SigPhi · Xenophon

Κύρου Ανάβασις Τόμος 1 (Modern Greek (1453-))

Page 5 of 10

ήθελεν αποσκιρτήση εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Ούτω δε, όχι μόνον κανείς πλέον φίλος δεν θα μας απομείνη, αλλά θα κηρυχθούν εχθροί μας και όλοι οι μέχρι τούδε φίλοι μας.

»Εάν δε υπάρχη και κανείς άλλος, εκτός του Ευφράτου, ποταμός, τον οποίον πρέπει (θα έπρεπε) να διαβώμεν, δεν ηξεύρω. Ως προς τον Ευφράτην όμως τούτον, όλοι γνωρίζομεν ότι δεν δυνάμεθα να τον διαβώμεν, εάν τυχόν ήθελαν μας εμποδίση οι πολέμιοι. Εάν δε παρίστατο ανάγκη να πολεμήσωμεν, στερούμεθα συμμάχου ιππικού, ενώ οι πλείστοι των εχθρών μας είναι ιππείς και μάλιστα αξιόλογοι. Ώστε, εάν μεν ηθέλαμεν νικήση, θα ενικώμεν χωρίς κανένα να φονεύσωμεν. Εάν δε ηθέλαμεν νικηθή, κανείς από ημάς δεν θα εσώζετο (12).

»Εγώ μεν λοιπόν, εάν έχη ο βασιλεύς, του οποίου τόσον πολλαί είναι (ως γνωρίζετε) αι συμμαχικαί δυνάμεις, να μας καταστρέψη, δεν γνωρίζω διά ποίον λόγον θα ευρίσκετο εις την ανάγκην να ορκισθή και να ομολογήση επισήμως πίστιν προς ημάς, κατόπιν δε να φανή επίορκος εις τους Θεούς και τον δοθέντα περί πίστεως και φιλίας λόγον του ενώπιον Ελλήνων και Περσών να μη τηρήση».

Και άλλα πολλά τοιαύτα έλεγεν (ο Κλέαρχος).

Εν τω μεταξύ δε τούτω ήλθεν ο Τισσαφέρνης με τον στρατόν του, σκοπεύων δήθεν να επιστρέψη εις την χώραν του, και ο Ορόντας, διευθυνόμενος με τον στρατόν του και αυτός εις Αρμενίαν, γαμβρός δε επί θυγατρί του βασιλέως.

Εντεύθεν δε, προηγουμένου του Τισσαφέρνους και παρέχοντος τροφάς προς αγοράν διά τους Έλληνας, επορεύοντο. Συνεπορεύετο δε και ο Αριαίος, έχων τον βαρβαρικόν στρατόν του Κύρου, μαζή με τον Τισσαφέρνην και Ορόνταν, συστρατοπεδευόμενος δε με τον στρατόν των.

Οι δ' Έλληνες, υποπτεύοντες αυτούς, επροχώρουν μόνοι των, έχοντες ιδίους οδηγούς. Οσάκις δ' εστρατοπέδευον, απείχον πάντοτε αλλήλων ένα παρασάγγην και ολιγώτερον. Και ως να ήσαν εχθροί εφυλάσσοντο ο είς από τον άλλον. Εννοείται δε ότι και τούτο τους ενέβαλεν εις όχι ολίγην υποψίαν μεταξύ των.

Κάποτε δε και συνέβαινεν, ενώ συνέλεγαν ξύλα από το ίδιον μέρος ή χόρτα ή άλλα παρόμοια, ν' αλληλοδέρνωνται αμειλίκτως, ώστε και τούτο ν' αποτελή μίαν πάρα 'πάνω αφορμήν προς έχθραν.

Διελθόντες δε τρεις σταθμούς έφθασαν εις το καλούμενον τείχος της Μηδίας, το οποίον και επέρασαν. Ήτο δε οικοδομημένον το τείχος τούτο με ψημένας πλίνθους, συνδεομένας με άσφαλτον, έχον πλάτος μεν είκοσι ποδών, ύψος δε εκατόν. Το μήκος του δε (διήκον από του Ευφράτου μέχρι του Τίγρητος) ελέγετο ότι ήτον είκοσι παρασαγγών. Και απείχεν όχι πολύ της Βαβυλώνος.

Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμούς δύο, παρασάγγας οκτώ. Και διέβησαν δύο διώρυγας, την μίαν μεν επί γεφύρας, την άλλην δε επί επτά προς άλληλα συνδεδεμένων (εζευγμένων) πλοίων. Ήρχιζαν δε αύται από του Τίγρητος ποταμού. Και εξ αυτών πάλιν, εις διάφορα αυτών σημεία, διηνοίγοντο τάφροι προωρισμέναι προς ποτισμόν της χώρας, εξ ων αι μεν πρώται ήσαν μεγάλαι, αι δε κατόπιν μικρότεραι. Τέλος δε υπήρχον και μικροί οχετοί &(αυλάκια)&, όπως οι εν Ελλάδι χρησιμεύοντες προς ποτισμόν των αραβοσιτοσπάρτων αγρών. Και φθάνουν εις τον Τίγρητα ποταμόν, πλησίον του οποίου ήτο πόλις μεγάλη και πολυάνθρωπος, ονομαζομένη Σιττάκη, απέχουσα από τον ποταμόν δέκα πέντε στάδια.

Οι μεν Έλληνες λοιπόν κατεσκήνωσαν παρ' αυτήν, πλησίον κήπου μεγάλου και ωραίου και καταφύτου από παντός είδους δένδρα, οι δε Πέρσαι είχαν διέλθη τον Τίγρητα και δεν εφαίνοντο πλέον.

Μετά το γεύμα δε ο Πρόξενος και ο Ξενοφών έτυχε να περιπατούν προ του μέρους, εις το οποίον είχαν καταθέση τα όπλα, (έξωθεν των όπλων). Ότε πλησιάσας άνθρωπός τις ηρώτησε τους προφύλακας πού δύναταί τις να ίδη τον Πρόξενον ή τον Κλέαρχον. Τον Μένωνα εν τούτοις δεν εζήτει, αν και ο άνθρωπος εκείνος ήρχετο εκ μέρους του Αριαίου, όστις ήτο φίλος του Μένωνος.

Αφού δε ο Πρόξενος του απεκρίθη: «Εγώ είμαι εκείνος τον οποίον ζητείς», ο άνθρωπος αυτός του είπε τα εξής: «Με απέστειλεν ο Αριαίος και ο Αρτάοζος, πιστοί φίλοι του Κύρου, ευνοϊκώς δε διακείμενοι προς σας, οίτινες σας συνιστούν να προφυλάττεσθε μήπως επιτεθούν εναντίον σας την νύκτα οι βάρβαροι. Υπάρχει δε στρατός πολύς εντός του πλησίον κειμένου κήπου.

»Και σας συνιστούν ακόμη ν' αποστείλετε φρουράν εις την γέφυραν του Τίγρητος ποταμού, διότι σκοπεύει ο Τισσαφέρνης να την καταστρέψη, αν ημπορή, την νύκτα, διά να μη διαβήτε, αλλά να αποκλεισθήτε μεταξύ του ποταμού και της διώρυγος».

Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί τον οδηγούν εις τον Κλέαρχον και του ανακοινούν όσα τους είπεν. Ο δε Κλέαρχος, αφού τους ήκουσεν, εταράχθη πολύ και εφοβείτο.

Κάποιος δε νεανίας εκ των παρευρισκομένων εκεί, εννοήσας καλώς περί τίνος επρόκειτο, είπεν ότι «είναι εντελώς ανακόλουθα (αντιφατικά προς άλληλα) το να επιτεθούν και να καταστρέψουν ταυτοχρόνως και την γέφυραν. Διότι πας τις αντιλαμβάνεται ότι, επιτιθέμενοι καθ' ημών, ή θα νικήσουν, κατ' ανάγκην, ή θα νικηθούν. Και εάν μεν νικήσουν, ποίος ο λόγος να καταστρέψουν την γέφυραν; Διότι, και εάν πολλαί γέφυραι υπάρχουν, δεν θα ήτο δυνατόν πλέον να εύρωμεν μέρος εις το οποίον, καταφυγόντες, να σωθώμεν.

»Εάν δε νικήσωμεν ημείς, τότε, καταστρεφομένης της γεφύρας, δεν θα έχουν αυτοί μέρος, εις το οποίον, καταφυγόντες, να σωθούν.

Ουδέ θα ήναι δυνατόν εν τοιαύτη περιπτώσει να τους βοηθήση κανείς εκ των πέραν του ποταμού ευρισκομένων βαρβάρων, εκ των οποίων πάντως θα μένουν εκείσε ουκ ολίγοι».

Ακούσας δε ο Κλέαρχος ταύτα, ηρώτησε τον απεσταλμένον: «Πόση είναι η έκτασις της μεταξύ του Τίγρητος και της διώρυγος ευρισκομένης χώρας». Ούτος δε είπεν: «ότι είναι πολλή και ότι υπάρχουν εν αυτή και κώμαι και πολλαί και μεγάλαι πόλεις».

Εγνώσθη όμως τότε, ότι οι βάρβαροι έστειλαν τον άνθρωπον αυτόν από σκοπού, φοβούμενοι μήπως οι Έλληνες, διελθόντες την γέφυραν, μείνουν εν τη (υπό του Τίγρητος και των διωρύγων σχηματιζομένη) νήσω, έχοντες οχυρώματα αφ' ενός μεν τον Τίγρητα, αφ' ετέρου δε την διώρυγα, λαμβάνουν δε τα προς τροφήν αναγκαία εκ της εν τω μέσω χώρας, ήτις και αρκετή είναι και εύφορος, και εκ των εν αυτή οικούντων καλλιεργητών της. Εκτός τούτου, ηδύνατο να χρησιμεύση (η νήσος αύτη) και ως ορμητήριον, από του οποίου να ενοχλή (βλάπτη) κανείς τον βασιλέα.

Μετά ταύτα δε ανεπαύοντο. Εις την γέφυραν όμως απέστειλαν φρουράν προς φύλαξιν, αλλ' από κανέν μέρος ούτε κανείς επετέθη κατά των Ελλήνων, ούτε προς την γέφυραν ήλθε κανείς εκ των εχθρών, ως εβεβαίωσαν (την επαύριον) οι φύλακες.

Άμα δε εξημέρωσε, διέβαιναν με όσον το δυνατόν περισσότεραν προφύλαξιν την γέφυραν, κατασκευασμένην διά τριάκοντα επτά συνδεδεμένων προς άλληλα πλοίων. Διότι μερικοί των μετά του Τισσαφέρνους Ελλήνων τους ειδοποίησαν (αίφνης) ότι οι εχθροί έχουν σκοπόν να επιτεθούν κατ' αυτών, ενώ διαβαίνουν την γέφυραν. Αλλά ταύτα μεν ήσαν ψευδή. Ενώ όμως διέβαιναν, εφάνη προ αυτών μέ τινας άλλους ο Γλους, παρατηρών, αν (πράγματι) διαβαίνουν τον ποταμόν. Αφού δε είδεν, επέστρεψε δρομαίως εις το βασιλικόν στρατόπεδον).

Από δε του Τίγρητος ποταμού επορεύθησαν σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι και φθάνουν εις τον Φύσκον ποταμόν, έχοντα πλάτος ενός πλέθρου, και επ' αυτού γέφυραν. Και ενταύθα κατοικείτο πόλις μεγάλη ονομαζομένη Ώπις, πλησίον της οποίας απήντησε τους Έλληνας ο νόθος αδελφός του Κύρου και Αρταξέρξου, φέρων από τα Σούσα και Εκβάτανα στρατόν πολύν, διά να βοηθήση τον βασιλέα. Ούτος, σταματήσας τον στρατόν του, εθεώρει διαβαίνοντας τους Έλληνας.

Ο δε Κλέαρχος ωδήγει τον στρατόν εις δύο (διηρημένον), και άλλοτε μεν επορεύετο, άλλοτε δε ίστατο. Όσον δε χρόνον ίστατο η πρωτοπορεία του στρατεύματος, τοσούτον χρόνον ήτον ανάγκη να ίσταται και όλον το στράτευμα. Ώστε και εις αυτούς τους Έλληνας να φανή ο στρατός πάρα πολύς, και ο Πέρσης εκείνος να θεωρή αυτόν με θαυμασμόν.

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν διά της Μηδίας σταθμούς ερήμους έξ, παρασάγγας τριάκοντα και φθάνουν εις τας κώμας της Παρυσάτιδος, της μητρός του Κύρου και του βασιλέως. Ταύτας ο Τισσαφέρνης, προς καταφρόνησιν του Κύρου, επέτρεψεν εις τους Έλληνας να τας διαρπάσουν, χωρίς όμως να προβούν και εις εξανδραποδισμόν των κατοίκων. Υπήρχε δ' εκεί πολύς σίτος και πρόβατα και άλλα χρήσιμα πράγματα.

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν σταθμούς ερήμους τέσσαρας, παρασάγγας είκοσιν, έχοντες αριστερά τον Τίγρητα ποταμόν. Εις δε τον πρώτον σταθμόν, πέραν του ποταμού, κατωκείτο πόλις μεγάλη και πλουσία, ονομαζομένη Καιναί, από την οποίαν οι βάρβαροι μετέφεραν επί σχεδίων κατασκευασμένων από δέρματα άρτους, τυρούς και οίνον.

Κεφάλαιον πέμπτον Μετά ταύτα φθάνουν εις τον Ζαπάταν ποταμόν, έχοντα πλάτος τεσσάρων πλέθρων, όπου και έμειναν ημέρας τρεις. Κατά το διάστημα δ' αυτό υπήρχαν μεν υποψίαι τινες (περί εμφανίσεως του εχθρού), ουδεμία όμως εφαίνετο φανερά κατ' αυτών επιβουλή.

Έκρινε, λοιπόν, καλόν ο Κλέαρχος να έλθη εις συνεννόησιν με τον Τισσαφέρνην, διά να ίδη αν ήτο δυνατόν να παύσουν οπωσδήποτε αι υποψίαι αύται, πριν ή ακόμη γείνη ένεκα τούτων πόλεμος.

Απέστειλε, λοιπόν, κάποιον να του είπη ότι είναι απόλυτος ανάγκη να του ομιλήση. Ο δέ Τισσαφέρνης προθυμότατα του παρήγγειλε να έλθη (εις συνάντησίν του).

Αφού δε συνηντήθησαν, είπεν ο Κλέαρχος τα εξής: «Εγώ, ω Τισσαφέρνη, γνωρίζω μεν πολύ καλά ότι έχουν γείνη μεταξύ μας όρκοι και ότι αντηλλάγησαν αμοιβαίως λόγοι πίστεως και φιλίας ότι ποτέ δεν θ' αδικήση ο είς τον άλλον. Εν τούτοις, και σέ βλέπω να φυλάττεσαι από ημάς, ως εάν ήμεθα εχθροί σου, και ημείς, βλέποντες ταύτα, αντιφυλαττόμεθα επίσης.

»Επειδή δε δεν δύναμαι διόλου να φαντασθώ ότι συ προσπαθείς να μας βλάψης, εγώ δε εξ άλλου είμαι εις θέσιν να σε διαβεβαιώσω ότι και ημείς ουδέποτε εσκέφθημεν τοιούτο τι εναντίον σας, ενόμισα καλόν να συνεννοηθώ μαζή σου πώς θα κατορθώσωμεν επί τέλους ν' απομακρύνωμεν &(να βγάλουμε απ' τη μέση)& την μεταξύ μας κρατούσαν δυσπιστίαν.

»Διότι εγνώρισα όχι ολίγους έως τώρα ανθρώπους, οίτινες, άλλοι μεν εκ διαβολών, άλλοι δε εξ υποψιών φοβούμενοι αλλήλους, θέλοντες όμως και να προλάβουν πριν ή ακόμη αυτοί πάθουν τίποτε, επροξένησαν ανηκέστους συμφοράς εις ανθρώπους, οίτινες ούτε εσκέφθησαν ποτέ, ούτε ποτέ ηθέλησαν να βλάψουν αυτούς και εις το ελάχιστον.

»Φρονών, λοιπόν, ότι αι τοιαύται αφροσύναι (καχυποψίαι) δύνανται να παύσουν, προ πάντων διά των απ' ευθείας συνεννοήσεων, ήλθα προς σε με την πρόθεσιν να σου αποδείξω ότι σφάλλεσαι μη εμπιστευόμενος εις ημάς.

«Διότι πρώτος μεν και σπουδαιότατος λόγος, δι ον εμποδιζόμεθα να ήμεθα πλέον πολέμιοι προς αλλήλους, είναι οι προς τους Θεούς δοθέντες όρκοι. Όστις δε εκ των δύο μας ελέγχεται από την συνείδησίν του ότι κατεπάτησε τους όρκους τούτους, ούτος, κατ' εμέ, δεν θα ημπορέση ποτέ να ευτυχήση. Διότι δεν γνωρίζω ούτε πώς θα ηδύνατό τις να αποφύγη την τιμωρίαν των Θεών, με οποιανδήποτε και αν φεύγη ταχύτητα, ούτε εις ποίον σκοτεινόν μέρος θα ηδύνατο να ζητήση καταφύγιον, ούτε πώς, έστω και εντός οχυρωτάτου ακόμη τόπου, να προφυλαχθή. Διότι πανταχού τα πάντα είναι εις την εξουσίαν των Θεών και πανταχού επί πάντων εξ ίσου δεσπόζουν οι Θεοί.

»Όσον μεν αφορά, λοιπόν, τους Θεούς και τους όρκους, τοιαύτην έχω γνώμην. Προ των Θεών δ' αυτών και κατεθέσαμεν (ως αφιέρωμά τι) την φιλίαν την οποίαν προς αλλήλους ωμολογήσαμεν. Εξ όλων δε των ανθρωπίνων αγαθών σε νομίζω εγώ ως το μεγαλήτερον, του οποίου ηδυνάμεθα να τύχωμεν εις τας παρούσας περιστάσεις.

»Διότι με σε μεν (με την βοήθειάν σου), όλη μεν η διανυθησομένη οδός θα ήναι εύκολος, κάθε δε ποταμός διαβατός, ουδεμίαν δε θα αισθανθώμεν έλλειψιν τροφίμων. Χωρίς σε δε, όλη μεν η οδός θα είναι σκοτεινή &(άραχλη και μαύρη),& διότι μας είναι άγνωστη εντελώς, κάθε δε ποταμός δυσκολοδιάβατος, κάθε λαός δε φοβερός, και φοβερωτέρα όλων η ερημία. Διότι θα συνοδεύεται αύτη πάντοτε από στερήσεις των προς συντήρησίν μας αναγκαίων.

»Εάν δε και, καταληφθέντες ποτέ από μανίαν, ηθέλαμεν σε φονεύση καθ' οδόν, τι άλλο ηθέλαμεν πράξη ή, φονεύοντες τον ευεργέτην μας, να απεκδυθώμεν εις αγώνα πάλης προς τον εν ακμαιότητι δυνάμεων αναμένοντα πάντοτε να μας εκδικηθή μέγαν βασιλέα; Ποίων δε και πόσων ελπίδων ήθελον στερηθή, εάν απεπειρώμην, έστω και κατά τι, να σε βλάψω, περί τούτου θα σου ομιλήσω αμέσως.

Εάν επεθύμησά ποτε να γείνη φίλος μου ο Κύρος, έπραξα τούτο, διότι ενόμιζα ότι ήτον ούτος τότε ο ικανώτερος να ευεργετή οιονδήποτε ήθελε. Σήμερα όμως βλέπω ότι έχεις υπό την εξουσίαν σου και τον στρατόν του Κύρου και την χώραν του, ότι διασώζεις πλέον την Αρχήν σου και ότι την βασιλικήν (στρατιωτικήν) δύναμιν, την οποίαν μετεχειρίζετο ως εχθράν του ο Κύρος, ταύτην έχεις συ τώρα σύμμαχόν σου.

» Ενώ, λοιπόν, ούτως έχουν τα πράγματα, τις θα ήναι τόσον παράφρων, ώστε να μη θέλη να ήναι φίλος σου; Αλλ' εγώ θα σου είπω ακόμη και το εξής, εκ του οποίου ελπίζω ότι και συ ο ίδιος θα θελήσης να ήσαι φίλος μας: »Γνωρίζω καλώς ότι οι κάτοικοι της Μυσίας σας είναι ενοχλητικοί. Αυτούς, λοιπόν, νομίζω ότι μ' αυτήν την δύναμιν, που διαθέτω σήμερον, θα ηδυνάμην, προς χάριν σας, να ταπεινώσω.

Μανθάνω δε ότι και οι κάτοικοι της Πισιδίας και πολλοί άλλοι λαοί ακόμη σας είναι ενοχλητικοί επίσης. Αλλά και τούτους φρονώ ότι δύναμαι να αναγκάσω να μην ενοχλούν πλέον την ευδαιμονίαν της χώρας σας. Τους δ' Αιγυπτίους, κατά των οποίων γνωρίζω ότι είσθε ήδη είπερ ποτέ εξωργισμένοι, δεν βλέπω με ποίαν άλλην συμμαχικήν δύναμιν θα ηδύνασθε να τους τιμωρήσητε καλλίτερον, παρά με αυτήν την οποίαν έχω τώρα εις την διάθεσίν μου.

»Αλλά και μεταξύ των κατοικούντων περί την χώραν σου λαών εάν μεν ήθελες να ήσαι εις οιονδήποτε εξ αυτών φίλος, θα του ήσο όσον το δυνατόν μέγιστος (φίλος ισχυρότατος). Εάν δε κανείς εξ αυτών σε ηνώχλει, θα τον μετεχειρίζεσο ως κύριος και δεσπότης, έχων βοηθούς σου και ημάς, οίτινες δεν θα σε υπηρετούμεν μόνον διότι μας μισθοδοτείς, αλλά και διότι θα σου οφείλωμεν &(θα σου γνωρίζωμεν)& δικαιοτάτην χάριν, επειδή μας έσωσες.

»Εις εμέ, λοιπόν, πάντα ταύτα αναλογιζόμενον, θα εφαίνετο τόσον παράδοξον να μην έχης πίστιν εις ημάς, ώστε και με μεγάλην μου ευχαρίστησιν θα ήκουα το όνομα εκείνου, όστις είναι τόσον εις το λέγειν δυνατός, ώστε να σε πείση ότι αληθώς ημείς σε επιβουλεύομεν».

Και, λοιπόν, ο μεν Κλέαρχος τοσαύτα είπεν. Ο δέ Τισσαφέρνης του απήντησεν ως εξής: «Αλλ' ευχαριστούμαι, ω Κλέαρχε, πολύ, ακούων σε τόσον φρονίμως ομιλούντα. Διότι, όταν έχης τοιαύτην (καλήν περί εμού) γνώμην, και εάν ποτε διανοηθής κακόν τι εναντίον μου, θα είχα υπ' όψει μου συγχρόνως ότι και εις τον εαυτόν σου θα ήθελες να φανής κακός. Διά να εννοήσης δε ότι αδίκως ηθέλατε φανή άπιστοι και εις τον βασιλέα και εις εμέ, άκουσε.

»Εάν είχαμεν σκοπόν να σας καταστρέψωμεν, κατά τι θα μας εφαντάζεσθε υστερούντας: κατά το πλήθος των ιππέων ή κατά το πλήθος των πεζών ή κατά τον οπλισμόν, δι' ων όλων θα είμεθα εις θέσιν να σας βλάψωμεν, χωρίς ημείς ουδέν να πάθωμεν κακόν; Ή μήπως νομίζετε ότι στερούμεθα καταλλήλων (επικαίρων) μερών, διά να επιτεθώμεν εναντίον σας; Μη δεν είναι τόσαι και τόσαι πεδιάδες, ανήκουσαι εις τους συμμάχους μας, τας οποίας σεις με μεγάλους μόχθους θα διέλθετε; Μη δεν βλέπετε γύρω σας τόσα και τόσα όρη, τα οποία είσθε ηναγκασμένοι να υπερβήτε, τα οποία όμως μας είναι πάρα πολύ εύκολον, αφού τα προκαταλάβωμεν, να σας τα καταστήσωμεν όλως ανυπέρβατα; Μη δεν είναι ακόμη τόσοι και τόσοι ποταμοί, επί των οποίων θα ηδυνάμεθα ν' αποσπώμεν (να παραπλανώμεν) εκ του στρατού σας τόσους, όσους θα ηθέλαμεν να πολεμήσωμεν; (13) Τινάς εκ τούτων μάλιστα θα σας είναι απολύτως αδύνατον να διαβήτε, εάν δεν σας διευκολύνωμεν ημείς την διάβασίν των.

»Εάν, εν τούτοις, και εις όλα αυτά αποτύχωμεν, έχομεν το πυρ, διά του οποίου δυνάμεθα να καταστρέψωμεν κάθε καρπόν της γης.

Θα είχομεν, λοιπόν, την δύναμιν, τα πάντα κατακαίοντες, ν' αντιτάξωμεν ούτω καθ' υμών την πείναν, την οποίαν, όσον και αν ήσθε ανδρείοι, δεν θα δυνηθήτε ποτέ να πολεμήσητε (καταβάλετε).

»Τόσα, λοιπόν, μέσα διαθέτοντες προς πόλεμον, χωρίς κανέν εξ αυτών να μας είναι επικίνδυνον, πως έπειτα εξ όλων τούτων (των μέσων) θα εξελέγομεν τον δι' επιβουλής εκείνον τρόπον (ον ανέφερες), όστις μόνον μεν αυτός ενώπιον των Θεών είναι ασεβέστατος, μόνος δε αυτός ενώπιον των ανθρώπων παναισχρότατος; »Είναι άξιον δε ανθρώπων εντελώς ανικάνων και αδεξίων, δεσμευομένων δε υπό της ανάγκης, προς δε και πονηρών, το να θέλη τις δι' επιορκίας προς τους Θεούς και δι' απιστίας προς τους ανθρώπους να πράττη τι (κατ' άλλου). Δεν είμεθα δα, ω Κλέαρχε, ημείς ούτε τόσον ασυλλόγιστοι, ούτε τόσον ηλίθιοι.

»Αλλά διατί άρα γε, ενώ μας ήτο εύκολον να σας καταστρέψωμεν, δεν προέβημεν εις τούτο; Μάθε καλώς ότι αιτία τούτου είναι ο διακαής μου πόθος να φανώ φίλος εις τους Έλληνας πιστός. Με το ξενικόν δ' εκείνο στράτευμα, με το οποίον ανέβη (εξεστράτευσεν) ο Κύρος, εξαγοράσας την προς αυτόν εμπιστοσύνην του διά μισθοδοσιών, μ' αυτό τούτο τώρα θα καταβώ εγώ (θα κατέλθω εις τα παράλια) πανίσχυρος, κερδίζων την προς εμέ εμπιστοσύνην του δι' ευεργεσιών.

»Εις πόσας μεν, λοιπόν, περιστάσεις δύνασθε να φανήτε χρήσιμοι εις εμέ, ωμίλησες. Μίαν μόνον παρέλειψες, την και μεγίστην, ην εγώ γνωρίζω, (την της καρδίας). Διότι την μεν επί της κεφαλής τιάραν μόνος ο βασιλεύς έχει το δικαίωμα να φορή ορθήν, την δε επί της καρδίας (δηλ. την βασιλικήν αυτής δύναμιν και τόλμην) ίσως και άλλος τις εξ υμών των παρευρισκομένων εδώ ηδύνατο ευπετώς (ακόπως) να φέρη».

Αφού είπε ταύτα ο Τισσαφέρνης, νομίσας ο Κλέαρχος ότι ειλικρινώς πράγματι ωμίλησε, του είπε: «Λοιπόν, αφού υπάρχουν τόσοι σπουδαίοι λόγοι, διά να ήμεθα μεταξύ μας φίλοι, δεν πρέπει άρα όλοι εκείνοι, οίτινες προσεπάθησαν διά διαβολών να μας καταστήσουν πολεμίους, να καταδικασθούν εις θάνατον;» «Όσον μεν αφορά εμέ, είπεν ο Τισσαφέρνης, εάν θέλετε να έλθετε εδώ, στρατηγοί ομού και λοχαγοί, θα σου φανερώσω όλους εκείνους, οίτινες σε καταγγέλλουν ότι επιβουλεύεις εμέ και τον στρατόν μου».

«Κ' εγώ, είπεν ο Κλέαρχος, θα φέρω ενώπιόν σου όλους (όσους μου εζήτησες), διά να σου καταστήσω γνωστόν από ποίους εγώ μανθάνω τας περί σου διαβολάς».

Μετά τους λόγους τούτους ο Τισσαφέρνης, θέλων να περιποιηθή τον Κλέαρχον, του είπε να μείνη την εσπέραν εκείνην πλησίον του και εις κοινόν με άλλους μαζή δείπνον τον προσεκάλεσε. Την επομένην δε ο Κλέαρχος, ελθών εις το στρατόπεδον, εφαίνετο φιλικώτατα διακείμενος προς τον Τισσαφέρνην, ανακοινώσας δε όσα του είπεν ούτος, έλεγεν ότι πρέπει να υπάγουν εις αυτόν όλοι εκείνοι, περί των οποίων του ωμίλησε την προηγουμένην, όσοι δ' εκ των Ελλήνων ελεγχθούν διαβάλλοντες, αυτοί, ως προδόται και ως διανοούμενοι να βλάψουν τους Έλληνας, να τιμωρηθούν.

Υπώπτευε δε ότι ο Μένων ήτον ο διαβάλλων, γνωρίζων ότι αυτός με τον Αριαίον είχεν επισκεφθή κρυφίως τον Τισσαφέρνην και ότι είχε διεγείρη διχονοίας και ότι επεβούλευε τον Κλέαρχον, όπως, ελκύων προς το μέρος του όλον το στράτευμα, γίνη φίλος του Τισσαφέρνους.

Ήθελε δε και ο Κλέαρχος, εξ άλλου, όλον το στράτευμα να ήναι αφωσιωμένον εις αυτόν, και όσοι τον παρενοχλούν να εκδιωχθούν.

Τινές, εν τούτοις, εκ των στρατιωτών του αντέλεγαν να μην υπάγουν όλοι οι λοχαγοί και στρατηγοί εις τον Τισσαφέρνην, ουδέ να δίδουν πίστιν εις τους λόγους του.

Ο Κλέαρχος όμως ισχυρώς αντέτεινεν, έως ότου κατώρθωσε να υπάγουν πέντε μεν στρατηγοί, είκοσι δε λοχαγοί. Τους ηκολούθησαν δε και εκ των άλλων στρατιωτών ως διακόσιοι, επί τω σκοπώ δήθεν αγοράς τροφίμων (άοπλοι).

Αφού δε έφθασαν εις την αυλήν του Τισσαφέρνους, οι μεν στρατηγοί προσεκλήθησαν να εισέλθουν, δηλ. Πρόξενος ο Βοιώτιος, Μένων ο Θεσσαλός, Αγίας ο Αρκάς, Κλέαρχος ο Λάκων και Σωκράτης ο Αχαιός. Οι δε λοχαγοί έμειναν έξω.

Μετ' ολίγον δε, δοθέντος του αυτού σημείου έσωθεν και έξωθεν της αυλής, και οι εντός αυτής συνελαμβάνοντο και οι εκτός εφονεύοντο. Μετά δε ταύτα τινές των βαρβάρων ιππέων, τρέχοντες διά της πεδιάδος, εφόνευαν οιονδήποτε συνήντων εις τον δρόμον των Έλληνα, δούλον ή ελεύθερον.

Οι Έλληνες, βλέποντες την ιππηλασίαν των ταύτην εκ του στρατοπέδου των, ηπόρουν και περί των πραττομένων υπ' αυτών αμφέβαλλον, έως ου Νίκαρχος ο Αρκάς, φεύγων την καταδίωξιν των ιππέων, ήλθε πληγωμένος εις την κοιλίαν και με τα έντερα εις τας χείρας, και είπεν όσα συνέβησαν.

Ευθύς, λοιπόν, όλοι οι Έλληνες, άμα τω ακούσματι, έτρεξαν εις τα όπλα φοβισμένοι και νομίζοντες ότι πάραυτα &(τώρα όπου είναι)& θα επιτεθούν οι εχθροί και κατά του στρατοπέδου των.

Και εκείνοι μεν όλοι δεν ήλθαν. Ήλθεν όμως ο Αριαίος και ο Αρτάοζος και ο Μιθριδάτης, οίτινες ήσαν πιστότατοι του Κύρου.

Ο δε διερμηνεύς των Ελλήνων είπεν ότι είδε και ανεγνώρισε μεταξύ αυτών και τον αδελφόν του Τισσαφέρνους. Συνηκολούθουν δε προς τούτοις και άλλοι εκ των Περσών ωπλισμένοι, έως τριακόσιοι.

Ούτοι, αφού επλησίασαν, διέτασσον, εάν υπάρχη ακόμη κανείς στρατηγός ή λοχαγός των Ελλήνων, να έλθη ενώπιόν των, ίνα του αναγγείλουν τας διαταγάς του βασιλέως.

Μετά δε ταύτα εξήλθον με προφύλαξιν οι Έλληνες στρατηγοί Κλεάνωρ ο Ορχομένιος και Σοφαίνετος ο Στυμφάλιος, μετ' αυτών δε και Ξενοφών ο Αθηναίος, διά να μάθη &(τίποτε)& περί του Προξένου. Ο Χειρίσοφος δε μαζί με άλλους έτυχε να απουσιάζη εις κάποιο χωρίον, προμηθευόμενος τροφάς.

Αφού δε εστάθησαν ούτως ώστε όλοι να ακούουν, είπεν ο Αριαίος τα εξής: «Ο μεν Κλέαρχος, ω άνδρες Έλληνες, επειδή εφάνη επίορκος και παραβάτης των συνθηκών ετιμωρήθη διά θανάτου. Ο δε Πρόξενος και ο Μένων, επειδή εφανέρωσαν την επιβουλήν του, ηξιώθησαν μεγάλων τιμών. Από σας δε ζητεί ο βασιλεύς τα όπλα, διότι λέγει ότι είναι ιδικά του, αφού ήσαν (όπλα) του δούλου του εκείνου, του Κύρου».

Εις ταύτα επ' ονόματι των Ελλήνων απεκρίθη Κλεάνωρ ο Ορχομένιος: «Ω κάκιστε των ανθρώπων Αριαίε και οι άλλοι, όσοι είσθε φίλοι του Κύρου, δεν αισχύνεσθε &(επί τέλους)& ούτε Θεούς ούτε ανθρώπους, σεις οι οποίοι, αφού ωρκίσθητε ότι θα έχετε τους αυτούς με ημάς φίλους και εχθρούς, μας επροδώσατε μαζή με τον αθεώτατον και πανουργάτατον Τισσαφέρνην, και τους άνδρας μεν εκείνους, ενώπιον των οποίον ωρκίσθητε, εφονεύσατε, τους δ' επιλοίπους ημάς προδώσαντες, έρχεσθε ως εχθροί με όλους τους πολεμίους εναντίον μας».

Εις ταύτα ο Αριαίος απήντησεν: «Ο Κλέαρχος και ήδη και πρότερον εφάνη επιβουλεύων τον Τισσαφέρνην και τον Ορόνταν και όλους ημάς εδώ, όσοι μ' εκείνους συνειργάσθημεν».

Τότε ο Ξενοφών είπε τα εξής: «Εάν μεν ο Κλέαρχος παρέβαινε παρά τους όρκους τας συνθήκας, ετιμωρήθη. Διότι δίκαιον είναι να φονεύωνται οι επίορκοι. Τον Πρόξενον όμως και τον Μένωνα, επειδή είναι ιδικοί σας μεν ευεργέται, ιδικοί μας δε στρατηγοί, στείλατέ τους ενταύθα. Διότι είναι φανερόν ότι, φίλοι όντες αμφοτέρων &(και των δύο μερών)&, θα προσπαθήσουν τόσον εις σας, όσον και εις ημάς να δώσουν τας καλλιτέρας συμβουλάς».

Χωρίς ουδεμίαν να δώσουν επ' αυτών απάντησιν οι βάρβαροι, αφού επί μακρόν διελέχθησαν προς αλλήλους, ανεχώρησαν.

Κεφάλαιον έκτον Οι μεν, λοιπόν, στρατηγοί κατ' αυτόν τον τρόπον συλληφθέντες ωδηγήθησαν προς τον βασιλέα και αποκεφαλισθέντες απέθανον(!).

Είς δ' εξ αυτών, ο Κλέαρχος, κατά την ομολογίαν όλων εκείνων οίτινες εκ του πλησίον και εξ αναστροφής είχαν σχηματίση περί αυτού γνώμην, εφάνη ανήρ και πολέμιος και φιλοπόλεμος εις άκρον.

Και τω όντι, εφ' όσον μεν διήρκει ο πόλεμος των Λακεδαιμονίων προς τους Αθηναίους, επέμεινε μέχρι τέλους του πολέμου πολεμών.

Αφού δε έγεινεν ειρήνη, καταπείσας την πόλιν (την Σπάρτην) ότι οι Θράκες αδικούν τους Έλληνας, και επιτυχών ό,τι ηδύνατο (όσας ηδύνατο στρατιωτικάς δυνάμεις) παρά των εφόρων, εξέπλευσε διά να πολεμήση κατά των Θρακών των κατοικούντων προς βορράν της (Θρακικής) Χερρονήσου και Περίνθου.

Αλλ' οι έφοροι, μετά την αναχώρησίν του, μετανοήσαντες, τις οίδε διατί, προσεπάθουν να τον επαναφέρουν εκ του Ισθμού (εις την Σπάρτην). Αυτός όμως, μη υπακούων πλέον εις την πρόσκλησίν των, φεύγει διά θαλάσσης εις τον Ελλήσποντον.

Ένεκα τούτου και κατεδικάσθη, ως απειθήσας, εις θάνατον υπό των αρχόντων της Σπάρτης. Φυγάς δε πλέον ων, ήλθε προς τον Κύρον, και με ποίους μεν λόγους τον πείθει (περί του κατά των Θρακών πολέμου), έχομεν γράψη αλλαχού. Ο δε Κύρος του δίδει δέκα χιλιάδας δαρεικών, τους οποίους λαβών ο Κλέαρχος δεν ετράπη εις διασκεδάσεις και τρυφήν, αλλά συναθροίσας δι' αυτών στρατόν επολέμει κατά των Θρακών, και, αφού τους ενίκησεν εις μάχην, ελεηλάτει έκτοτε αυτούς διατελών πάντοτε εις πόλεμον μαζή των, μέχρις ου ο Κύρος έλαβεν ανάγκην του στρατού του. Τότε δε και απήλθεν προς αυτόν, διά να πολεμήση και πάλιν εκεί ως σύμμαχός του.

Ταύτα πάντα μου φαίνεται ότι είναι έργα ανδρός φιλοπολέμου, όστις, ενώ ηδύνατο να ζη ησύχως άνευ αισχύνης και βλάβης (ζημιών), προτιμά τον πόλεμον, και, ενώ ηδύνατο να ζη εν ανέσει, προτιμά να καταπονή εαυτόν εις πολεμικάς επιχειρήσεις, και, ενώ ακόμη ηδύνατο να έχη όσα ήθελε χρήματα ακινδύνως, προτιμά να καταδαπανά ταύτα εις πολέμους. Ούτω, λοιπόν, ήθελε να δαπανά το χρήμα του εις τον πόλεμον, ως εάν εξώδευεν αυτό εις ηδονάς ή εις διασκεδάσεις. Ιδού διατί και πώς ήτο φιλοπόλεμος.

Αλλά και εκ τούτου ακόμη εφαίνετο ο πολεμικός του χαρακτήρ: ότι ήτο λίαν φιλοκίνδυνος, ημέραν και νύκτα οδηγών τον στρατόν του κατά των πολεμίων, με φρόνησιν δε πάντοτε φερόμενος και εις τας δυσκολωτέρας ακόμη περιστάσεις, ως ωμολόγουν πανταχού πάντες οι συνεργασθέντες μετ' αυτού.

Ελέγετο δε ότι είχε την ικανότητα του άρχειν, εφ' όσον του το επέτρεπεν ο δύσκολος όντως χαρακτήρ του, τον οποίον (όπως και οι άλλοι Στρατιώται) είχε (δυστυχώς) κ' εκείνος. Διότι ήτον ικανός εις το να φροντίζη καλλίτερον παντός άλλου πώς ο στρατός του να έχη άφθονα τα προς τροφήν του αναγκαία και εις το να προμηθεύεται αυτά εγκαίρως, ικανός δ' επίσης και εις το να εμπνέη εις πάντα μετ' αυτού αναστρεφόμενον πειθώ και υπακοήν.

Τούτο δ' επετύγχανεν εκ του ότι ήτο βαρύς τον χαρακτήρα. Διότι και βλέμμα άγριον είχε και φωνήν τραχείαν και ετιμώρει πάντοτε αυστηρότατα, ενίοτε δε και θυμωμένος, τόσον, ώστε να μετανοή και αυτός ο ίδιος κάποτε.

Αλλ' ετιμώρει πάντοτε κατόπιν αποφάσεως (δικαιολογημένως), διότι ενόμιζεν ότι εις τίποτε δεν δύναται να χρησιμεύση στράτευμα ατακτούν και μη τιμωρούμενον. Λέγεται δε ότι είχε ποτε είπη ότι πρέπει ο στρατιώτης να φοβήται περισσότερον τον στρατηγόν πάρα τους εχθρούς, προκειμένου να διαταχθή ή να φυλάξη την θέσιν του ως φρουρός ή να μη ενοχλή τους φίλους (του στρατεύματος) ή να βαδίση κατά του εχθρού απροφασίστως.

Διά τούτο εις μεν τας δυσκόλους περιστάσεις με μεγάλην προθυμίαν ο στρατός υπήκουεν εις αυτόν, ουδένα άλλον στρατηγόν προτιμών αυτού. Διότι η σκυθρωπότης τότε του προσώπου του λέγεται ότι εις τους θεωμένους αυτόν εφαίνετο φαιδρά, και η αγριότης του ενομίζετο ως παλληκαριά κατά των πολεμίων, ώστε εφαίνετο πλέον ουχί ως αγριότης, αλλ' ως σωτηρία.

Όταν όμως απηλλάσσοντο πλέον του κινδύνου και είχαν όλην την ελευθερίαν να απέλθουν του στρατεύματος, ίνα τεθούν υπό τας διαταγάς άλλου στρατηγού, πολλοί τον εγκατέλειπον. Διότι εστερείτο επαγωγότητος και χάριτος, φαινόμενος πάντοτε άγριος την όψιν και ωμός. Τόσον, ώστε οι στρατιώται διέκειντο προς αυτόν ως παίδες προς διδάσκαλον.

Διότι ουδέποτε τον ηκολούθουν παρακινούμενοι από φιλίαν ή από αγάπην. Όσοι όμως ήσαν πλησίον του ή κατά διαταγήν πόλεώς τινος ή ένεκα ενδείας ή οιασδήποτε άλλης ανάγκης, όλοι αυτοί τυφλώς υπήκουον εις αυτόν.

Όταν ήδη είχαν αρχίση να νικούν τους εχθρούς υπό την αρχηγίαν του, δύο ήσαν οι σπουδαιότεροι λόγοι, οι οποίοι καθίστων τους μετ' αυτού συμπολεμούντας στρατιώτας, πολεμιστάς γενναίους και ευπειθείς: η μεγάλη αφοβία απέναντι των πολεμίων και ο φόβος μήπως, φαινόμενοι δειλοί, τιμωρηθούν από τον Κλέαρχον.

Τοιούτος μεν, λοιπόν, ήτον ως άρχων. Το να άρχεται όμως υπό άλλων (το να ήναι όμως υπό την εξουσίαν άλλων) ελέγετο ότι δεν το πολυήθελεν. Ότε δε απέθνησκεν, ήτον ηλικίας πεντήκοντα περίπου ετών.

Πρόξενος δε ο Βοιώτιος, από της παιδικής του ακόμη ηλικίας επόθει να γείνη ανήρ μεγαλουργός. Δι' αυτήν του δε την επιθυμίαν έλαβεν επί μισθώ ως διδάσκαλον του Γοργίαν τον Λεοντίνον.

Αφού δε (αρκετά) εδιδάχθη παρ' αυτού, νομίσας ότι ήτον ήδη ικανός και να άρχη και, φίλος ων των καλλιτέρων ανδρών της εποχής του, ότι δεν θα ήναι κατώτερος αυτών εις το ευεργετείν, ήλθεν εις τον Κύρον και μετέσχε της (ην ανωτέρω διηγήθην) εκστρατείας του. Ήλπιζε δε ότι εκ ταύτης (της εκστρατείας) ήθελεν αποκτήση και όνομα μέγα και δύναμιν μεγάλην και χρήματα πολλά.

Αν και επιθύμει δε τόσα, ήτον, εν τούτοις, λίαν φανερόν ότι δεν θα ήθελε τίποτε απ' όλα αυτά να αποκτήση με αδικίαν, νομίζων ότι έπρεπε να επιτύχη ταύτα με δικαιοσύνην και τιμιότητα, ποτέ δε άνευ τούτων.

Και καλών μεν και αγαθών στρατιωτών ήτον άξιος να ήναι αρχηγός.

Δεν ήτον όμως ικανός ούτε σέβας ούτε φόβον να εμπνεύση εις τους στρατιώτας του, αλλ' αυτός μάλιστα εσέβετο τους στρατιώτας ή αυτοί εκείνον. Και εφαίνετο ότι μάλλον εφοβείτο μη γείνη μισητός εις τους στρατιώτας ή όσον εφοβούντο ούτοι μη δεν είναι πειθαρχικοί εις αυτόν. Ενόμιζε δε ότι ήτον αρκετόν, διά να ήναι και να φαίνεταί τις ικανός εις το άρχειν, να επαινή μεν τον εκτελούντα το καθήκον του, να μην επαινή δε τον αδικούντα. Διά τον λόγον δε τούτον οι μεν καλοί και αγαθοί των συναναστρεφομένων αυτόν διέκειντο προς αυτόν ευνοϊκώτατα (τον ηγάπων), οι δε άδικοι τον επεβούλευον ως ευμεταχείριστον &(του χεριού των)&. Ήτο δε, ότε απέθανεν, έως τριάκοντα ετών.

Μένων δε ο Θεσσαλός εφαίνετο ότι είχε μεγάλην επιθυμίαν να γείνη πλούσιος και ότι ήθελε (επεδίωκε) να ήναι αρχηγός, διά ν' απολαμβάνη όσω το δυνατόν περισσότερα, να τιμάται δε, διά να κερδίζη όσω το δυνατόν πλειότερα. Ήθελε δε να ήναι φίλος των ισχυρών, διά να μη τιμωρήται όταν αδική.

Διά να επιτυγχάνη δε όσα επεθύμει, ως συντομωτέραν εξέλεγεν (ενόμιζεν) οδόν την διά της επιορκίας και του ψεύδους και της απάτης, νομίζων την απλότητα και την αλήθειαν ανταξίαν μόνον ηλιθίων ανθρώπων.

Εφαίνετο δε ότι δεν ηνείχετο &(εχώνευε)& κανένα, εις όντινα δε έλεγεν ότι ήτο φίλος του, τούτον καταφώρως επεβούλευε &(του έσκαβε το λάκκο).& Και κανένα μεν εκ των εχθρών του δεν επερίπαιζεν (επίτηδες), συνομιλών όμως με όσους ανεστρέφετο, ωμίλει πάντοτε μαζή των σαν να τους εκορόιδευε.

Και τα μεν κτήματα των πολεμίων δεν επεβούλευε. Διότι ενόμιζεν ότι είναι δύσκολον να σφετερισθή &(αρπάξη)& κανείς την περιουσίαν εκείνων οίτινες την φυλάττουν &(έχουν την έννοια της).& Τα των φίλων όμως, μόνος αυτός ενόμιζεν ότι εγνώριζε την τέχνην να τα σφετερίζεται ευκολώτατα ως αφύλακτα.

Και όσους μεν εγνώριζεν επιόρκους και αδίκους, τούτους, ως καλώς ωπλισμένους, (ως ακαταβλήτους, &ως ανθρώπους, με τους οποίους δεν μπορούσε να τα βγάλη πέρα&), εφοβείτο. Τους δε εναρέτους και την αλήθειαν λέγοντας προσεπάθει να μεταχειρίζεται ως ανάνδρους.

Και καθώς χαίρει κανείς (και όπως κάθε τίμιος άνθρωπος χαίρει) διά την θεοσέβειαν και την αλήθειαν και την δικαιοσύνην, ούτω ο Μένων έχαιρε, διότι ήτον ικανός να εξαπατά, να πλάττη ψεύδη και να περιγελά τους φίλους του. Πάντα δε μη πανούργον ενόμιζε πάντοτε ως απαίδευτον. Και δι' όσους μεν διενοείτο &(έβαζε στο νου του)& ότι πρέπει ν' αποκτήσουν την πανουργίαν ταύτην, διέβαλλε τους καλλιτέρους φίλους των (14).

Διά να έχη δε πειθαρχικούς προς εαυτόν τους στρατιώτας, κατώρθωνε να τους έχη συνεργούς στας αδικίας του. Είχε δε την αξίωσιν να τιμάται και να κολακεύεται, εκφοβίζων επιδεικτικώς τον κόσμον (επισείων επιδεικτικώς την απειλήν) ότι και την δύναμιν πολλήν είχε και την θέλησιν να αδική. Οσάκις δ' απεχώρει (απεμακρύνετο) κανείς από αυτόν, του κατελόγιζεν ως ευεργεσίαν ότι, καθ' ον χρόνον τον είχεν εις την υπηρεσίαν του, δεν τον εφόνευσε.

Και όσα μεν ως αναπόδεικτα φέρονται περί αυτού, καλόν είναι να μη πιστεύωνται. Όσα δε πάντες γνωρίζουν, είναι τα εξής: Ότε ακόμη ήτον εις ανθηράν ηλικίαν, κατώρθωσεν ως ερωμένη του Αριστίππου (15) να επιτύχη της στρατηγίας των ξένων. Με τον Αριαίον δε, αν και ήτο βάρβαρος, διότι ούτος ηυχαριστείτο αναστρεφόμενος ωραίους παίδας, ήλθεν εις μεγάλην οικειότητα. Ο ίδιος δε, αγένειος ακόμη ων, είχεν ως ερωμένην του τον Θαρύπαν γενειώντα (φέροντα πώγωνα).

Όταν δ' εφονεύθησαν οι συστράτηγοί του, επειδή εξεστράτευσαν με τον Κύρον κατά του μεγάλου βασιλέως, ει και ηνείχετο διά την αυτήν, εις ην και εκείνοι, πράξιν, δεν εφονεύθη αμέσως, θανατωθείς υπό του βασιλέως μετά τον θάνατον των άλλων στρατηγών, ουχί καθώς ο Κλέαρχος και οι άλλοι στρατηγοί δι' αποκεφαλισμού, όστις θεωρείται ακαριαίος θάνατος, αλλ', ως λέγεται, δι' ακρωτηριασμών ως έσχατος κακούργος, μετά έν έτος (από της συλλήψεώς του) αποθανών.

Κατά τον αυτόν επίσης τρόπον εφονεύθησαν Αγίας ο Αρκάς και Σωκράτης ο Αχαιός. Τούτους δε ούτε ως δειλούς εν ώρα πολέμου ενέπαιξε κανείς ποτε, ούτε ποτέ ως φίλους τους εμέμφθη. Ήσαν δε και οι δύο ηλικίας σχεδόν τριάκοντα πέντε ετών.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ Κεφάλαιον πρώτον Όσα μεν, λοιπόν, κατά την ανάβασιν του Κύρου, έπραξαν οι Έλληνες μέχρι της ημέρας της μάχης, και όσα μετά τον θάνατόν του συνέβησαν, εμπιστευθέντων των Ελλήνων εις τας μετά του Τισσαφέρνους συνθήκας, εγένοντο γνωστά εις όσα μέχρι τούδε διηγήθημεν.

Αφού δε οι στρατηγοί συνελήφθησαν (ηχμαλωτίσθησαν), και εθανατώθησαν όσοι εκ των λοχαγών και των στρατιωτών ενέπεσαν εις την παγίδα, οι Έλληνες ευρέθησαν ήδη εις μεγάλην στενοχωρίαν περί του πρακτέου, αναλογιζόμενοι ότι ευρίσκονται εις τα πρόθυρα της βασιλικής καθέδρας (της Βαβυλώνος), και ότι γύρω των ήσαν πολλά και διάφορα έθνη και πόλεις εχθρικαί, και ότι ουδείς πλέον εν τω μέλλοντι θα παρείχεν εις αυτούς τροφάς προς αγοράν, ότι δε απείχον της Ελλάδος όχι ολιγώτερον των χιλίων σταδίων, χωρίς εις τον δρόμον των να έχουν κανένα οδηγόν, ποταμοί δε αδιάβατοι διεχώριζαν εν τω μεταξύ την προς την πατρίδα άγουσαν οδόν, και ότι είχαν πλέον προδοθή και από τους μετά του Κύρου συνεκστρατεύσαντας βαρβάρους, ούτω δε απέμεναν τελείως πλέον εγκαταλελειμμένοι και έρημοι, ούτε ένα καν ιππέα έχοντες σύμμαχόν των (ουδέ συμμαχικόν ιππικόν έχοντες), ώστε να ήναι ήδη κατάφωρον ότι, εάν μεν ενίκων, δεν θα ηδύναντο ούτε ένα να φονεύσουν, εάν δε ηττώντο, δεν θα έμενεν ούτε ένας εξ αυτών — όλα αυτά αναλογιζόμενοι και εν μεγίστη διατελούντες αθυμία, ολίγοι μεν εξ αυτών έφαγαν &(ψωμί)& την εσπέραν εκείνην, ολίγοι δε άναψαν φωτιά (προς θέρμανσίν των), πολλοί δε την νύκτα αυτήν δεν ήλθαν ούτε εις το στρατόπεδόν των, αναπαυόμενοι όπου ετύχαινε έκαστος, μη δυνάμενοι ως εκ της μεγάλης των λύπης να ησυχάσουν &(να κλείσουν 'μάτι)& και ως εκ του μεγάλου πόθου πατρίδων, γονέων, γυναικών, παίδων, τους οποίους ενόμιζαν ότι δεν θα ίδουν πλέον.

Εις τοιαύτην μεν, λοιπόν, οδυνηράν θέσιν ευρισκόμενοι όλοι, ανεπαύοντο.

Ήτο δε κάποιος εις τον στρατόν, ονομαζόμενος Ξενοφών, Αθηναίος την πατρίδα, όστις ούτε ως στρατηγός, ούτε ως λοχαγός, ούτε ως στρατιώτης συνηκολούθει, αλλ' όστις είχε προσκληθή εκ της πατρίδος του από τον Πρόξενον, φίλον αυτού αρχαίον. Ούτος υπεσχέθη εις αυτόν, ότι, εάν έλθη, θα τον κάμη φίλον του Κύρου, όστις, κατά την γνώμην του, ήτον ο ικανώτερος ανήρ της πατρίδος του.

Ο Ξενοφών, λοιπόν, αναγνώσας την επιστολήν, εμπιστεύεται τα περί του ταξειδίου εις τον Σωκράτην τον Αθηναίον (ζητών επ' αυτού την συμβουλήν του). Ο δε Σωκράτης, φοβηθείς μήπως το να γείνη φίλος του Κύρου (ο Ξενοφών) κριθή από την πόλιν των Αθηνών ως πράξις αξιοκατάκριτος (αξιόποινος), διότι ο Κύρος εφαίνετο (τότε) ότι προθύμως θα επολέμει με τους Λακεδαιμονίους κατά των Αθηναίων, συμβουλεύει τον Ξενοφώντα να έλθη εις το μαντείον των Δελφών και να κάμη γνωστά εις τον Θεόν (Απόλλωνα) τα περί του ταξειδίου του, ζητών παρ' αυτού την συμβουλήν του.

Ελθών ο Ξενοφών εις τους Δελφούς ηρώτα τον Απόλλωνα εις ποίον εκ των Θεών πρέπει να προσφέρη θυσίαν και να προσευχηθή (ν' απευθύνη τας ικεσίας του), διά να έχη το, όπερ σκέπτεται, ταξείδιον ευτυχές και ωραίον, επιστρέψη δε, αφού επιτύχη του σκοπού του, σώος και υγιής εις την πατρίδα του. Και εχρησμοδότησεν εις αυτόν ο Απόλλων: «να την προσφέρη εις τους Θεούς, εις τους οποίους πρέπει να την προσφέρη» (!).

Αφού δε επέστρεψεν εις τας Αθήνας, λέγει τον χρησμόν αυτόν εις τον Σωκράτην, όστις, αφού τον ήκουσε, τον εμέμφθη, διότι δεν ηρώτησε πρώτα τον Θεόν, ποίον εκ των δύο να προτιμήση: ν' αναχωρήση ή να φύγη; Εν τούτοις αυτός (ο Σωκράτης), επειδή ήτο της γνώμης ότι πρέπει (του χρησμού μη απαγορεύοντος τούτο) ν' αναχωρήση, περί τούτου προ πάντων ενδιεφέρετο να μάθη τώρα: πώς θα ταξειδεύση όσον το δυνατόν καλλίτερα. «Αφού όμως ούτω ηρώτησες (τον Θεόν)» του είπε «τότε πρέπει να εκτελέσης όσα σου διέταξεν ο Θεός».

Ο μεν Ξενοφών, λοιπόν, αφού προσέφερε θυσίας εις τους Θεούς, σύμφωνα με τον χρησμόν του Απόλλωνος, εξέπλευσε. Προφθάνει δε εις τας Σάρδεις τον Πρόξενον και τον Κύρον, σκοπεύοντας ήδη να βαδίσουν την προς την Άνω Ασίαν οδόν (να εκστρατεύσουν προς την Ά. Α.), εκεί δε (εις τας Σάρδεις) και συνεστήθη ο Ξενοφών προς τον Κύρον (από τον Πρόξενον).

Επειδή δε ο Πρόξενος έδειξε μεγάλην προθυμίαν να μείνη ο