέντρον» είπεν «η νίκη θα είναι υπέρ ημών».

Βλέπων όμως ο Κλέαρχος το μέγα στίφος των ιππέων και ακούων τον Κύρον να λέγη ότι ο βασιλεύς ήτο πέραν του αριστερού κέρατος των Ελλήνων — διότι τόσον πολύ υπερτέρει ο βασιλεύς κατά το πλήθος, ώστε, ενώ κατείχε το κέντρον του στρατού του, ευρίσκετο πέραν του αριστερού κέρατος του Κύρου — ο Κλέαρχος όμως, βλέπων και ακούων ταύτα, δεν ήθελε να αποσπάση από του ποταμού το δεξιόν του κέρας, φοβούμενος μήπως περικυκλωθή και από τα δύο μέρη. Εις δε τον Κύρον απεκρίθη ότι αυτός θα λάβη τα μέτρα του να κανονισθή το πράγμα όπως πρέπει.

Εν τω μεταξύ τούτω ο μεν Περσικός στρατός επροχώρει ομαλώς, ο δε Ελληνικός, εξακολουθών ακόμη να τηρή την θέσιν του, συνετάσσετο δεχόμενος τους προσερχομένους ακόμη εις τας τάξεις του. Και ο Κύρος παρελαύνων ουχί πολύ μακράν του στρατεύματος εθεάτο βλέπων και προς τα δύο μέρη, προς τον στρατόν του και προς τους πολεμίους του.

Ιδών δε αυτόν από του Ελληνικού στρατού Ξενοφών ο Αθηναίος και κατευθύνας τον ίππον του πλαγίως αυτού, διά να τον συναντήση, τον ηρώτα αν ήθελε να παραγγείλη τι. Ούτος δε σταματήσας είπε και διέταξε να αναγγείλη εις όλους ότι και αι προς τους Θεούς θυσίαι και τα σφάγια (όσα εις αυτούς προσεφέρθησαν) ήσαν ευοίωνα.

Ενώ δε έλεγε ταύτα, ήκουσε να διέρχεται τας τάξεις του στρατού θόρυβος και ηρώτα τις και πόθεν προήρχετο ο θόρυβος ούτος. Ο δε Ξενοφών είπεν ότι το σύνθημα δευτέραν ήδη φοράν διαβιβάζεται δι' όλων των τάξεων του στρατού. Ο Κύρος ηπόρησε ποίος το έδωκε πρώτος και ηρώτα οποίον ήτο το σύνθημα. Ο δε Ξενοφών απεκρίθη Ο Κύρος, ακούσας τούτο, είπε: «Μάλιστα! Το δέχομαι ευχαρίστως, εύχομαι δε να πραγματοποιηθή». Ταύτα δε ειπών επέστρεψεν εις την θέσιν του. Και δεν απείχον ακόμη παρά τρία ή τέσσαρα στάδια απ' αλλήλων αι δύο φάλαγγες (η του Κύρου και η του βασιλέως), ότε οι Έλληνες ηκούσθησαν ψάλλοντες θούριον πολεμικόν άσμα, ενώ ήδη ήρχιζαν να βαδίζουν κατά των πολεμίων.

Ενώ δε επορεύοντο ούτω κατ' αυτών, κάποιο μέρος της φάλαγγος εξέσπασε πέραν της γραμμής του ως κύμα, το δε όπισθεν εναπομείναν στράτευμα ήρχισε να τρέχη τότε, διά να το προφθάση.

Και ταυτοχρόνως όλοι εκραύγασαν καθ' ον τρόπον κραυγάζουν οι εν ώρα μάχης αλαλάζοντες προς τον Θεόν του πολέμου Άρην, ούτω δε όλοι ομού εν αλαλαγμοίς έτρεχαν. Λέγουν δέ τινες, ότι εκτύπησαν και τα δόρατά των εις τας ασπίδας των, προξενούντες φόβον εις τους ίππους.

Πριν ή δε ακόμη φθάσουν εις απόστασιν βολής τόξου, στρέφουν τα νώτα οι βάρβαροι και φεύγουν. Και λοιπόν τότε τους κατεδίωκον κατά κράτος οι Έλληνες και εφώναζαν προς αλλήλους να μη τρέχουν τόσον &(να μη παίρνουν δρόμο)&, αλλά ν' ακολουθούν κατά πόδας τον εχθρόν.

Εκ των αρμάτων δε τούτου άλλα μεν εφέροντο διά μέσου αυτών των πολεμίων, άλλα δε και διά μέσου των Ελλήνων χωρίς ηνιόχους.

Ούτοι δε (οι Έλληνες), οσάκις τα έβλεπαν ερχόμενα, έκαμαν αμέσως τόπον, διά να περάσουν. Ένας δε και μόνος κατελήφθη (ανετράπη) υπό άρματος, καταπλαγείς, όπως κάποτε συμβαίνει από τους τρέχοντας ιππείς εις τα ιπποδρόμια. Και όμως ούτε καν αυτός έπαθε τίποτε, όπως λέγουν, ούτε άλλος κανείς εκ των Ελλήνων, εις την μάχην ταύτην, πλην ένας κατά το αριστερόν κέρας, όστις και μόνος, ως ελέγετο, εκτυπήθη από τόξον.

Ο δε Κύρος, βλέπων να νικά ο Ελληνικός στρατός και να καταδιώκη ούτω τον πολέμιον, ευχαριστημένος πλέον και ανευφημούμενος υπό των περί αυτόν ως βασιλεύς, δεν απεμακρύνθη, εν τούτοις, της θέσεώς του προς καταδίωξίν του, αλλ' έχων περί εαυτόν συγκεντρωμένην την εξ εξακοσίων ιππέων δύναμίν του εφρόντιζε να παρακολουθή τας κινήσεις του βασιλέως. Διότι εγνώριζεν ήδη ότι ούτος κατέχει το κέντρον του Περσικού στρατεύματος.

Επίσης και όλοι οι στρατηγοί των βαρβάρων, οσάκις οδηγούν προς μάχην πολεμικόν στρατόν, κατέχουν έκαστος το κέντρον του, νομίζοντες ότι τοιουτοτρόπως και εν μεγαλειτέρα ασφαλεία είναι, όταν η δύναμίς των υπάρχη εξ ίσου και από τα δύο μέρη, και ότι, εάν ελάμβανον ανάγκην να διατάξουν τι, η διαταγή θα ηκούετο από τον στρατόν εις το ήμισυ του προς τούτο απαιτουμένου χρόνου.

Και ο βασιλεύς λοιπόν τότε, ει και κατείχε το κέντρον του στρατεύματός του, ήτον όμως έξω του αριστερού κέρατος του Κύρου. Επειδή δε κανείς εκ του στρατού του Κύρου δεν εμάχετο κατ' αυτού, ουδέ καν με τους έμπροσθεν αυτού παρατεταγμένους (ιππείς του), έστρεψε το κέρας του στρατού του προς τα εμπρός, διά να περιζώση τον εχθρόν (τους Έλληνας).

Οπότε ο Κύρος, φοβηθείς μήπως ο βασιλεύς εκ των όπισθεν ερχόμενος κατακόψη τον Ελληνικόν στρατόν, τρέχει εναντίον του.

Και ορμών με τους εξακοσίους του νικά τους προ του βασιλέως τεταγμένους, τρέπει εις φυγήν τους εξακισχιλίους ιππείς, και, ως λέγεται, αυτός ο ίδιος &(με το χέρι του)& φονεύει τον στρατηγόν αυτών Αρταγέρσην.

Ευθύς δε ως ετράπησαν εκείνοι εις φυγήν, διασκορπίζονται καθ' όλας τας διευθύνσεις και οι εξακόσιοι του Κύρου, ορμήσαντες προς καταδίωξίν των, εκτός ολίγων, οίτινες έμειναν περί τον Κύρον, σχεδόν μόνοι οι ονομαζόμενοι: ομοτράπεζοι.

Ενώ δ' ευρίσκετο μ' αυτούς, βλέπει αίφνης τον βασιλέα και την περί αυτόν σωματοφυλακήν του. Αμέσως δε μη συγκρατούμενος και ειπών μόνον: ΒΛΕΠΩ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ εφορμά εναντίον του και τον κτυπά εις το στήθος και τον πληγώνει διά του θώρακος, καθώς βεβαιοί ο ιατρός Κτησίας, όστις και εθεράπευσε το τραύμα του. Ενώ δε ο Κύρος εκτύπα ούτω τον βασιλέα, κάποιος εκ του βασιλικού στρατού ρίπτει εναντίον του ακόντιον με ορμήν υπό τον οφθαλμόν του.

Ενταύθα λοιπόν μαχόμενοι και ο βασιλεύς και ο Κύρος και οι περί αυτούς υπέρ της σωτηρίας εκατέρου των αδελφών εφονεύθησαν εκ μεν των περί τον βασιλέα όσοι υπό του Κτησίου αναφέρονται.

Διότι ούτος ήτο πλησίον του. Και αυτός δε ο Κύρος εφονεύθη και οκτώ εκ των περί αυτόν οι καλλίτεροι, ων τα σώματα είχαν πέση &(σωριασθή)& επί του ιδικού του.

Ο δε Αρταπάτης, ο εκ των σκηπτούχων πιστότατος εις αυτόν θεράπων, λέγεται ότι, μόλις είδε να πίπτη ο Κύρος, επήδησεν από του ίππου του και τον ενηγκαλίσθη.

Και άλλοι μεν λέγουν ότι ο βασιλεύς διέταξέ τινα να τον σφάξη επί του πτώματος του Κύρου, άλλοι δε ότι ηυτοκτόνησεν επ' αυτού, διατρυπήσας εαυτόν διά της λόγχης του. Έφερε δε χρυσήν τοιαύτην και περιδέραιον και βραχιόλια και όλα όσα συνηθίζουν να φέρουν οι ευγενείς Πέρσαι. Διότι ο Κύρος τον είχε περιβάλη με μεγάλας τιμάς διά την προς αυτόν αγάπην και αφοσίωσίν του.

Κεφάλαιον ένατον Ο μεν λοιπόν Κύρος ούτως απέθανεν. Ανήρ εξ όλων όσοι διεδέχθησαν τον παλαιόν εκείνον Κύρον ικανώτατος εις το βασιλεύειν και αξιώτατος εις το άρχειν, καθώς ομολογείται παρά πάντων όσοι έλαβαν πείραν των πραγμάτων της διοικήσεως του Κύρου.

Διότι πρώτον μεν, ότε ακόμη ήτο παις, εκπαιδευόμενος με τον αδελφόν του και με τους άλλους των μεγιστάνων παίδας, εθεωρείτο παρ' όλων και εις όλα ικανώτατος.

Διότι όλοι οι των καλλιτέρων Περσών παίδες ανατρέφονται εις την αυλήν του βασιλέως. Όπου θα ηδύνατό τις να διδαχθή πολλήν μεν (περί τον βίον) φρόνησιν, ουδέν δε το αισχρόν ούτε να ίδη ούτε ν' ακούση.

Εις την αυλήν, προς τούτοις, και βλέπουν και ακούουν τόσον τους τιμωμένους υπό του βασιλέως, όσον και τους ατιμαζομένους υπ' αυτού. Ώστε από της παιδικής των ακόμη ηλικίας μανθάνουν να άρχουν των άλλων και να άρχωνται.

Εκεί ο Κύρος εφαίνετο ότι ήτον ο ντροπαλώτερος όλων των ομηλίκων του και ότι υπήκουε περισσότερον από τους κατωτέρους του εις τους μεγαλειτέρους αυτού την ηλικίαν. Έπειτα δε ηγάπα πάρα πολύ τους ίππους, γνωρίζων την τέχνην να τους μεταχειρίζεται μετά δεξιότητος. Πάντες δε τον έκριναν και εις τας πολεμικάς ακόμη ασχολίας, εις το να ρίπτη το τόξον και το ακόντιον, ότι και φιλομαθέστατος ήτο και μελετηρότατος.

Όταν δ' έγεινεν έφηβος &(εμεγάλωσεν)&, έδειξε μεγάλην κλίσιν εις το κυνήγιον, εις τας επιθέσεις του δε κατά των θηρίων ήτο λίαν ριψοκίνδυνος. Όταν δέ ποτε ώρμησεν άρκτος εναντίον του, δεν την εφοβήθη, αλλά συμπλακείς μαζή της έπεσε κάτω από τον ίππον. Και όσα μεν υπέστη εκ της συμπλοκής τα εφανέρωναν αι επουλωμέναι έκτοτε πληγαί του. Την εφόνευσεν όμως επί τέλους.

Εκείνος δε, όστις πρώτος έτρεξεν εις βοήθειάν του, εμακαρίζετο παρ' όλων κατόπιν διά τα δώρα που έλαβεν.

Αφού δε απεστάλη από τον πατέρα του σατράπης της Λυδίας και της μεγάλης Φρυγίας και της Καππαδοκίας, και απεδείχθη εκεί στρατηγός όλων των στρατευμάτων όσα είχαν διαταγάς να συναθροίζωνται εις την πεδιάδα του Καστωλού, πρώτον μεν εφάνη ότι εξαιρετικήν κατέβαλε φροντίδα να μη ψεύδεται ούτε προς εκείνον με τον οποίον έκαμε σπονδάς ειρήνης ή ανακωχής, ούτε προς εκείνον με τον οποίον ήρχετο εις συμφωνίας δι' οιανδήποτε υπόθεσιν, ούτε προς εκείνον εις τον οποίον υπεσχέθη τι.

Διά τούτο βεβαίως και τον ενεπιστεύοντο όσαι πόλεις εκήρυττον αυτόν επίτροπόν των. Επίσης και όλος ο στρατός. Και εάν τις εγίνετο εχθρός του, ήτο βέβαιος ότι, εις ενδεχομένας περί ειρήνης σπονδάς μετά του Κύρου, δεν θα υφίστατο καμμίαν από αυτόν ενόχλησιν παρά τας σπονδάς.

Και τω όντι, ότε εκήρυξεν άλλοτε τον πόλεμον κατά του Τισσαφέρνους, όλαι αι πόλεις εκουσίως των είχον προτιμήση αντί του Τισσαφέρνους τον Κύρον, εκτός των Μιλησίων. Ούτοι δε εφοβούντο αυτόν, μόνον και μόνον διότι δεν ήθελε να εγκαταλείψη τους φυγάδας (εις την τύχην των).

Διότι και εμπράκτως και διά λόγου εβεβαίωνεν ότι δεν θα ήθελέ ποτε να τους εγκαταλείψη, αφού άπαξ έγινε φίλος των, ούτε εάν ακόμη μείνουν ολιγώτεροι, ούτε εάν ακόμη περισσότερον δυστυχήσουν.

Εφαίνετο δε πάντοτε καταβάλλων προσπαθείας να υπερτερήση πάντα όστις ήθελε τον ωφελήση ή τον βλάψη. Τινές δε εκ των φίλων του διηγούντο περί αυτού κάποτε κάποιαν του ευχήν, ότι δηλαδή είχε ποτε ευχηθή εις τους Θεούς, τόσον μόνον χρόνον να ζήση, έως ότου κατώρθωνε να υπερτερήση εις το ευεργετείν μεν πάντα ευεργετούντα, εις το βλάπτειν δε πάντα κακουργούντα.

Διά τούτο λοιπόν και πλείστοι όσοι εκ των συγχρόνων μας ενεπιστεύθησαν εις αυτόν (άφησαν εις την διάκρισίν του) ως εις τον μόνον άξιον πάσης εμπιστοσύνης άνδρα και τας περιουσίας των και τας πόλεις των και τα σώματά των (την ασφάλειαν της ζωής των). Παρά πάντα ταύτα όμως, δεν θα ηδύνατό τις βέβαια να είπη ότι άφηνε να τον ξεγελούν οι αδικούντες και οι κακούργοι, αλλ' αμειλίκτως πάντας ετιμώρει. Πολλάκις δε έβλεπέ τις εις τας μάλλον πολυσυχνάστους οδούς των πόλεων ανθρώπους στερουμένους και ποδών και χειρών και οφθαλμών. Ούτω λοιπόν εις τας επαρχίας τας διοικουμένας από τον Κύρον ηδύνατο αφόβως να βαδίζη οιοσδήποτε Έλλην ή βάρβαρος, ήρκει μόνον να μην είχε βλάψη ουδένα, να μεταβαίνη δε όπου ήθελε, φέρων μαζή του ό,τι του ήτο δυνατόν ή εύκολον.

Πάντα δε γενναίον και χρήσιμον προς πόλεμον υπό πάντων ωμολογείτο ότι εξαιρετικώς ετίμα. Και εις τας αρχάς μεν επολέμησε προς τους Πισίδας και τους Μυσσούς. Λοιπόν, ότε αυτός ο ίδιος είχεν εκστρατεύση ποτέ κατά των χωρών αυτών, όλους εκείνους, τους οποίους έβλεπε ριψοκινδυνεύοντας, εκήρυττεν άρχοντας της χώρας την οποίαν εκυρίευε, κατόπιν δε και με άλλα δώρα τους ετίμα. Ώστε εφαίνετο αξιών οι μεν ανδρείοι να είναι ευτυχέστατοι, οι δε δειλοί και άνανδροι, σκλάβοι των. Διά τούτο και ήσαν πάντοτε αφθονώτατοι εκείνοι οίτινες ήθελαν να κινδυνεύουν υπέρ αυτού παντού όπου τυχόν εφαντάζοντο ότι θα το εμάνθανεν ο Κύρος.

Εάν δέ τις εγίνετο γνωστόν ότι εφιλοδόξει να αναδεικνύεται εις δικαιοσύνην (ως φιλοδίκαιος), κάθε τρόπον κατέβαλλε να αποκαθιστά τούτον πλουσιώτερον εκείνου όστις ήντλει τα κέρδη του από τας αδικίας. Αλλά και πολλών άλλων πραγμάτων δικαίως εγίνετο υπέρ αυτού η διαχείρισις και ένεκα πάντων τούτων αληθινόν στρατόν είχεν αποκτήση. Πράγματι δε. Διότι και οι στρατηγοί και οι λοχαγοί, όσοι ένεκα κέρδους έπλευσαν προς αυτόν (κατετάχθησαν εις τον στρατόν του), επείσθησαν ότι είναι επικερδέστερον δι' αυτούς να πειθαρχούν τελείως εις τον Κύρον, παρά ν' αποβλέπουν εις το κατά μήνα ωρισμένον κέρδος των (τον μισθόν των).

Αλλά και ο Κύρος πάλιν, εάν τις ήθελε πιστώς τον υπηρετήση, δεν άφηνε ποτε άνευ ανταμοιβής τον ζήλον του. Αυτή δε είναι και η αιτία, διά την οποίαν, καθώς λέγουν, απέκτησεν ο Κύρος εις κάθε έργον του ικανωτάτους υπαλλήλους.

Εάν δε έβλεπε κανένα να ήναι δεινός οικονομολόγος μετά δικαιοσύνης, να καλλιεργή δε την χώραν, της οποίας ήτον ο αρχηγός και να αυξάνη μετ' επιμελείας τας προσόδους της, από αυτόν όχι μόνον δεν αφήρει τίποτε, αλλά και με περισσότερα (μέσα) πάντοτε τον εφωδίαζε. Τοιουτοτρόπως όλοι και ευχαρίστως ειργάζοντο και παρρησία, ενώπιον όλων, απέκτων περιουσίας, οσαδήποτε δε και αν απέκτα τις δεν τα απέκρυπτεν από τον Κύρον.

Διότι προς πάντας τους ούτω φανερώς πλουτούντας, ούτος δεν εδοκίμαζε κανένα φθόνον, προσεπάθει δε μόνον να χρησιμοποιή δι' εαυτόν τα χρήματα εκείνων οι οποίοι τα έκρυπτον.

Όσους δε ήθελε κάμη φίλους και ήτο βέβαιος ότι πραγματικώς τον αγαπούν, τους έκρινε δε ότι θα ήσαν ικανοί συνεργάται του εις παν ό,τι ήθελε να φέρη εις πέρας, τούτους ομολογείται παρά πάντων ότι με μεγάλην προθυμίαν επεριποιείτο.

Και λοιπόν, δι' ον λόγον αυτός ενόμιζεν ότι έχει ανάγκην φίλων, όπως έχη τούτους συνεργάτας του, διά τον αυτόν λόγον και αυτός φρόντιζε να είναι συνεργάτης των (βοηθός) όσον του ήτο δυνατόν περισσότερον, εις κάθε τι που εκαταλάβαινεν ότι έκαστος εξ αυτών είχεν ανάγκην.

Ήτο δε ο μόνος εις το Κράτος ανήρ, κατά την γνώμην μου, ο οποίος ελάμβανε τόσα πολλά δώρα διά τόσον πολλάς αιτίας. Τα δώρα δε ταύτα ουδείς γενναιότερον αυτού εσκόρπιζεν (εδώρει εις τους φίλους του, αποβλέπων κυρίως εις τους τρόπους εκάστου και εις ό,τι έκαστος εξ αυτών εστερείτο περισσότερον.

Και ως προς εκείνα, τα οποία του απεστέλλοντο πανταχόθεν προς στολισμόν του σώματός του, είτε εν πολέμω στολισμόν, είτε εν ειρήνη, και ως προς αυτά ακόμη λέγεται ότι κάποτε είπεν ότι το σώμα του δεν θα ήτο δυνατόν ποτε με όλα αυτά να στολισθή, επίστευεν όμως στολισμόν του μέγιστον να βλέπη όλους τους φίλους του καλώς εστολισμένους.

Και το να υπερτερή μεν τους φίλους του εις τας ευεργεσίας δεν ήτο διόλου παράδοξον, επειδή ήτο βέβαια πλουσιώτερός των. Το να τους υπερτερή όμως εις το να φροντίζη υπέρ των αναγκών των και εις το να ευχαριστήται να ήναι προθυμότατος εις όλα, τούτο, εις εμέ τουλάχιστον, φαίνεται εξαιρετικώς θαυμασμού άξιον.

Διότι πολλάκις ο Κύρος, οπότε θα ελάμβανεν οίνον παρά πολύ γλυκύν, απέστελλεν εξ αυτού εις τους φίλους του ημίκενα αγγεία, λέγων εις αυτούς ότι από μακρού ήδη χρόνου δεν έχει λάβη τόσον γλυκύν οίνον. Τούτον, λοιπόν, σου αποστέλλει και σε παρακαλεί να τον πίης σήμερον με τους μάλλον αγαπητούς σου φίλους.

Ημιφαγωμένας δε χήνας επίσης απέστελλε πολλάκις και ημίσεις άρτους και άλλα τοιαύτα, διατάσσων τον υπηρέτην του να λέγη εις εκείνους εις τους οποίους τα απέστελλεν: Από αυτά έφαγεν ο Κύρος και ευχαριστήθη. Επιθυμεί, λοιπόν, να τα δοκιμάσετε και σεις. Οσάκις δε (ένεκα ανομβρίας) ο σανός ήτο σπανιώτατος, αυτός δε, διότι είχε πολλούς φροντιστάς και υπηρέτας, ηδύνατο να προμηθευθή τοιούτον, απέστελλεν εξ αυτού και εις τους φίλους του, παραγγέλλων εις αυτούς να τον δώσουν εις τους προς ιππασίαν προωρισμένους ίππους των, διά να μη φέρουν ούτοι τους φίλους του πεινώντες.

Εάν δέ ποτε εξήρχετο εις περίπατον και επρόκειτο πλείστοι να τον ίδουν καθ' οδόν, προσκαλών ενώπιόν των τους φίλους του, συνομίλει με σοβαρότητα μαζή των, διά να δείξη φανερά εις όλους εκείνους τους οποίους νομίζει αξίους της εκτιμήσεώς του. Ώστε εγώ τουλάχιστον, εξ όσον ακούω, νομίζω ότι ουδείς ηγαπήθη υπό περισσοτέρων Ελλήνων ή Περσών όσον ο Κύρος.

Απόδειξις τούτου είναι και το εξής γεγονός. Από μεν τον Κύρον, εφ' όσον ήτον υπό τον αδελφόν του, ουδείς έφυγε, διά να γείνη οπαδός του βασιλέως, εκτός του Ορόντα εκείνου (ως είδομεν ανωτέρω). Και αυτός δα ο Ορόντας δεν το κατώρθωσε, διότι εκείνον τον οποίον ενόμιζε πιστότατόν του υπηρέτην, πολύ γρήγορα τον ηύρε να αγαπά περισσότερον τον Κύρον ή αυτόν. Από δε τον βασιλέα, πολλοί προς τον Κύρον απεσκίρτησαν, αφ' ότου οι δύο αδελφοί έγειναν πολέμιοι προς αλλήλους, και μάλιστα εκείνοι οι οποίοι ηγαπώντο από τον βασιλέα περισσότερον. Τούτο δε, διότι ενόμιζαν ότι, εάν ήσαν καλοί (πιστοί) παρά τον Κύρον, θα ηξιούντο περισσοτέρων τιμών υπ' αυτού ή υπό του βασιλέως.

Έτι δε μεγαλειτέρα απόδειξις της αγαθότητός του και της κρίσεως, με την οποίαν ορθώς εστάθμιζε τους εύνους και σταθερούς και αφωσιωμένους φίλους του, είναι και εκείνο το οποίον συνέβη κατά τον θάνατόν του.

Ενώ δηλαδή αυτός απέθνησκεν, όλοι οι περί αυτόν φίλοι και ομοτράπεζοι απέθαναν μαχόμενοι υπέρ του Κύρου εκτός του Αριαίου, όστις έτυχε να ήναι τεταγμένος εις το αριστερόν κέρας, ως αρχηγός του ιππικού. Αλλά και αυτός, μόλις έμαθε τον θάνατον του Κύρου, έφυγε μαζή με όλον το στράτευμα, του οποίου ήτον ηγεμών.

Κεφάλαιον δέκατον Ενταύθα, λοιπόν, αποκόπτεται η κεφαλή και η δεξιά χειρ του Κύρου. Ο βασιλεύς δε και οι περί αυτόν, διώκοντες τους πολεμίους, επιπίπτουν εις το στρατόπεδον του Κύρου. Και ο μεν μετά του Αριαίου στρατός δεν μένει εκεί πλέον, αλλά φεύγει διά μέσου του στρατοπέδου του εις τον σταθμόν, από τον οποίον είχεν ορμηθή. Ελέγετο δε ότι το διάστημα της μέχρι του σταθμού οδού ήτο παρασάγγαι τέσσαρες.

Ο βασιλεύς δε και οι περί αυτόν πλείστα όσα τότε διαρπάζουν πράγματα, λαμβάνει δε (υπό την κατοχήν αυτού και κυριότητα) και την Φωκαΐδα, παλλακίδα του Κύρου, γυναίκα συνετήν, περί ης ελέγετο ότι ήτον ωραιοτάτη.

Η δε Μιλησία, ήτις ήτο νεωτέρα, αρπαγείσα εις τας αρχάς υπό των περί τον βασιλέα, τους ξεφεύγει κατόπιν, φέρουσα μόνον τον χιτώνα της, και τρέχει προς όσους Έλληνας έτυχε να είναι την