στιγμήν εκείνην εις τας σκευοφόρους των αμάξας ωπλισμένοι, οι οποίοι και αντιταχθέντες, πολλούς μεν εκ των διαρπαζόντων εφόνευσαν, τινές δε εξ αυτών και εφονεύθησαν. Δεν ετράπησαν πράγματι εις φυγήν (εγκαταλείποντες την Μιλησίαν εις την τύχην της), αλλά και ταύτην έσωσαν και όσα άλλα πράγματα και ανθρώπους έτυχε να ευρίσκωνται εις τας αμάξας των (καταφυγόντας κατά την ώραν του διωγμού εκεί).
Ενταύθα βασιλεύς και Έλληνες απεμακρύνθησαν αλλήλων έως τριάκοντα στάδια. Αλλ' οι μεν Έλληνες εδίωκον τους προς το μέρος των βαρβάρους, νομίζοντες ότι ενίκων πάντας. Οι δε βάρβαροι ετρέποντο εις διαρπαγάς, νομίζοντες ότι ήσαν ήδη και αυτοί πάντες νικηταί.
Αφού δε οι μεν Έλληνες έμαθαν ότι ο βασιλεύς με όλον του το στράτευμα είχε φθάση μέχρι των αποσκευών, ο δε βασιλεύς, εξ άλλου, εμάνθανεν από τον Τισσαφέρνην ότι οι Έλληνες το καθ' εαυτούς νικούν και προχωρούν προς τα εμπρός διώκοντες, τότε ο μεν βασιλεύς συναθροίζει τον στρατόν του και παρατάσσεται, ο δε Κλέαρχος, καλέσας τον Πρόξενον, διότι αυτός ήτον ο πλησιέστερός του, συνεσκέπτετο μαζή του αν πρέπει ν' αποστείλουν μόνον μερικούς ή όλοι μαζή να σπεύσουν εις βοήθειαν του στρατοπέδου.
Εν τω μεταξύ τούτω οι Έλληνες ενόμισαν ότι ο βασιλεύς εφαίνετο (εκ των κινήσεών του) ότι έμελλε να τους επιτεθή και πάλιν εκ των όπισθεν. Και οι μεν Έλληνες, στραφέντες, ητοιμάζοντο να τον υποδεχθούν ούτω (εκ των όπισθεν) ερχόμενον. Ο δε βασιλεύς (μετανοήσας ίσως) ήλλαξε διεύθυνσιν, δι' ου δε δρόμου είχε προηγουμένως προσπεράση, ότε ήτο πέραν του αριστερού κέρατος των Ελλήνων, διά του αυτού και επέστρεψεν (απεμακρύνθη των Ελλήνων), αναλαβών και τους εν καιρώ της μάχης προς τους Έλληνας λιποτακτήσαντας και τον Τισσαφέρνην με τους περί αυτόν.
Διότι ο Τισσαφέρνης κατά την πρώτην σύρραξιν δεν είχε φύγη, αλλά διήλθεν έφιππος πλησίον του ποταμού, εις ο μέρος ήσαν παρατεταγμένοι οι Έλληνες πελτασταί. Διερχόμενος δ' εκείθεν ουδένα μεν εφόνευσεν, οι Έλληνες όμως, απομακρυνθέντες, τους εκτύπων και τους ηκόντιζον.
Των πελταστών δε αρχηγός ήτον ο εξ Αμφιπόλεως Επισθένης, περί ου ελέγετο ό,τι ενήργησε κατά την περίστασιν ταύτην συνετώτατα.
Ο Τισσαφέρνης, λοιπόν, μόλις απηλλάγη των ακοντισμών, μειονεκτήσας ούτω, δεν επιστρέφει μεν και πάλιν οπίσω, αλλά, φθάσας εις το στρατόπεδον των Ελλήνων, συναντά εκεί τον βασιλέα και, μαζή ανασυντάξαντες πάλιν τας δυνάμεις των, επορεύοντο.
Ότε δ' έφθασαν κατά το αριστερόν κέρας των Ελλήνων, εφοβήθησαν ούτοι, μήπως ο εχθρός πλησιάζων τον στρατόν του προς το κέρας των και περικυκλώνων και από τα δύο μέρη αυτούς, τους κατακόψη.
Ενόμισαν δε καλόν ν' αναπτύξουν το κέρας του στρατού των κατά μέτωπον και να βάλουν όπισθεν αυτών τον ποταμόν.
Ενώ δε εσκέπτοντο ταύτα, ο βασιλεύς, αντιπαρελθών (το αριστερόν κέρας των Ελλήνων), παρέταξε τον στρατόν του απέναντί των, εις ο σχήμα τον είχε παρατάξη, ότε το πρώτον επήρχετο ίνα συνάψη μάχην. Μόλις δε είδαν οι Έλληνες ότι οι Πέρσαι τους επλησίασαν και ότι ήσαν ήδη παρατεταγμένοι προς μάχην, ευθύς, αφού έψαλαν το πολεμικόν των άσμα, ώρμησαν κατ' αυτών με πολύ μεγαλητέραν ή πρότερον προθυμίαν.
Οι βάρβαροι όμως δεν εδέχθησαν την επίθεσίν των, αλλ' έφευγαν πολύ πλέον μακρύτερα ή πρότερον. Οι Έλληνες δε τους κατεδίωκον μέχρι κώμης τινός, όπου και εστάθησαν.
Διότι άνωθεν της κώμης ήτο λόφος, επί του οποίου, αίφνης επιστρέψαντες εκ της φυγής, εσταμάτησαν οι περί τον βασιλέα, όχι οι πεζοί, αλλ' οι ιππείς του, από τους οποίους και εγέμισεν ο λόφος τόσον, ώστε, ως εκ του πλήθους των, να μη γνωρίζουν οι Έλληνες ποίαν απόφασιν πρόκειται να λάβουν κατ' αυτών οι βάρβαροι. Έλεγαν δε τότε ότι έβλεπαν το βασιλικόν σημείον, χρυσούν τινα δηλαδή αετόν ανυψωμένον επί ξυλίνου ακοντίου.
Επειδή δε και προς τον λόφον επροχώρουν οι Έλληνες, τον εγκαταλείπουν τότε οι ιππείς, όχι όμως πλέον όλοι μαζή, αλλά καθ' ομάδας και προς διαφόρους διευθύνσεις. &(Άλλοι από 'δω και άλλοι από 'κεί)&. Ούτω δε κατ' ολίγον απεγυμνώθη ο λόφος από τους ιππείς, έως ότου όλοι εκείθεν απεχώρησαν.
Ο Κλέαρχος, λοιπόν, δεν ανεβίβαζε τον στρατόν του εις τον λόφον, αλλά, στρατοπεδεύσας κάτωθεν αυτού, αποστέλλει Λύκιον τον Συρακούσιον με κάποιον άλλον (εις τον λόφον) με την διαταγήν, αφού κατοπτεύσουν τι είναι υπέρ αυτόν, να τον ειδοποιήσουν.
Και ο Λύκιος, αφού τον διέτρεξεν έφιππος και παρετήρησε παντού, του αναγγέλλει ότι οι εχθροί φεύγουν κατά κράτος.
Ότε δε συνέβαιναν ταύτα, ο ήλιος ήτο περί την δύσιν του σχεδόν.
Ενταύθα, λοιπόν, εσταμάτησαν οι Έλληνες και, θέσαντες κατά γης τα όπλα, ανεπαύοντο. Συγχρόνως δε ηπόρουν ότι ο Κύρος ουδαμού εφαίνετο, ούτε κανείς άλλος παρουσιάσθη εκ μέρους του ερχόμενος. Διότι δεν εγνώριζαν ακόμη ότι εφονεύθη, αλλ' ενόμιζαν ή ότι είναι μακράν ήδη καταδιώκων τους εχθρούς, ή ότι επροχώρησε προς τα εμπρός (προς βορράν), διά να καταλάβη κανένα τόπον (μέρος εύθετον προς υπεράσπισίν του).
Και εσκέπτοντο αν πρέπει, μείναντες εκεί, να μεταφέρουν ενταύθα και τας αποσκευάς των, ή αν πρέπει ν' απέλθουν εις το στρατόπεδόν των. Ενόμισαν, λοιπόν, καλλίτερον να απέλθουν και φθάνουν σχεδόν κατά την ώραν του δείπνου εις τας σκηνάς των.
Και ούτω μεν ετελείωσεν η ημέρα αυτή. Ευρίσκουν δε τα περισσότερα πράγματά των διαρπαγέντα, ακόμη και ό,τι τρόφιμον και ποτόν υπήρχε. Τας δε αμάξας, αι οποίαι ήσαν γεμάται άλευρα και οίνον, προετοιμασθείσαι ούτω επίτηδες από τον Κύρον, ίνα, εάν ποτε παρουσιασθή εις τον στρατόν μεγάλη έλλειψις τροφίμων, διανεμηθούν εις τους Έλληνας — ελέγετο δε ότι ήσαν τοιαύται αμάξας περί τας τετρακοσίας — και ταύτας ακόμη (τας αμάξας) είχαν ήδη διαρπάση οι περί τον βασιλέα.
Ώστε οι πλείστοι εκ των Ελλήνων έμειναν την εσπέραν εκείνην χωρίς δείπνον. Είχαν δε μείνη και την μεσημβρίαν χωρίς γεύμα.
Διότι πριν ή καταλύση ο στρατός, διά να γευματίση, ανεφάνη ο βασιλεύς. Ούτω λοιπόν επέρασαν την νύκτα ταύτην.
ΒIΒΛIΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ Κεφάλαιον πρώτον Κατά ποίον, λοιπόν, τρόπον συνήθροισε τον Ελληνικόν στρατόν ο Κύρος, ότε εξεστράτευσε κατά του αδελφού του Αρταξέρξου, και όσα κατά την ανάβασιν του στρατού αυτού επράχθησαν και πώς έγεινεν η μάχη, και πώς απέθανεν ο Κύρος, και πώς, ελθόντες εις το στρατόπεδον οι Έλληνες, εκοιμήθησαν, νομίζοντες ότι καθ' όλην την γραμμήν ενίκων και ότι ο Κύρος έζη, — πάντα ταύτα έγειναν γνωστά δι' όσων μέχρι τούδε είπομεν.
Άμα δε εξημέρωσε, συνελθόντες οι στρατηγοί ηπόρουν ότι ο Κύρος ούτε άλλον τινά αποστέλλει, διά να τους ειδοποιήση τι πρέπει να κάμουν, ούτε ο ίδιος πουθενά εφαίνετο. Απεφάσισαν, λοιπόν, αφού προετοιμάσουν τα πράγματά των, όσα τους είχαν μείνη από την διαρπαγήν, και εξοπλισθούν, να βαδίσουν προς τα εμπρός, έως ου συναντηθούν με τον Κύρον.
Ενώ δε ήρχιζαν να βαδίζουν, καθ’ ήν στιγμήν ανέτελλεν ο ήλιος, ήλθεν ο άρχων της Τευθρανίας Προκλής, καταγόμενος από τον Λάκωνα Δημάρατον (βασιλέα της Σπάρτης), και Γλους ο υιός του Ταμώ, οίτινες έλεγαν ότι ο μεν Κύρος εφονεύθη, ο δε Αριαίος ότι έχει ήδη φύγη, ευρισκόμενος με τους λοιπούς βαρβάρους εις τον σταθμόν, από τον οποίον την προηγουμένην ημέραν είχαν ξεκινήση, ότι δε τους ειδοποίει ότι καθ' όλην εκείνην την ημέραν θα τους επερίμενεν, εάν εσκόπευαν να έλθουν (πλησίον του), την επομένην όμως ότι εμελέτα ν' αναχωρήση διά την Ιωνίαν, από την οποίαν ήλθεν.
Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί και οι άλλοι Έλληνες ελυπούντο κατάκαρδα. Ο δε Κλέαρχος τους είπε τα εξής: «Είθε ο Κύρος να έζη! Επειδή όμως απέθανεν, αναγγείλατε εις τον Αριαίον ότι και τον βασιλέα νικώμεν και, όπως βλέπετε, ουδείς πλέον μάχεται εναντίον μας, και, εάν δεν ήρχεσθε σεις, θα εβαδίζαμεν ήδη ημείς κατά του βασιλέως. Υποσχόμεθα δε εις τον Αριαίον, εάν έλθη εδώ, να τον ανακηρύξωμεν βασιλέα. Διότι εις τους κατόπιν μάχης νικητάς (καθώς γνωρίζετε) ανήκει και η Αρχή.
Αφού είπε ταύτα, αποστέλλει (προς τον Αριαίον) τους αγγελιοφόρους και μαζή με αυτούς τον Λάκωνα Χειρίσοφον και τον Θεσσαλόν Μένωνα. Όστις και αφ' εαυτού ήθελε (μόνος του επρότεινε) να υπάγη. Διότι και φίλος του Αριαίου ήτο και είχε ποτε φιλοξενηθεί υπ' αυτού. Και αυτοί μεν ανεχώρησαν, ο Κλέαρχος δ' επερίμενε (την απάντησιν).
Το δε στράτευμα επρομηθεύετο τροφήν και ύδωρ, όπως ηδύνατο, σφάζον εκ των φορτηγών του ζώων τους βους και τους όνους.
Απομακρυνόμενοι δε ολίγον από του μέρους, εις το οποίον έγεινεν η μάχη, επρομηθεύοντο ξύλα συλλέγοντες τα βέλη, τα οποία ήσαν εκεί αφθονώτατα και τα οποία οι Έλληνες ηνάγκαζον τους λιποτακτούντας από τον στρατόν του βασιλέως να ρίπτουν κατά γης, καθώς και τας πλεκτάς και από ξύλον ασπίδας, τας οποίας μετεχειρίζοντο οι Αιγύπτιοι. Ήσαν δε εν αχρηστία και περιτταί δι' έλλειψιν ζώων και πολλαί άμαξαι, ακόμη δε και πολλά δόρατα και ακόντια. Με όλα, λοιπόν, τα ξύλα αυτά αφού έβρασαν όσα ήθελαν κρέατα, έφαγαν την ημέραν εκείνην.
Και ήτον ήδη η ώρα (η προ μεσημβρίας δεκάτη), καθ’ ήν η αγορά ήτο πλήρης ανθρώπων, ότε έρχονται εκ μέρους του βασιλέως και του Τισσαφέρνους κήρυκες, εξ ων όλοι μεν οι άλλοι ήσαν Πέρσαι, είς δε και μόνον Έλλην, ονομαζόμενος Φαλίνος, όστις έτυχε να ευρίσκεται πλησίον του Τισσαφέρνους, ιδιαιτέρως παρ' αυτού τιμώμενος. Διότι επροσποιείτο ότι εγνώριζε καλώς την στρατιωτικήν τακτικήν και οπλομαχίαν.
Ούτοι, λοιπόν, προσελθόντες και καλέσαντες τους στρατηγούς των Ελλήνων λέγουν ότι ο βασιλεύς, επειδή είναι (αυτός) ο νικητής και επειδή (αυτός) εφόνευσε τον Κύρον, προστάζει τους Έλληνας, αφού του παραδώσουν τα όπλα, να έλθουν εις την αυλήν του βασιλέως, και εκεί, αν ημπορούν, να επιτύχουν παρ' αυτού κανέν καλόν (να τον καταφέρουν να τους φανή καλός).
Και ταύτα μεν είπαν οι κήρυκες του βασιλέως. Οι δ' Έλληνες με αγανάκτησιν ήκουσαν τους λόγους των. Ο δε Κλέαρχος ταύτην και μόνην την απάντησιν τους έδωκεν: ότι δεν είναι ίδιον των νικητών να παραδίδουν τα όπλα των. (Απευθυνόμενος δε προς τους στρατηγούς είπεν:) «Σεις όμως, ω άνδρες στρατηγοί, αποκριθήτε εις αυτούς εδώ ό,τι σεις ευστοχώτερον και καλλίτερον (διά την περίστασιν) νομίσετε. Εγώ δε θα επιστρέψω αμέσως. Διότι τον είχε καλέση κάποιος εκ των υπηρετών του, διά να ίδη βγαλμένα εκεί κάπου τα σπλάγχνα των σφαγίων, επειδή κατά την στιγμήν εκείνην ετύχαινε να προσφέρη εις τους Θεούς θυσίαν.
Τότε, λοιπόν, απεκρίθη Κλεάνωρ ο Αρκάς, ο μεγαλήτερος όλων (σεβαστότερος), ότι είναι αποφασισμένοι όλοι ν' αποθάνουν πριν ή παραδώσουν τα όπλα. Ο δε Πρόξενος ο Θηβαίος προσέθηκεν: «Αλλ' εγώ, ω Φαλίνε, απορώ διά ποίον εκ των δύο λόγων ζητεί ο βασιλεύς τα όπλα; ως νικητής ή ως δώρα, λόγω φιλίας; Εάν μεν τα ζητή ως νικητής, τις η ανάγκη να τα ζητή ούτω δι' απεσταλμένων, και δεν έρχεται να τα λάβη μόνος του; Εάν δε θέλη να τα λάβη διά της πειθούς (φιλικώς), ας μας είπη τι θα δώση εις τους στρατιώτας, εάν ούτοι του τα παραδώσουν χάριν φιλίας (ως εις φίλον)».
Εις ταύτα ο Φαλίνος απήντησεν: «Ο βασιλεύς φρονεί ότι είναι νικητής, αφού εφόνευσε τον Κύρον. Διότι τις άλλος πλέον του διαφιλονικεί την βασιλείαν; Νομίζει δε ότι και σεις είσθε υπό την εξουσίαν του, αφού σας έχει εις το μέσον της χώρας του και εντός αδιαβάτων ποταμών, και τόσον πλήθος ανθρώπων δύναται να οδηγήση εναντίον σας, ώστε, και εάν ακόμη τους παρέδιδεν εις χείρας σας, δεν θα ηδύνασθέ ποτε να τους φονεύσετε».
Μετ' αυτόν Θεόπομπος ο Αθηναίος είπεν: «Ω Φαλίνε, τώρα, όπως βλέπεις και συ, κανέν άλλο καλόν πλέον δεν μας έμεινεν παρά τα όπλα και η ανδρεία. Εάν μεν λοιπόν έχωμεν &(στα χέρια μας)& τα όπλα, νομίζομεν ότι δυνάμεθα να χρησιμοποιήσωμεν και την ανδρείαν μας. Εάν όμως τα παραδώσωμεν, θα χάσωμεν και την ζωήν μας. Μη φαντάζεσαι, λοιπόν, ότι τα μόνα αγαθά, τα οποία μας έμειναν, θα σας τα παραδώσωμεν, αλλά με αυτά, ακόμη και υπέρ των ιδικών σας αγαθών θα πολεμήσωμεν».
Ακούσας δε ταύτα ο Φαλίνος εγέλασε και είπεν: «Αλλ' (ομιλών ούτω) ομοιάζεις, ω νεανίσκε, με φιλόσοφον και αληθώς χαριέστατα μας λέγεις πράγματα! Μάθε όμως ότι είσαι ανόητος φανταζόμενος ότι η ανδρεία σας θα νικήση την στρατιωτικήν δύναμιν του βασιλέως».
Άλλοι δέ τινες ωμίλησαν με ολιγώτερον θάρρος, ειπόντες ότι όπως και εις τον Κύρον εφάνησαν πιστοί, ούτω και εις τον βασιλέα θα εφαίνοντο πάρα πολύ χρήσιμοι, εάν ήθελε να γείνη φίλος των. Και είτε εις άλλο τι, οιονδήποτε, θέλει να τους χρησιμοποιήση, είτε διά να εκστρατεύση εις την Αίγυπτον, είναι προθυμότατοι να τον βοηθήσουν να την υποτάξη.
Εν τω μεταξύ τούτω επανήλθεν ο Κλέαρχος και ηρώτησεν αν έδωσαν ήδη την απάντησιν. Ο δε Φαλίνος, διακόψας, είπεν: «Πάντες μεν οι προλαλήσαντες, ω Κλέαρχε, έχουν έκαστος ιδιαιτέραν (περί του πρακτέου) γνώμην. Συ δε ειπέ μας τι φρονείς».
Ο δε Κλέαρχος απήντησεν: «Όσον αφορά εμέ, ω Φαλίνε, μ' ευχαρίστησίν μου σε είδα εδώ, νομίζω δε και όλοι οι άλλοι.
Διότι και συ είσαι Έλλην και όλοι ημείς επίσης, όσους ενώπιόν σου βλέπεις. Επειδή δε ευρισκόμεθα εις τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις, ζητούμεν να μας συμβουλεύσης τι πρέπει να πράξωμεν εις όσα μας προτείνεις.
»Συ, λοιπόν, εν ονόματι των Θεών, συμβούλευσέ μας ό,τι νομίζεις ότι είναι έντιμον και ωφέλιμον και ό,τι θα σου περιποιήση τιμήν εν τω μέλλοντι, πάντοτε μνημονευόμενον υπό των μεταγενεστέρων, ότι δηλαδή ο Φαλίνος, σταλείς ποτε υπό του βασιλέως, διά να είπη εις τους Έλληνας να παραδώσουν τα όπλα, τους συνεβούλευσε, ζητούντας την συμβουλήν του, τα εξής. Γνωρίζεις δε πολύ καλά ότι εξ άπαντος θα γείνη γνωστόν εις την Ελλάδα παν ό,τι ήθελες μας συμβουλεύση».
Ο Κλέαρχος διά των λόγων τούτων ήθελε να παρασύρη ανεπαισθήτως προς τους σκοπούς του τον Φαλίνον, επιθυμών και αυτός ακόμη ο πρεσβευτής του βασιλέως να τους συμβουλεύση να μη παραδώσουν τα όπλα, και τούτο, διά να γείνουν περισσότερον ευέλπιδες οι Έλληνες.
Ο Φαλίνος όμως, στρέψας τον λόγον επιτηδείως, παρά πάσαν προσδοκίαν του Κλεάρχου είπε τα εξής: «Όσον μεν αφορά εμέ, ω Κλέαρχε, εάν μία και μόνη εκ των απείρων (περί σωτηρίας) ελπίδων, (ας έχετε), ήναι: το να σωθήτε πολεμούντες τον βασιλέα, θα σας συνεβούλευον να μη παραδώσετε τα όπλα. Εάν όμως δεν υπάρχη καμμία ελπίς σωτηρίας άνευ της θελήσεως του βασιλέως, σας συμβουλεύω να σωθήτε δι' ου τρόπου νομίζετε σεις ευκολώτερον».
Εις τους λόγους τούτους ο Κλέαρχος απήντησε: «Και αύτη μεν είναι η γνώμη σου. Όσον όμως αφορά ημάς, ειπέ εις τον βασιλέα τα εξής: ότι ημείς φρονούμεν ότι, εάν μεν ήναι ανάγκη να γείνωμεν φίλοι του βασιλέως, θα του είμεθα επωφελέστεροι φίλοι, έχοντες τα όπλα μας ή παραδίδοντες αυτά εις άλλον. Εάν δε ήναι ανάγκη να γείνωμεν εχθροί του, θα ηδυνάμεθα καλλίτερα να τον πολεμώμεν με τα όπλα εις χείρας μας ή να τα παραδώσωμεν εις χείρας τρίτου».
Ο δε Φαλίνος είπεν: «Όσα μεν μας είπατε θα τα αναγγείλωμεν εις τον βασιλέα. Αλλά, προς τούτοις, και τα εξής ακόμη μας διέταξεν ούτος να σας είπωμεν: «ότι, εάν μεν μείνετε εις ην θέσιν ευρίσκεσθε, θα κηρυχθή ειρήνη (μεταξύ μας). Εάν δε βαδίσετε προς τα εμπρός ή επιστρέψετε (εις τας πατρίδας σας), θα συνεχισθή ο πόλεμος. Ειπέτε, λοιπόν, ποίον εκ των δύο προτιμάτε: να μείνετε και να γείνη ειρήνη ή ν' αναγγείλω εις τον βασιλέα ότι θα συνεχίσετε τον κατ' αυτού πόλεμον;».
Ο δε Κλέαρχος απήντησεν: «Ανάγγειλε, λοιπόν, και ως προς το ερώτημά σου τούτο, ότι και ημείς την αυτήν γνώμην έχομεν οίαν Φαλίνος. Και ο Κλέαρχος απήντησεν: «Εάν μεν μείνωμεν ενταύθα, κηρύττομεν ειρήνην, εάν δε προχωρήσωμεν ή επιστρέψωμεν, πόλεμον».
Ο δε Φαλίνος ηρώτησε και πάλιν: «Ειρήνην ή πόλεμον ν' αναγγείλω;». Και ο Κλέαρχος την αυτήν και πάλιν έδωκεν απάντησιν: «Ειρήνην μεν, εάν μείνωμεν, πόλεμον δε, εάν προχωρήσωμεν ή επιστρέψωμεν». Ποίον δε εκ των δύο επροτίμα, δεν το εφανέρωσεν.
Κεφάλαιον δεύτερον Και ο μεν Φαλίνος, λοιπόν, και οι μετ' αυτού ανεχώρησαν. Οι δε αποσταλέντες ήδη εις τον Αριαίον Προκλής και Χειρίσοφος επέστρεψαν, εκτός του Μένωνος, όστις έμεινε πλησίον του. Ούτοι, λοιπόν, κατ' εντολήν του Αριαίου, είπαν ότι υπάρχουν πολλοί Πέρσαι καλλίτεροι αυτού, οι οποίοι δεν θα τον ηνείχοντο ως βασιλέα. «Αλλ' εάν θέλετε όλοι μαζή ν' αναχωρήσετε, σας παραγγέλλει να έλθετε αυτήν την νύκτα αμέσως. Ειδεμή, θ' αναχωρήση την πρωίαν μόνος του».
Ο δε Κλέαρχος είπεν: «Εάν μεν έλθωμεν, βεβαίως ούτω πρέπει να πράξωμεν, καθώς λέγετε. Ειδεμή, πράξατε ό,τι σεις νομίσετε συμφερώτερον». Τι δ' εσκόπευεν αυτός να πράξη, ούτε εις αυτούς το ανεκοίνωσεν.
Μετά ταύτα, ενώ ήδη έδυεν ο ήλιος, συγκαλέσας τους στρατηγούς και λοχαγούς, τους είπε τα εξής: «Ενώ, ω άνδρες, προσέφερον εις τους Θεούς θυσίαν, διερωτών αυτούς να μάθω αν πρέπει να βαδίσωμεν κατά του βασιλέως, είδα ότι δεν έδειξαν τα (εκβληθέντα) σπλάγχνα ευοίωνα σημεία. Επόμενον δε ήτο να μη δείξουν. Διότι, όπως προ ολίγου έμαθα, εν μέσω ημών και του βασιλέως υπάρχει ο Τίγρης ποταμός, με πλοία μόνον διαπλεόμενος, τον οποίον ημείς όμως, μη έχοντες τοιαύτα, δεν θα δυνηθώμεν να διαβώμεν (να περάσωμεν). Αλλ' ούτε ενταύθα είναι δυνατόν να μένωμεν. Διότι δεν δυνάμεθα να έχωμεν τα προς τροφήν αναγκαία.
Όσον αφορά όμως: το να υπάγωμεν εις τους φίλους του Κύρου, τα σπλάγχνα μας έδειξαν πολύ ευοίωνα σημεία.
Κατά τον εξής λοιπόν τρόπον πρέπει να ενεργήσωμεν: Πηγαίνετε πρώτον να δειπνήσετε με ό,τι έκαστος από σας έχει. Όταν δε σαλπίση η σάλπιγξ σιωπητήριον [όταν δε δοθή διά του κέρατος (νυκτερινής σάλπιγγος) το προς ανάπαυσιν σημείον], αρχίσατε τότε να ετοιμάζετε τα πράγματά σας. Όταν δε σαλπίση το δεύτερον, φορτώσατέ τα εις τα ζώα. Όταν δε τέλος σαλπίση και το τρίτον, ακολουθήσατε τότε τον αρχηγόν σας, τα μεν ζώα έχοντες προς το μέρος του ποταμού, τους δε οπλίτας προς τα έξω».
΄ Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί και λοχαγοί ανεχώρησαν και ενήργουν συμφώνως προς τας παραγγελίας του. Του λοιπού δε, ο μεν Κλέαρχος ήτον ο γενικός αρχηγός του στρατού (αρχιστράτηγος), εκ των περί αυτόν δε οι μεν επείσθησαν εις αυτόν, όχι διότι τον είχαν αναγνωρίση ως τοιούτον, αλλά διότι έβλεπαν ότι μόνος αυτός εξ όλων εσκέπτετο όπως θα έπρεπε να σκέπτεται ένας αρχηγός, οι δε λοιποί ήσαν εντελώς άπειροι.
[Ο από Εφέσου της Ιωνίας μέχρι του τόπου της μάχης αριθμός των σταθμών και παρασαγγών, τους οποίους διέτρεξαν οι Έλληνες, ήσαν ενενήκοντα τρεις σταθμοί ή πεντακόσιοι τριάκοντα πέντε παρασάγγαι ή δέκα εξ χιλιάδες και πεντήκοντα στάδια. Από δε του τόπου της μάχης μέχρι της Βαβυλώνος η απόστασις ελέγετο ότι ήτο τριακοσίων εξήκοντα σταδίων].
Κατόπιν, αφού ήδη ενύκτωσε, Μιλτοκύθης μεν ο Θραξ, έχων και τους ιππείς του, ανερχομένους εις τεσσαράκοντα, και έως τριακοσίους εκ των πεζών Θρακών, ελιποτάκτησε προς τον βασιλέα.
Ο δε Κλέαρχος προηγείτο των άλλων, συμφώνως προς όσα είχεν υποδείξη, ούτοι δε ηκολούθουν. Φθάνουν δε εις τον πρώτον σταθμόν, όπου ήτον ο Αριαίος με τον στρατόν του, περί το μεσονύκτιον. Και αφού (οι στρατιώται) έθεσαν εν τάξει κατά γης τα όπλα, συνήλθον οι στρατηγοί και λοχαγοί των Ελλήνων περί τον Αριαίον. Και Έλληνες και Αριαίος μετά των περί αυτόν αρίστων ωρκίσθησαν να μη προδώσουν ποτέ αλλήλους, αλλά να ήναι πάντοτε μεταξύ των σύμμαχοι. Οι δε Πέρσαι ωρκίσθησαν προς τούτοις και να οδηγούν χωρίς κανένα δόλον τον στρατόν κατά την πορείαν του.
Ωρκίσθησαν δε πάντα ταύτα, αφού επί ασπίδος έσφαξαν και ταύρον και κάπρον και κριόν, εις το αίμα των οποίων οι μεν Έλληνες έβαπτον ξίφος, οι δε βάρβαροι λόγχην. Αφού δε εδόθησαν ούτω αμοιβαίως λόγοι πίστεως, είπεν ο Κλέαρχος: «Εμπρός, λοιπόν, τώρα, ω Αριαίε, επειδή και σεις και ημείς την αυτήν πορείαν πρόκειται να κάμωμεν, ειπέ μας ποίαν γνώμην έχεις περί αυτής, να επιστρέψωμεν δι' ης ήλθομεν οδού, ή άλλην τινά καλλιτέραν ταύτης έχεις κατά νουν; »Εάν μεν επιστρέψωμεν δι' ης ήλθομεν, θα καταστραφώμεν εντελώς από την πείναν. Διότι μας εσώθησαν πλέον αι τροφαί. (Ενθυμείσαι δε ότι) εις απόστασιν δέκα επτά σταθμών εκ των πλησιεστέρων, ούτε όταν ηρχόμεθα εδώ επρομηθεύθημεν, έστω και το ελάχιστον, από την χώραν ταύτην. Όπου δε (της χώρας) υπήρχε κάτι τι, διερχόμενοι δι' αυτής το απετελειώναμεν. Σκεπτόμεθα, λοιπόν, τώρα (σκοπεύομεν) να βαδίσωμεν μακροτέραν οδόν, ώστε να μη στερηθώμεν των προς τροφήν αναγκαίων.
»Νομίζω δε ότι πρέπει τους πρώτους σταθμούς να πορευώμεθα όσω το δυνατόν μακροτάτους, και τούτο διά να απομακρυνθώμεν όσω το δυνατόν περισσότερον του βασιλικού στρατού. Διότι, εάν εφάπαξ απομακρυνθώμεν αυτού δρόμον δύο ή τριών ημερών, δεν θα υπάρχη πλέον κανείς φόβος να μας φθάση ο βασιλεύς. Διότι με ολίγον μεν στρατόν δεν θα τολμήση να μας ακολουθήση &(να μας πάρη το κατόπιν)&, με πολύν δε, δεν θα δυνηθή ταχέως να βαδίση. Ίσως δε στερηθή και των τροφίμων. Αυτή είναι η γνώμη μου».
Το στρατήγημα τούτο &(κόλπο)& του Κλεάρχου ουδέν άλλο επεδίωκεν ή να δραπετεύσωμεν εν ανάγκη ή να φύγωμεν. Αλλ' η τύχη εφάνη στρατηγικωτέρα ημών. Διότι, αφού εξημέρωσεν, ήρχισαν να βαδίζουν έχοντες προς τα δεξιά τον ήλιον, υπολογίζοντες δε ότι κατά την δύσιν του ακριβώς, θα φθάσουν εις χωρία της Βαβυλωνίας χώρας. Και εις τούτο μεν δεν ηπατήθησαν.
Περί το δειλινόν όμως τους εφάνη ότι είδαν ιππείς του εχθρικού στρατού. Και όσοι εκ των Ελλήνων έτυχε να μην ήναι εις τας τάξεις των, έτρεξαν αμέσως εις αυτάς. Και ο Αριαίος, όστις μέχρις εκείνης της στιγμής εφέρετο εφ' αμάξης, διότι ήτο πληγωμένος, καταβάς αυτής ενεδύετο τον θώρακά του. Μετ' αυτού δε και οι στρατιώται του. Ενώ δε ούτω εξωπλίζοντο, ήλθαν οι προαποσταλέντες ήδη προς ανίχνευσιν σκοποί λέγοντες ότι δεν ήσαν ιππείς, αλλά φορτηγά ζώα κάπου εκεί βόσκοντα. Ευθύς δε τότε ενόησαν όλοι ότι εκεί που πλησίον ήτο στρατοπεδευμένος ο βασιλεύς. Άλλως τε ουχί πολύ μακράν εφαίνετο εις τα εν λόγω χωρία και καπνός.
Ο Κλέαρχος, εν τούτοις, δεν ωδήγησε τον στρατόν του κατά των πολεμίων, γνωρίζων ότι ούτος και κουρασμένος ήδη ήτο εκ της πορείας και νήστις. Είχε δε και εντελώς βραδυάση πλέον. Αλλ' ούτε και εξέκλινε του δρόμου του (δεν ήλλαξε διεύθυνσιν), προσέχων μήπως νομισθή (από τον βασιλέα) ότι φεύγει. Αλλά κατ' ευθείαν προχωρών με την εμπροσθοφυλακήν του, κατεσκήνωσεν, ενώ ήδη ο ήλιος εβασίλευεν, εις τα πλησιέστερον κείμενα χωρία, από τα οποία είχαν διαρπαγή υπό του βασιλικού στρατού και αυτά ακόμη τα ξύλα των οικιών.
Η μεν εμπροσθοφυλακή, λοιπόν, οπωσδήποτε εστρατοπέδευσεν. Οι δε ερχόμενοι κατόπιν, εν μέσω σκότους προχωρούντες, κατέλυον όπως ηδύνατο έκαστος, τόσον δε πολύ εθορύβουν, καλούντες αλλήλους, ώστε αι φωναί των ν' ακούωνται ακόμη και εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Από το οποίον μάλιστα οι πληρέστεροι και εγκατέλειψαν (φοβηθέντες) τας σκηνάς των.
Τούτο δε έγεινε φανερόν την επομένην. Διότι τίποτε πλέον δεν εφαίνετο εις τα πέριξ, ούτε φορτηγόν ζώον, ούτε στρατόπεδον, ούτε καπνός. Ως φαίνεται δε και αυτός ο βασιλεύς ακόμη είχε τρομάξη διά την έφοδον εκείνην του στρατεύματος. Εφανέρωσε δε τον τρόμον του αυτόν με όσα ενήργει (έπραττε) την ακόλουθον ημέραν.
Αλλ' ενώ ήτο νυξ ακόμη, αίφνης καταλαμβάνονται από φόβον οι Έλληνες, κρότος δε και θόρυβος εγείρεται, όπως συμβαίνει όταν καταληφθή από φόβον αιφνίδιον, στρατόπεδον.
(Εις το άκουσμα του θορύβου τούτου) ο Κλέαρχος διέταξε Τολμίδην τον Ηλείον, όστις ήτον ο καλλίτερος των εν τω Ελληνικώ στρατώ κηρύκων, και τον οποίον τυχαίως είχε την στιγμήν εκείνην πλησίον του, να επιβάλη εις τους θορυβούντας σιωπήν, κηρύττων εις όλον το στράτευμα ότι οι αρχηγοί του υπόσχονται εις εκείνον, όστις θα καταγγείλη τον απολύσαντα τον όνον εις τα όπλα (εις το στρατόπεδον), ως αμοιβήν του έν τάλαντον.
Αφού όμως ταύτα εκηρύχθησαν, ενόησαν οι στρατιώται ότι μάταιος ήτον ο φόβος των και ότι οι στρατηγοί των τίποτε δεν έπαθαν.
Ευθύς δε άμα εξημέρωσε, διέταξεν ο Κλέαρχος τους Έλληνας να εξοπλισθούν όλοι ως εις μάχην.
Κεφάλαιον τρίτον Εκείνο, λοιπόν, το οποίον είχα προηγουμένως γράψη, ότι ετρόμαξεν ο βασιλεύς διά την έφοδον, εφάνη εκ του γεγονότος τούτου: Ότι την μεν προηγουμένην ημέραν, αποστέλλων αγγελιοφόρους του εις τους Έλληνας, τους διέτασσε να παραδώσουν τα όπλα. Τότε δε, μόλις ανέτειλεν ο ήλιος, τους απέστειλε κήρυκας, διά να κλείσουν ειρήνην μεταξύ των.
Ούτοι, λοιπόν, αφού ήλθαν εις τας προφυλακάς, εζήτουν να ίδουν τους στρατηγούς. Και αφού ανήγγειλαν την έλευσίν των οι προφυλακές, ο Κλέαρχος, όστις έτυχε την ώραν εκείνην να επιθεωρή το στράτευμα, παρήγγειλεν εις τους προφύλακας να είπουν εις τους κήρυκας να περιμένουν, μέχρις ότου ευκαιρήση (τελειώση την επιθεώρησιν).
Αφού δε παρέταξε τον στρατόν, ώστε να ήναι η όλη φάλαγξ καθ' όλην την έκτασιν πυκνή και θεαματικωτάτη, εκ δε των αόπλων κανείς να μην ήναι θεατός, προσεκάλεσε τους αγγελιοφόρους, αυτός ο ίδιος προϋπαντήσας αυτούς με τους μάλλον καλώς ωπλισμένους και ωραιοτέρους εκ των στρατιωτών του, αφού προηγουμένως παρήγγειλε και εις τους άλλους στρατηγούς κατά τον αυτόν (επιδεικτικόν) τρόπον να προσέλθουν.
Ότε δε τους επλησίασε, τους ηρώτα τι θέλουν. Ούτοι δε απήντησαν ότι ήλθαν να διαπραγματευθούν περί ειρήνης, έχοντες εντολήν να διαβιβάσουν εις τους Έλληνας τους λόγους του βασιλέως και τους των Ελλήνων εις τον βασιλέα.
Ο δε Κλέαρχος απήντησεν: «Αναγγείλατε λοιπόν εις αυτόν ότι εν πρώτοις παρίσταται ανάγκη μάχης. Διότι δεν έχομεν τι να φάγωμεν, ούτε θα ετόλμα κανείς να διαπραγματευθή με τους Έλληνας περί ειρήνης, εάν δεν τους επρομήθευε πρωτήτερα τροφάς».
Ακούσαντες ταύτα οι αγγελιοφόροι άμέσως ανεχώρησαν και επανήλθον πάλιν ταχέως. Τούτο δ' εφανέρωνεν ότι ο βασιλεύς ήτον εκεί που πλησίον, ή άλλος τις, όστις ενήργει κατ' εντολήν του τας διαπραγματεύσεις. Απήντησαν, λοιπόν, ότι ο βασιλεύς φρονεί ότι έχει δίκαιον ο Κλέαρχος και ότι ήλθαν φέροντες μαζή των οδηγούς, οίτινες, εάν κλεισθή ειρήνη μεταξύ των, θα τους οδηγήσουν εις μέρη, όθεν θα προμηθευθούν τα προς τροφήν των αναγκαία.
Ο δε Κλέαρχος ηρώτα αν με μόνους τους ελθόντας και επιστρέψαντας (εις τον βασιλέα) άνδρας θα συνθηκολογήση ή και με τους άλλους (ή και με όλον τον στρατόν του βασιλέως) (11).
Εκείνοι δε απήντησαν ότι «η ειρήνη κλείνεται με όλους, μέχρι της στιγμής καθ’ ήν θ' αναγγελθούν οι λόγοι σας εις τον βασιλέα».
Αφού δε είπαν ταύτα, ο Κλέαρχος, απομακρύνας αυτούς ολίγον, συνεσκέπτετο με τους στρατηγούς (περί του πρακτέου). Και εφάνη λοιπόν (εις τους στρατηγούς) καλόν ότι πρέπει να γείνη η ειρήνη όσον το δυνατόν ταχύτερον, εν ησυχία δε και ανενόχλητοι να έλθουν εις ο μέρος ήσαν αι τροφαί, διά να προμηθευθούν εξ αυτών.
Εις ταύτα ο Κλέαρχος απήντησε: «Και εγώ την αυτήν έχω γνώμην.
Δεν θα την είπω όμως αμέσως (εις τους απεσταλμένους του βασιλέως), αλλά θα χρονοτριβήσω ολίγον, έως ότου φοβηθούν μήπως απεφασίσαμεν να μη γείνη ειρήνη. Νομίζω δε, προσέθηκεν, ότι από τον αυτόν φόβον θέλουν καταληφθή και οι στρατιώται μας». Όταν δε ενόμισεν ότι ήτο πλέον καιρός να επιστρέψη, είπεν εις αυτούς ότι δέχεται την ειρήνην, και ευθύς διέταξε να τους οδηγήσουν εις ο μέρος ήσαν αι τροφαί.
Και αυτοί μεν προηγούντο• ο δε Κλέαρχος επορεύετο, συνθηκολογήσας μεν ήδη, αλλ' έχων και τον στρατόν ως προς μάχην έτοιμον, εις την οπισθοφυλακήν του οποίου και ευρίσκετο.
Συνήντων δε καθ' οδόν τάφρους και χάνδακας πλήρεις ύδατος, ώστε να μη τους ήναι δυνατόν να διέλθουν άνευ γεφυρών. Κατεσκεύαζαν λοιπόν τοιαύτας από φοίνικας ερριμμένους κατά γης ή από αυτούς τους ιδίους κοπτομένους.
Τότε δε ήτο ευκαιρία να γνωρίση τις κάλλιστα τον Κλέαρχον πώς επεστάτει, διά μεν της δεξιάς χειρός κρατών το δόρυ, διά δε της αριστεράς ράβδον. Ούτω, εάν του εφαίνετο κανείς των διά την εργασίαν ταύτην προωρισμένων οκνηρός, εκλέγων τον περισσότερον τιμωρίας άξιον τον εκτύπα (διά της ράβδου του) και συγχρόνως αυτός ο ίδιος ήρχετο εις βοήθειάν του, εισερχόμενος μέσα εις την λάσπην. Ώστε όλοι να εντρέπωνται μήπως δεν εκτελούν όπως αυτός την εργασίαν των.
Και ετάχθησαν πλησίον του οι μέχρι τριάκοντα ετών (στρατιώται).
Επειδή δε έβλεπαν οι πρεσβύτεροι ακόμη και τον Κλέαρχον με σπουδήν και προθυμίαν εργαζόμενον, ήρχοντο εις βοήθειάν του και αυτοί.
Πολύ περισσότερον όμως των άλλων εβιάζετο ο Κλέαρχος, επειδή υπώπτευεν ότι αι τάφροι δεν ήσαν πάντοτε ούτω πλήρεις ύδατος [διότι η ώρα του έτους (Οκτώβριος μην) δεν ήτο κατάλληλος προς άρδευσιν της πεδιάδος], αλλ' ότι ο βασιλεύς, θέλων ήδη να παρεμβάλη πολλά προσκόμματα εις την πορείαν των Ελλήνων, είχεν απολύση το ύδωρ εις την πεδιάδα.
Πορευόμενοι δε έφθασαν εις τα χωρία, από τα οποία υπέδειξαν οι οδηγοί ότι ηδύναντο να λάβουν τροφάς, και εις τα οποία υπήρχε πολύς σίτος και οίνος εκ φοινίκων, από τους αυτούς καρπούς δε και όξος βρασμένον.
Εκ των καρπών δ' αυτών οι μεν κατωτέρας ποιότητος, όμοιοι προς εκείνους τους οποίους ανευρίσκει τις και εις την Ελλάδα, ήσαν προωρισμένοι διά τους υπηρέτας, οι δε εκλεκτοί διά τους κυρίους των, θαυμάσιοι κατά το κάλλος και το μέγεθος, χρώματος δε ως το του ηλέκτρου. Εκ των οποίων και ουκ ολίγοι ξηραινόμενοι εχρησίμευαν ως τραγήματα (ξηροί καρποί) μετά το φαγητόν. Είτε δε μόνοι των είτε συνοδευόμενοι και από οίνον οι ξηροί αυτοί καρποί, αν και γλυκύτατοι την γεύσιν, επροξένουν πάντοτε, τρωγόμενοι, κεφαλαλγίαν.
Ενταύθα πρώτην φοράν έφαγαν οι στρατιώται από τον μυελόν &(μελούδι)& του φοίνικος, εθαύμασαν δε οι περισσότεροι εξ αυτών το είδος και την εντελώς ξεχωριστήν αυτού γλυκύτητα. Ως οι ξηροί καρποί δε και ούτος επροξένει κεφαλαλγίαν εις τον τρώγοντα. Ο δε φοίνιξ εκείνος, από του οποίου ήθελεν αφαιρεθή ο μυελός, όλος εξηραίνετο.
Ενταύθα έμειναν ημέρας τρεις. Και εκ μέρους του μεγάλου βασιλέως ήλθεν ο Τισσαφέρνης και ο γυναικάδελφος του βασιλέως και άλλοι τρεις Πέρσαι. Ηκολούθουν δε και δούλοι πολλοί. Αφού δε τους προϋπάντησαν οι στρατηγοί των Ελλήνων, πρώτος ο Τισσαφέρνης έλεγε διά διερμηνέως τα εξής: «Εγώ, ω άνδρες Έλληνες, γειτονεύω με την Ελλάδα (ως γνωρίζετε), και επειδή σας είδα να περιέλθετε εις πολλάς αμηχανίας, ενόμισα ότι μου παρουσιάζετο ήδη μοναδική ευκαιρία να καταβάλω πάσαν δυνατήν προσπάθειαν όπως ζητήσω και λάβω παρά του βασιλέως την άδειαν να σας επαναφέρω και πάλιν σώους εις την πατρίδα σας, φρονών ότι ηθέλετε μ' ευγνωμονή διά τούτο τόσον σεις, όσον και πάσα η άλλη Ελλάς.
»Τοιαύτα λοιπόν φρονών παρεκάλουν τον βασιλέα λέγων ότι εδικαιούμην να λάβω παρ' αυτού τοιαύτην χάριν, διότι εγώ ήμην εκείνος, όστις τον ειδοποίησα πρώτος ότι εκστρατεύει ο Κύρος εναντίον του, και εγώ ήμην επίσης εκείνος, όστις, ευθύς ως τον ειδοποίησα περί της εκστρατείας, πρώτος του παρέσχον την βοήθειάν μου, εκ των απέναντι δε των Ελλήνων παραταχθέντων κατά την μάχην μόνος εγώ δεν έφυγα, αλλά τρέξας ηνώθην με τον στρατόν του βασιλέως εις το στρατόπεδόν σας, όπου ούτος ήλθεν, αφού εφόνευσε τον Κύρον και αφού τους μετά του Κύρου πολεμούντας Πέρσας έτρεψεν εις φυγήν με αυτούς εδώ, τους οποίους τώρα βλέπετε πλησίον μου και οίτινες είναι πιστότατοι και αφωσιωμένοι καθ' όλα εις αυτόν.
»Και περί όλων μεν αυτών μου υπέσχετο ότι θα σκεφθή. Με διέτασσε δε, αφού έλθω προς σας, να σας ερωτήσω διά ποίον λόγον εκστρατεύσατε εναντίον του. Σας συμβουλεύω, λοιπόν, να του απαντήσετε μετριοπαθώς, και τούτο, διά να ημπορέσω ευκολώτερον να επιτύχω καλόν τι παρ' αυτού υπέρ της υποθέσεώς σας».
Αφού είπε ταύτα, οι Έλληνες παραμερίσαντες ολίγον συνεσκέπτοντο. Επ' ονόματι δε αυτών απήντησεν ο Κλέαρχος ως εξής: «Ημείς ούτε συνήλθομέν ποτε επί τω σκοπώ να πολεμήσωμεν τον βασιλέα, ούτε καν εφαντάσθημεν ότι εκστρατεύοντες με τον Κύρον εβαδίζαμεν κατά του βασιλέως. Διότι, όπως και συ πολύ καλά γνωρίζεις, πολλάς προφάσεις εύρισκεν ούτος (ο Κύρος) καθ' οδόν, ίνα και υμάς καταλάβη απροετοιμάστους (προς μάχην) και ημάς οδηγήση εις τούτο εδώ το μέρος.
»Όταν όμως, επί τέλους, είδαμεν να περιέρχεται ο Κύρος εις πολύ δύσκολον θέσιν, ησχύνθημεν και θεούς και ανθρώπους να φανώμεν προδόται προς αυτόν, ενώ πρωτήτερα με τόσην προθυμίαν εδεχόμεθα τας ευεργεσίας του.
»Αφού δε απέθανεν ο Κύρος, ούτε εσκέφθημέν ποτε να διεκδικήσωμεν την βασιλικήν εξουσίαν από τον βασιλέα, ούτε ποτέ είχαμεν καμμίαν αφορμήν, ένεκα της οποίας ηθέλαμεν να βλάψωμεν την χώραν του, πολύ δε ολιγώτερον να τον φονεύσωμεν, θα ηθέλαμεν δε μόνον να επιστρέψωμεν εις την πατρίδα μας, εάν δεν ήθελε κανείς μας ενοχλήση.
»Εάν όμως επιτεθή τις εναντίον μας, θα προσπαθήσωμεν και ημείς με την βοήθειαν των Θεών να τον εκδικηθώμεν. Αλλ' εάν και είς μόνος υπάρχη, όστις θα ήθελε να μας ευεργετήση, ακόμη και τούτου δεν θέλομεν φανή κατώτεροι, αντευεργετούντες αυτόν με κάθε τρόπον».
Και ο μεν Κλέαρχος ούτως ωμίλησεν. Ακούσας δε ταύτα ο Τισσαφέρνης απήντησεν ως εξής: «Όσα μου είπατε θέλω διαβιβάση εις τον βασιλέα, και εις σας πάλιν θέλω διαβιβάση όσα εις απάντησίν σας ήθελε μου παραγγείλη ούτος. Έως ότου δε εγώ επιστρέψω, ας κρατή ειρήνη μεταξύ μας, θέλομεν δε σας παράσχη κάθε ευκολίαν προς προμήθειαν τροφών».
Και την μεν ακόλουθον ημέραν ο Τισσαφέρνης δεν ήλθε, πράγμα τα οποίον ενέβαλεν εις ανησυχίαν τους Έλληνας. Την τρίτην όμως ελθών είπεν ότι, αφού διεπραγματεύθη το ζήτημα μετά του βασιλέως, έρχεται ήδη έχων την άδειαν παρ' αυτού πώς να επιτύχη την επιστροφήν των Ελλήνων εις τας πατρίδας των, αν και πολλοί εκ των περί τον βασιλέα είχαν εις τούτο όλως εναντίαν γνώμην, ότι δηλαδή δεν θα ήτο πρέπον εις ένα βασιλέα ν' αφήση ούτω ελευθέρους εκείνους, οίτινες εξεστράτευσαν εναντίον του.
Τέλος δε είπε: «Και τώρα σας είναι πλέον επιτετραμμένον (δύνασθε) να βασισθήτε εις τον λόγον μας, ότι πράγματι κατά την μέχρι της πατρίδος σας πορείαν θα σας παράσχωμεν εντελώς φιλικήν την χώραν και χωρίς κανένα δόλον θα σας οδηγήσωμεν μέχρι της Ελλάδος, παρέχοντες τακτικώς τρόφιμα προς αγοράν εις τον στρατόν σας. Όπου δε δεν θα ήτο δυνατόν ν' αγοράσετε τοιαύτας, θα σας επιτρέψωμεν να λαμβάνετε τα προς τροφήν σας εκ της χώρας.
»Σεις δε εξ άλλου είναι ανάγκη να μας ορκισθήτε ότι πράγματι θα βαδίζετε ως διά μέσου χώρας φιλικής, χωρίς ουδεμίαν να προξενήσετε ζημίαν ή ουδένα να βλάψετε εις τον δρόμον σας, προμηθευόμενοι τροφάς ή ποτά, καθ’ ήν περίπτωσιν δεν θα ήναι δυνατόν ημείς αυτοί να σας παρέχωμεν τοιαύτας προς αγοράν. Εάν όμως σας παρουσιάζωμεν τροφάς, θα προμηθεύεσθε τα προς διατροφήν του στρατού σας αναγκαία αγοράζοντες».
Αφού παρεδέχθησαν ταύτα οι Έλληνες, ωρκίσθησαν και έδωκαν τας δεξιάς των εις τους Έλληνας στρατηγούς και λοχαγούς ο Τισσαφέρνης και ο γυναικάδελφος του βασιλέως, λαβόντες και αυτοί τας των Ελλήνων (εις πίστωσιν των όρκων των).
Μετά ταύτα δε ο Τισσαφέρνης, είπε: «Και τώρα μεν λοιπόν εγώ απέρχομαι προς τον βασιλέα, ευθύς δε ως τελειώσω τας υποθέσεις μου (άμα ως επιτύχω όσα χρειάζομαι), θα επανέλθω, διά να προετοιμασθώ, όπως σάς μεν οδηγήσω εις την Ελλάδα, εγώ δε απέλθω εις την έδραν της, ην εξουσιάζω, επαρχίας μου».
Κεφάλαιον τέταρτον Μετά ταύτα επερίμεναν τον Τισσαφέρνην και οι Έλληνες και ο Αριαίος, εστρατοπεδευμένοι πλησίον αλλήλων επί είκοσι και πλέον ημέρας. Κατά το διάστημα δε αυτό έρχονται εις τον Αριαίον και οι αδελφοί του και όλοι όσοι (του) ήσαν αναγκαίοι, επίσης δε καί τινες εκ των Περσών (έρχονται) εις τους συντρόφους του, οίτινες (Πέρσαι) ενεθάρρυναν και υπέσχοντο είς τινας επ' ονόματι του βασιλέως, ότι δεν θα μνησικακήση ούτος κατ' αυτών διά την μετά του Κύρου εκστρατείαν των, ουδέ δι' οιονδήποτε άλλο εξ όσων μέχρι τούδε συνέβησαν.
Εφ' όσον δε εγίνοντο ταύτα, οι περί τον Αριαίον εφωρώντο ελάχιστα προσέχοντες (λαμβάνοντες υπ' όψει) τους Έλληνας. Διά τον λόγον δε τούτον και οι περισσότεροι των Ελλήνων ήσαν μαζή των δυσηρεστημένοι, προσερχόμενοι δε εις τον Κλέαρχον και εις τους άλλους στρατηγούς έλεγαν: «Τις ο λόγος, δι' ον εξακολουθούμεν ακόμη να μένωμεν ενταύθα; Ή μήπως τάχα δεν γνωρίζομεν ότι με κάθε τρόπον θα προσπαθήση ο βασιλεύς να μας καταστρέψη, διά να εμπνεύση και εις τους άλλους Έλληνας τον φόβον να μην εκστρατεύουν πλέον του λοιπού εναντίον του μεγάλου βασιλέως; Και τώρα μεν απαιτεί από ημάς να μένωμεν εδώ, επειδή ο στρατός του έχει ήδη διασκορπισθή. Όταν όμως συναθροισθή πάλιν, τίποτε δεν θα τον εμποδίση να επιτεθή εναντίον μας.
Ίσως δε (ταύτην την στιγμήν) κάπου εδώ ανασκάπτει τάφρον ή ανεγείρει τείχος (οχυρώνει), διά να μας εμποδίση την προς τα πρόσω πορείαν μας. Διότι βεβαίως ποτέ δεν θα θελήση εκουσίως του (ποτέ δεν θα συγκατανεύση), επιστρέφοντες εις την Ελλάδα, ν' αναγγείλωμεν ότι ημείς, αν και είμεθα τόσον ολίγοι, ενικήσαμεν τον βασιλέα μέσα εις την χώραν του και, αφού τον ενεπαίξαμεν ούτω νικηθέντα, επεστρέψαμεν εις την πατρίδα μας».
Ο δε Κλέαρχος εις τους λέγοντας ταύτα απεκρίθη τα εξής: «Κ' εγώ, όπως σεις, έχω υπ' όψει όλα όσα μου είπατε. Σκέπτομαι όμως ότι, εάν αναχωρήσωμεν τώρα (χωρίς την θέλησιν του βασιλέως), θα φανώμεν ότι αναχωρούμεν ως εχθροί του (με τον σκοπόν αργότερα να τον πολεμήσωμεν) και ότι ενεργούμεν παρά τας συνθήκας. Εκτός τούτου, πρώτον μεν κανείς δεν θα μας φέρη τροφάς διά να αγοράσωμεν, ουδέ θα εύρωμεν κανέν μέρος, διά να προμηθευθώμεν τοιαύτας. Εξ άλλου δε δεν θα έχωμεν κανένα να μας οδηγήση κατά την οδοιπορίαν μας. Συγχρόνως δε, εάν τοιαύτας λάβωμεν αποφάσεις, οποίας σεις προ ολίγου αναφέρατε, αμέσως ο Αριαίος